Ήρθε η ώρα να μάθουμε τα πάντα για το ρεμπέτικο τραγούδι και να ταξιδέψουμε σε μια ιδιαίτερη εποχή μέσα από τους 5 μεγαλύτερους εκπροσώπους του και κάποια πράγματα που μάλλον δε γνώριζες!

«Έστε μάγκας, έστε μπελαλίκ, λα ντε Βοτανικό ο πιό νταήκ  κι έντρεμεν ντρε κάργα ντε μαγκέ γιατί φτιαξάρε στο μινούτο ντε δουλειέν

(Είναι μάγκας είναι μερακλής/Απ’τον Βοτανικό ο πιο νταής/Τον ετρέμουν όλες οι μαγκιές/Γιατί τις φτιάχνει επιτόπου τις δουλειές.)

Με αυτή την ιδιαίτερη διασκευή του τραγουδιού ‘Έντε λα μαγκέτε Βοτανίκ’ (του οποίου τους στίχους στην πιο «αργκό» εκδοχή έγραψε ο Σπύρος Ζαγοραίος το 1975), ας ξετυλίξουμε το μίτο της ιστορίας του ρεμπέτικου τραγουδιού μέσω ενός αφιερώματος στους μεγαλύτερους εκπροσώπους του!

Μέσα από τις στάχτες λένε ξαναγεννιέσαι και κάπως έτσι γεννήθηκε το ρεμπέτικο τραγούδι. Είναι Αύγουστος του 1922 και ένα μαύρο κεφάλαιο γράφεται στην ιστορία του ελληνισμού: η Μικρασιατική Καταστροφή, η οποία και οδήγησε σε αναγκαστική ανταλλαγή πληθυσμών.

Η δεκαετία που ακολουθεί αποτελεί την εποχή όπου κυριαρχούν τα στοιχεία από τη μουσική της Σμύρνης και η θεματολογία του ρεμπέτικου τραγουδιού περιλαμβάνει κυρίως ερωτικά αλλά και μάγκικα τραγούδια (π.χ. τραγούδια της φυλακής, ναρκωτικά).

1. Μάρκος Βαμβακάρης

Το 1932 ξεκινά η κλασική περίοδος και κυκλοφορούν οι πρώτες ηχογραφήσεις τραγουδιών από τον σπουδαίο Μάρκο Βαμβακάρη. Γεννήθηκε στις 10 Μαΐου 1905 στο συνοικισμό Σκαλί της Άνω Χώρας της Σύρου από οικογένεια καθολικών και ήταν ο πρώτος από τα έξι παιδιά του Δομένικου και της Ελπίδας Βαμβακάρη. Από φτωχή οικογένεια, αναγκάζεται να εγκαταλείψει σύντομα τα θρανία και να παλέψει για τα προς το ζην.

Λόγω ενός ατυχήματος (σπρώχνει έναν βράχο και αυτός καταλήγει σε ένα μικρό σπίτι όπου μένει μια ηλικιωμένη γυναίκα), αναχωρεί για τον Πειραιά και έτσι εξασφαλίζει τον τίτλο του ‘Πατριάρχη’ του ρεμπέτικου τραγουδιού.

Μένοντας στα κακόφημα Ταμπούρια, το πρωί εργάζεται στα κάρβουνα και το βράδυ διασκεδάζει στους τεκέδες, όπου και έρχεται σε επαφή με την κάνναβη. Αργότερα, πιάνει δουλειά ως λιμενεργάτης και καταλήγει εκδορέας στα σφαγεία της πόλης.

Όντας, όμως, η μουσική δεύτερη φύση του (από μικρός άκουγε τον πάτερα του να παίζει γκάιντα και να γράφει τα δικά του τραγούδια), γίνεται ένας από τους κορυφαίους αυτοδίδακτους οργανοπαίκτες.

Η πιο σημαντική στιγμή της ζωής του ήταν όταν είδε τον φημισμένο Νίκο Αϊβαλιώτη να παίζει μπουζούκι. Τον κοίταξε, άκουσε τον ήχο και μετά από λίγο είπε: «Να μου κοπούν τα χέρια εάν δεν μάθω να παίζω μπουζούκι».

Συμμετέχει, λοιπόν, μαζί με τον Γιώργο Μπάτη, τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Ανέστη Δελιά στο πρωτοποριακό για την εποχή μουσικό σχήμα ‘Η Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς’. Το 1933, φωνογράφησε το πρώτο εμπορικά επιτυχημένο τραγούδι με μπουζούκι στην Ελλάδα, το ‘Καραντουζένι’ ή ‘Έπρεπε να ‘ρχόσουνα ρε μάγκα μου’.

Η περίοδος λίγο πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν και η πιο παραγωγική. Αφού περιόδευσε στη Θεσσαλονίκη, στο Βόλο, στη Λάρισα, στα Τρίκαλα και σε αρκετές ακόμη πόλεις, άρχισε εμφανίσεις στον Βοτανικό, μαζί με τον Γιάννη Παπαιωάννου, τον Κώστα Καρίπη και τον Στέλιο Κερομύτη.

