“Ο ανιψιός του Ραμώ” ( γαλλικός τίτλος:Le Neveu de Rameau”) αποτελεί μια φανταστική φιλοσοφική συζήτηση με πρωταγωνιστές τον  Ντενί Ντιντερό και τον ανιψιό του μουσικού Ραμώ (Ζαν Φιλίπ Ραμώ: Γάλλος συνθέτης και θεωρητικός της μουσικής˙ θεωρείται ένας απο τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Μπαρόκ). Πολλοί κριτικοί θεωρούν πως ο δεύτερος συνομιλητής δεν είναι ο ανιψιός του Ραμώ˙ αλλά αντίθετα υποστηρίζουν οτι πίσω απ’ αυτόν κρύβεται ο ίδιος ο συγγραφέας. Με άλλα λόγια κατ΄ αυτούς, ο Ντιντερό πραγματοποιεί έναν εσωτερικό διάλογο με τον εαυτό του και όλο το έργο αποτελεί μια προσωπογραφία του ίδιου, μέσω της οποίας ίσως προσπαθεί να εκθέσει κάποιες νεανικές του απόψεις ή απλώς επιχειρεί να παρουσιάσει τις 2 όψεις ενός θέματος, δίχως να τάσσεται ξεκάθαρα υπερ κάποιας.

Ο διάλογος των 2 ηρώων μας εκτυλίσσεται στο Καφέ ντε λα Ρεζάνς και ακολουθεί το σωκρατικό πρώτυπο της μαιευτικής. Με τον τρόπο αυτό οι 2 συνομιλητές ανταλλάσσουν απόψεις σχετικά με την ηθική, τη μουσική, την εκπαίδευση των παιδιών και το χρήμα. Απο την πρώτη στιγμή διακρίνουμε την διαφορετικότητα των 2 χαρακτήρων, καθώς και τα αρνητικά συναισθήματα που γεννά η ανηθικότητα του “μικρού” Ραμώ στον συγγραφέα μας:

«Δεν ήξερα εαν έπρεπε να ξεσπάσω σε γέλια ή να εκραγώ απο την αγανάκτηση. Υπέφερα. Είκοσι φορές ένα ξέσπασμα γέλιου εμπόδισε την έκρηξη του θυμού˙ είκοσι φορές ο θυμός που πλημμύριζε τη ψυχή μου κατέληξε σ’ ένα ξέσπασμα γέλιου. Με είχαν μπερδέψει τόσο η οξυδέρκεια όσο και η ποταπότητα του˙ απο τη μια οι σωστές απόψεις του που εναλλάσσονταν με τις λανθασμένες˙ η τόσο γενικευμένη διαστροφή των αισθημάτων του, η τόσο απόλυτη ανηθικότητα και η τόσο ασυνήθιστη ελικρίνεια του.»

Οι ηρωές μας προέρχονται και εκπροσωπούν 2 αντίθετους κόσμους. Έτσι ο  Ντενί Ντιντερό είναι ο εκπρόσωπος των λογοτεχνικών σαλονιών, της υψηλής κοινωνίας που διακρίνεται για την παιδεία και τους ευγενικούς του τρόπους, ένω απο την άλλη μεριά, ο ανιψιός του Ραμώ αντιπροσωπεύει τον άνθρωπο του περιθωρίου, που μην έχοντας να επιδείξει κάποιο ιδιαίτερο ταλέντο, έχει επιλέξει να ζει εις βάρος των άλλων˙ καθώς όπως υποστηρίζει: «Είναι σκληρό να ζεις μες στη φτώχεια, τη στιγμή που υπάρχουν τόσοι ηλίθιοι που μπορούν να σε θρέψουν».

Η πρώτη έκδοση του έργου, το 1891.

Η πρώτη έκδοση του έργου, το 1891.

