Το ρολόι έδειχνε λίγο μετά τις 15:00. Πάρκο Γουδή. Δίπλα μου κάθεται  το «Αν η Beale Street μπορούσε να μιλήσει» του James Baldwin. Περιμένει να συζητήσουμε. Στο βάθος ακούγεται  σειρήνα ασθενοφόρου. Μηχανές  αστυνομικών περνούν  έξω από το πάρκο. Έστειλα μήνυμα;

Στο διπλανό παγκάκι μια μητέρα παραπονιέται στο τηλέφωνο για το εμβόλιο της Astrazeneca.Ισχυρίζεται  ότι έχει παρενέργειες. Βάζω ακουστικά.

Σελίδα 78. «Ήταν περίεργο. Οι πάντες ήταν έξω στους δρόμους, χορεύοντας, συζητώντας, όπως κάνει ο κόσμος παντού, κι όμως τίποτα απ’όλα αυτά δεν φαινόταν φιλικό. Υπήρχε κάτι σκληρό και τρομακτικό σε αυτή την ατμόσφαιρα.»

Ο James Baldwin μας παρακολουθεί. Και ας έγραψε το βιβλίο τριάντα χρόνια πριν για το ταραγμένο Χάρλεμ και το ρατσισμό. Κάποιες φορές οι εικόνες παραμένουν ίδιες και ας αλλάζουν οι εποχές και οι άνθρωποι.

Μου είχε λείψει αυτό. Μόνη με ένα βιβλίο στο χέρι. Γύρω μου όλα πράσινα και ήρεμα. Άραγε είναι παράνομο αυτό που κάνω;

Είχα καιρό να δω εικόνες.

Απέναντι μου ένα μικρό αγοράκι  κάνει τα πρώτα του βήματα. Σκοντάφτει, σηκώνεται, χαμογελάει. Ο μπαμπάς του το ακολουθεί πιστά. Μια μπάλα ποδοσφαίρου προσγειώνεται  στα πόδια του. Δυο  αναψοκοκκινισμένα αγόρια  τρέχουν εναγωνίως προς το μέρος του σαν να έχασαν κάτι πολύτιμο. Είχα ξεχάσει πώς είναι να τρέχεις ανέμελος.

Δυο γιαγιάδες  περπατούν αγκαζέ κατά μήκος του δρόμου. Τα βήματα τους είναι αργά και σταθερά. Δεν είναι μόνες, έχουν η μια την άλλη. Μήπως  είναι παράτυπες και αυτές;

Γυρίζω σελίδα. Ένα λευκό περιστέρι πλησιάζει το πόδι μου. Είχα ξεχάσει πώς είναι. Να είναι η ελευθερία τόσο κοντά μου. Περιορισμοί και άλλοι περιορισμοί, απαγορεύσεις, μάσκες, αριθμοί, δεδομένα, λουκέτα, όχι, μη, κρίσιμες εβδομάδες, έλεγχοι, αστυνομία.

Νιώθω κουρασμένη. Και ας μην έχω κάνει ένα βήμα, και ας μην έχω τρέξει. Ένα βάρος κάθεται στο στήθος μου. Αόρατο και απειλητικό. Ποιος ξέχασε να ξαναπατήσει το κουμπί της παύσης;  Πότε θα συνεχίζει να κυλά η ζωή;

Ένα κλάμα παιδιού σπάει τη σιωπή. Ένα μικρό κοριτσάκι με κόκκινο μπουφάν στέκεται στη μέση του πάρκου.

Το έχω ξαναδεί αυτό το μπουφάν. Ένα χρόνο πριν. Υπηρεσία Ασύλου. Το φορούσε ένα προσφυγάκι. Το θυμάμαι πίσω από ένα κοντέινερ να κλαίει ασταμάτητα. Μόνο του. Δεν το παρατηρούσε σχεδόν κανείς. Μάλλον δεν ήταν αρκετά κομψό αυτό που φορούσε για να το προσέξουν.

Πού να βρίσκεται σήμερα αυτό το παιδί; Στην Αθήνα; Στη Σάμο; Ή στο Καρά Τεπέ; Κλαίει ακόμη; Ζεί ελεύθερα ή είναι φυλακισμένο;

Το περιστέρι με αφήνει. Το βλέπω να απομακρύνεται. Έχει να επισκεφτεί άλλους «φυλακισμένους».  Κοντοστέκεται στα παράθυρα των ανθρώπων που είναι μόνοι, που πάσχουν από κατάθλιψη. Στα κουτιά των άστεγων. Στα λουκέτα των μαγαζιών. Στους άνεργους και στους χρεωμένους. Στα κάγκελα  των νοσοκομείων  που δεν κοιμούνται πιά. Το οξυγόνο αγνοείται.

Πέρασαν σαράντα λεπτά. Σαράντα λεπτά, συζήτησης με το Baldwin. Σαράντα λεπτά σκέψης. Το μόνο που ακούγεται είναι το θρόισμα των φύλλων και οι φωνές των παιδιών. Άραγε τόσο κρατάει η ελευθερία στην πανδημία;

Δώσαμε ραντεβού αύριο την ίδια ώρα.

 

Σχόλια