Έκανε δυο γάμους και, απαλλαγμένος από στερεότυπα, ήρθε σε σύγκρουση με την Καθολική Εκκλησία μετά το πρώτο διαζύγιο, που απαγορεύεται ρητά στους καθολικούς. Ενδεικτικές επιτυχίες μπορείς να ακούσεις στο παρακάτω μουσικό αφιέρωμα:

Το 1936 ξεκινάει η δικτατορία του Μεταξά και επιβάλλεται λογοκρισία. Μέχρι το 1941, εμφανίζονται οι περισσότεροι από τους κλασικούς συνθέτες και τραγουδιστές του ρεμπέτικου τραγουδιού στη δισκογραφία, όπως ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Μπαγιαντέρας, ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ο Απόστολος Χατζηχρήστος, ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Μανώλης Χιώτης, ο Στελλάκης Περπινιάδης και η Ρόζα Εσκενάζυ.

2. Βασίλης Τσιτσάνης

Κορυφαία προσωπικότητα του ρεμπέτικου τραγουδιού αναδεικνύεται την εποχή της ευρείας διάδοσης και αποδοχής (1942-1952) ο Βασίλης Τσιτσάνης. Γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 18 Ιανουαρίου 1915 από Ηπειρώτες γονείς. Στα γυμνασιακά του χρόνια, άρχισε να αποκτά κάποιες γνώσεις μουσικής, μαθαίνοντας βιολί. Με αυτό συμμετείχε και σε κάποιες τοπικές εκδηλώσεις, προκειμένου να συνεισφέρει οικονομικά στην οικογένειά του.

Το φθινόπωρο του 1936, κατέβηκε στην Αθήνα για να σπουδάσει Νομική και για να συμπληρώσει το εισόδημά του δούλευε στο νυχτερινό κέντρο ‘Μπιζέλια’. Το 1937, γνώρισε τον τραγουδιστή Δημήτρη Περδικόπουλο, ο οποίος τον πήγε στη δισκογραφική εταιρεία ‘Odeon’,  όπου ηχογράφησε το πρώτο του τραγούδι ‘Σ’ έναν τεκέ μπουκάρανε’. Η ‘Αρχόντισσα’, από τα σπουδαιότερα τραγούδια στην ιστορία της ελληνικής μουσικής, ήταν ένα από τα δεκάδες που ακολούθησαν.

Τα χρόνια της Κατοχής βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, όπου ανοίγει ένα δικό του κουτούκι, το ‘Ουζερί ο Τσιτσάνης’, στην οδό Παύλου Μελά 22. Παράλληλα, γράφει ορισμένες από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του (‘Αχάριστη’, ‘Μπαξέ τσιφλίκι’, ‘Όταν συμβεί στα πέριξ’, ‘Νύχτες μαγικές’, ‘Ζητιάνος της αγάπης’, ‘Ντερμπεντέρισσα’, ‘Συννεφιασμένη Κυριακή’), που θα ηχογραφήσει μετά τον πόλεμο, όταν θα ανοίξουν και πάλι τα εργοστάσια δίσκων.

Φέρνει στο προσκήνιο νέους τραγουδιστές, οι οποίοι δένονται μαζί του, όπως η Μαρίκα Νίνου, η Σωτηρία Μπέλλου και ο Πρόδρομος Τσαουσάκης. Αργότερα, οι φίλοι του οι ρεμπέτες του κόλλησαν το παρατσούκλι ‘Ο Βλάχος’, επειδή ήταν ο μόνος  ρεμπέτης με στεριανή προέλευση.

Το 1980, με πρωτοβουλία της UNESCO, ηχογραφείται ένας διπλός δίσκος με τίτλο ‘Χάραμα’, όπως λεγόταν το μαγαζί στο οποίο ο Τσιτσάνης εμφανιζόταν τα τελευταία 14 χρόνια της καριέρας και της ζωής του.

 

3. Γιώργος Μητσάκης

Ο Γιώργος Μητσάκης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1921. Ήρθε με την οικογένεια του στην Καβάλα το 1935 και έπειτα έμειναν σε ένα χωριό κοντά στο Βόλο. Έρχεται σε επαφή με τον Βασίλη Τσιτσάνη και τον Χατζηχρήστο και καταλήγει στον Πειραιά το 1939.

«Τότε παίζαμε εμείς οι ίδιοι τα τραγούδια μας. Τραγουδούσα σόλο, πρίμα, έπαιζα μπουζούκι, κιθάρα ο γέρος Καρίπης, μπαγλαμά ο τυφλός ο Χρυσίνης και εγώ μπροστά στο μικρόφωνο κι ο κόσμος άκουγε. Και όταν κανένας φώναζε, Μητσάκη δάσκαλε παίξε μου ένα «βασανισμένο», του έκανα το χατίρι…»Απόψε άρχισε να ψιλοβρέχει κι ο νους μου πάλι σε σένα τρέχει».