 

Το ζήτημα της αρετής δεσπόζει και σ’ αυτό το έργο. Ο Ντιντερό όντας ευγενής, επαινεί το μεγαλείο της και την αναγάγει σε μια απο τις σημαντικότερες αξίες που οφείλει να ακολουθεί κάποιος. Ο συνομιλητής του εντούτοις, αντιτίθεται στην άποψη αυτή και υποστηρίζει με σθένος, πως η αρετή αποτελεί την πηγή όλων των ανθρώπινων βασάνων ˙ διότι στερεί απο τον άνθρωπο την δυνατότητα να γευτεί τις αμέτρητες χαρές της ζωής με το να του θέτει συνεχώς όρια δράσης. Επειδή όμως ο φόβος του κοινωνικού αποκλεισμού, εαν παρεκλίνει απ’ αυτή είναι μεγάλος, αναγκάζεται να την ανέχεται σιωπηρά.

«Οι άνθρωποι επαινούν την αρετή˙ αλλά και τη μισούν…. Γιατί βλέπουμε, άραγε, τόσο συχνά τους ενάρετους να γίνονται τόσο σκληροί, τόσο δυσάρεστοι και τόσο αντικοινωνικοί; Μα, επειδή επιβάλλουν στον εαυτό τους ένα καθήκον ξένο προς τη φύση τους. Υποφέρουν. Και όταν κανείς υποφέρει, κάνει και τους άλλους να υποφέρουν.»

Ένα ακόμη θέμα που παρουσιάζεται στον διάλογο είναι η αξιοπρέπεια. Ο ανιψιός που αντιπροσωπεύει το αντίθετο της, αναφέρει σχετικά:

«Στη φύση του ανθρώπου πρέπει να υπάρχει λίγη αξιοπρέπεια την οποία τίποτα δεν μπορεί να καταστρέψει και επαναστάτει με το παραμικρό. Ναι, με το παραμικρό˙ παρότι υπάρχουν μέρες που δε μου κοστίζει τίποτα να εξευτελίζομαι όσο θέλετε

Με τα παραπάνω λόγια, επιθυμεί να τονίσει πως κάθε ανθρώπινη υπάρξη διαθέτει κάποιον βαθμό αξιοπρέπειας, που η ίδια έχει ορίσει και είναι απαραίτητο αυτή η αξιοπρέπεια να να γίνεται σεβαστή απο το περιβάλλον στο οποίο κινείται. Ωστόσο τα όρια της αξιοπρέπειας μας, δύνανται ν’ αλλάξουν ή και να πάψουν να υφίστανται˙όταν σε κάποιες περιπτώσεις αντιληφθούμε πως αποτελούν μονάχα πρόσκομματα στις δραστηριοτητές μας και εμποδίζουν την κοινωνική και  επαγγελματική ανελιξή μας.

Και πότε αναγκαζόμαστε να εκμηδενίσουμε το “είναι” μας;

Μα φυσικά, όταν οι συνθήκες, μας το προτάσσουν. Όταν ο μόνος δρόμος για να κερδίσεις ή απλά για να ζήσεις κάπως καλύτερα, σου επιβάλλει να γίνεις ένα παιχνίδι στα χέρια κάποιου άλλου. Η αξιοπρέπεια μας υποτάσσεται μπρος στις ανάγκες μας. Μεταμορφωνόμαστε συνειδητά σε άβουλα πλάσματα˙ έχοντας ως μοναδικό σκοπό την ικανοποίηση κάποιων υλικών αγαθών, που αρκετές φορές δεν αξίζουν θυσία τέτοιου μεγέθους.

«Το χειρότερο, όμως, είναι η δουλική στάση που μας αναγκάζει να παίρνουμε, η ανάγκη. Ο άνθρωπος που ζει μες στην ανέχεια δεν περπατάει, όπως οι άλλοι˙πηδάει, σέρνεται, λυγίζει, κυλιέται και περνάει τη ζωή του επινοώντας και εκτελώντας στάσεις, παίζοντας ρόλους.»

Ο τελικός στόχος του διαλόγου, είναι να προβληματίσει τους αναγνώστες˙ για το τι εστί κοινωνία, ποιος είναι ο ρόλος του ανθρώπου εντός της και ποιες είναι οι αληθινές αξίες που πρέπει να υπηρετούμε με τον τρόπο ζωής μας.

• Το προσχέδιο του έργου γράφτηκε το 1761, ενώ τροποποιήθηκε κατα τα έτη 1773, 1778 και 1782 όταν και απέκτησε την τελική μορφή του.

Σχόλια