4. Μανώλης Χιώτης

Ο Μανώλης Χιώτης γεννήθηκε στις 21 Μαρτίου 1920 στη Θεσσαλονίκη. Από μικρή ηλικία, άρχισε να μαθαίνει λαϊκά όργανα κοντά σε Θεσσαλονικιό μουσικοδιδάσκαλο, αρχικά κιθάρα, έπειτα μπουζούκι και στη συνέχεια ούτι. Το 1935 πήγε στην Αθήνα για να σπουδάσει βιολί όπου και γνωρίστηκε με τον Στράτο Παγιουμτζή, ο οποίος τον προσέλαβε να παίζει δίπλα του μπουζούκι στο κέντρο ‘Δάσος’ του Βοτανικού.

Το 1937 φωνογράφησε και το πρώτο του τραγούδι ‘Το χρήμα δεν το λογαριάζω’. Κατά τη δεκαετία του 1940, γράφει τη μια επιτυχία μετά την άλλη, όπως το ‘Τρελό Κορίτσι’ (Ντούο Χάρμα), το ‘Θα σου πω το μυστικό μου’ (Μ. Νίνου), και ‘Το φτωχομπούζουκο’ (Στ. Τζουανάκος).

Έγινε γνωστός για δύο καινοτομίες του: πρώτον, για τη χρήση του ενισχυτή σε λαϊκό όργανο και δεύτερον, λόγω ακριβώς της πρώτης καινοτομίας, το ρεμπέτικο τραγούδι μεταβαίνει από τα καταγώγια στα σαλόνια και ξεκινά η λεγόμενη περίοδος του ‘αρχοντορεμπέτικου’.

Στη δεκαετία του 1960, περιλαμβανόταν μόνιμα σε ειδικό πίνακα Ελλήνων καλλιτεχνών της εθιμοτυπικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών για την προτεινόμενη διασκέδαση των υψηλών επισκεπτών της Χώρας.

Αποτέλεσμα εικόνας για μανωλης χιωτης

Μανώλης Χιώτης

5. Σωτηρία Μπέλλου

Από την καταγραφή, δε θα μπορούσε να λείπει και μια άξια εκπρόσωπος του γυναικείου φύλου σε έναν, σχεδόν αποκλειστικά, ανδροκρατούμενο μουσικό χώρο. Η Σωτηρία Μπέλλου γεννήθηκε στις 29 Αυγούστου 1921 στο χωριό Χάλια κοντά στη Χαλκίδα.

Φύσει επαναστάτρια και με δυναμική προσωπικότητα, δεν αντέδρασε μόνο στα τα της οικείας της (ο άντρας της ήταν μέθυσος, ενώ κατά τη διάρκεια ενός από τους ξυλοδαρμούς, έριξε βιτριόλι στο πρόσωπό του και καταδικάστηκε σε τρία χρόνια στη φυλακή) αλλά, και προσπαθώντας παράλληλα να επιβιώσει, έγινε κομμουνίστρια και εισήλθε στην αντίσταση. Συνελήφθη, βασανίστηκε και κλείστηκε στη φυλακή.

Μετά τον εμφύλιο πόλεμο απελευθερώνεται και το 1947 προσελήφθη ως τραγουδίστρια σε κέντρο διασκέδασης στην Αθήνα με το Βασίλη Τσιτσάνη, ο οποίος την ανακάλυψε (ύστερα από σύσταση του θεατρικού συγγραφέα Κίμωνα Καπετανάκη) και του οποίου τα τραγούδια είναι τα πιο σημαντικά του ρεπερτορίου της.

Εκτός από τον Τσιτσάνη, συνεργάστηκε και με πολλούς άλλους κορυφαίους συνθέτες, όπως με τον Γιάννη Παπαϊωάννου (‘Γύρνα στη ζωή την πρώτη’, ‘Κάνε κουράγιο καρδιά μου’, ‘Άνοιξε, Άνοιξε’), τον Απόστολο Καλδάρα (‘Είπα Να Σβήσω Τα Παλιά’) και τον Γιώργο Μητσάκη (‘Ο ναύτης’, ‘Το σβηστό φανάρι’).

Αποτέλεσμα εικόνας για σωτηρια μπελλου με τσιτσανη

Τσιτσάνης, Μαρκόπουλος, Μπέλλου

 

Στη δεκαετία του 1960, ξεκινά η πρώτη αναβίωση του ρεμπέτικου τραγουδιού, όπου και επανηχογραφούνται παλαιότερες επιτυχίες, εκδίδονται μελέτες πάνω στο θέμα, ανθολογίες τραγουδιών και βιογραφίες ρεμπετών.

Σχόλια