Ξεχωριστός. Αυτή η λέξη μου έρχεται πρώτη στο μυαλό που τον χαρακτηρίζει , αν όχι απόλυτα, σίγουρα σε τεράστιο βαθμό!

Εδώ και κάποια χρόνια, με «όπλα » το ταλέντο, τη μαχητικότητα, την εύστοχη και ούτε στο απειροελάχιστο προσβλητική αίσθηση του χιούμορ, ο Γιώργος Καπουτζίδης έχει καταφέρει να στρέψει το ενδιαφέρον των περισσοτέρων μας στα τηλεοπτικά έργα του, αλλά και στον ίδιο.

Και δικαίως! Το άφθονο απενοχοποιημένο γέλιο σε συνδυασμό με τα ιδιαίτερα μηνύματα που επιλέγει κάθε φορά να μας περάσει, άλλοτε φανερά, άλλοτε πιο υπόγεια, αλλά πάντα ευφυέστατα, ίσως να είναι αυτά που χρειαζόμαστε πιο πολύ.

Καιρός να περάσουμε τώρα σε αυτά που μας είπε ο ίδιος ο Γιώργος Καπουτζίδης!

Έχετε δηλώσει ότι θα θέλατε πολύ να γίνετε αθλητής. Γιατί δεν πραγματοποιήσατε αυτή την επιθυμία σας όταν αποτύχατε στο να πάρετε το πτυχίο της Νομικής και να μπείτε στη Δραματική Σχολή; Σαν αντίδραση, έστω.

Δεν το σκέφτηκα τότε. Τότε μονόδρομος ήταν η Δραματική, να ξαναπροσπαθήσω, σαν αθλητής που δεν περνάει τον πήχη με την πρώτη, για να κάνω πραγματικότητα αυτό που ονειρευόμουν και δόξα τω Θεώ το κατάφερα.

Αλλά, σαν παιδί, το όνειρό μου ήταν να γίνω αθλητής του στίβου. Δεν έγινα, όμως, μου έμεινε αυτή η πολύ μεγάλη αγάπη για τον αθλητισμό και ιδιαίτερα για τον στίβο.

Αν γυρνούσα πίσω, στην ηλικία των 6-7-8 χρονών, θα έλεγα μαμά, μπαμπά γράψτε με εκεί. Τότε δεν ήταν τόσες οι ευκαιρίες, δεν ήταν τόσο διαδεδομένος ο στίβος, τώρα τα πράγματα είναι αλλιώς.

Πώς εμπνευστήκατε το Παρά Πέντε; Υπάρχει κάποια ιστορία;

Ναι, πάντοτε έχω μια ιδέα, μια σπίθα ή μια απορία που έχω μέσα μου. Το Παρά 5 ξεκίνησε με το πως μπορεί να αλλάξει η ζωή μας, πολλές φορές, μέσα σε ένα δευτερόλεπτο.

Είναι κάτι που και εμένα με απασχολεί ως άνθρωπο, το πόσο ξαφνικά μπορούν να αλλάξουν κάποια πράγματα και εάν κάποια πράγματα είναι τυχαία ή λίγο γραφτό να γίνουν.

Για παράδειγμα, οι ήρωες έγιναν οι μάρτυρες ενός εγκλήματος, βρέθηκαν σε ένα ασανσέρ που θα μπορούσαν να μην είχαν βρεθεί, θα μπορούσαν να μην είχαν πάει στο ξενοδοχείο, να είχαν κατεβεί με τα σκαλιά…

Και οι χαρακτήρες;

Αυτοί βασίστηκαν πάνω σε αυτό. Ήθελα να φτιάξω πέντε χαρακτήρες που να έχουν εντελώς διαφορετική προσέγγιση απέναντι στον φόβο.

Υπάρχει η παιδικότητα απέναντι στον φόβο που εκφράζει η Ντάλια, η λογική απέναντι στον φόβο που εκφράζει ο Σπύρος, η υπεραισιοδοξία του Φώτη, η επιθετικότητα της Αγγέλας και η προσπάθεια στήριξης στα θεία που εκφράζει η Ζουμπουλία.

Αλήθεια, ποιά είναι η σχέση σας με τη θρησκεία;

Πηγαίνω στην εκκλησία. Νιώθω ότι η πίστη στον Θεό, η πίστη σε κάτι ανώτερο είναι η προσπάθεια του να είμαστε καλύτεροι άνθρωποι.

Αλλά, ο καλύτερος άνθρωπος είναι αυτός που προσπαθεί να βελτιώσει τον εαυτό του, όχι αυτός που θέτει ένα εκατομμύριο απαγορεύσεις στους υπόλοιπους.

Αυτή είναι η διαφωνία μου με τις όλες τις θρησκείες, όταν γίνονται πολύ αυστηρές και θέτουν απαγορεύσεις που δεν μπορούν να βρουν βάση στην κοινωνία του 2019. Δε μένω στους τύπους και τα τελετουργικά.

Αν (η θρησκεία) μπορεί να είναι οδηγός στο να γίνεται κάποιος καλύτερος, τότε αυτό είναι εξαιρετικό. Για μένα η θρησκεία είναι αγάπη, να αγαπάς τον άλλον έτσι όπως είναι.

Σχετικά με τους ρόλους που δημιουργήσατε και υποδυθήκατε υπήρξαν δεύτερες σκέψεις; Δηλαδή, για έναν εσωστρεφή άνθρωπο, όπως έχετε πει ότι είστε, υπήρξε ο »φόβος» ότι μπορεί να απεμπολήσετε κατά κάποιον τρόπο ένα κομμάτι της ζωής σας;

Δεν ξέρω, δε νομίζω, όχι! Το ξεχώριζα πολύ, το ποιος είμαι εγώ και ποιος είναι ο δες χαρακτήρας που υποδύομαι, και μου άρεσαν αυτοί οι χαρακτήρες, μπορώ να πω ότι τους αγάπησα, με κάποιους αισθάνομαι ότι έχω πολλά κοινά, με κάποιους άλλους όχι τόσο.

Νομίζω ότι έγινε »παρεξήγηση» που οι περισσότεροι, λόγω της μεγάλης επιτυχίας του Παρά Πέντε, πίστεψαν ότι είμαι σαν τον Σπύρο, που δεν ισχύει…

Μπορώ να πω ότι ήταν ο πιο μακρινός από τους τρεις χαρακτήρες που έχω υποδυθεί.
Ωστόσο, έχουμε κάποια κοινά στοιχεία. Έχει μια συστολή που έχω και εγώ. Μέχρι εκεί θα έλεγα. Και είναι ένα καλό παιδί, ένας καλός άνθρωπος, κάτι που και εγώ προσπαθώ να είμαι.

Εκτιμώ το καλό και τους καλούς ανθρώπους, δεν εκτιμώ καθόλου αυτούς που δεν είναι, ακόμη και αν είναι ταλαντούχοι.

Κυρίως μέσω των σειρών που γράψατε έχετε αναδείξει τη διαφορετικότητα, ωστόσο υπάρχουν άνθρωποι που διατυπώνουν ρατσιστικές και προσβλητικές απόψεις. Επίσης είστε υπέρ στο να εκφράζεται ελεύθερα η άποψη του καθενός. Ποια είναι, λοιπόν, η στάση σας απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους, ώστε να υπάρχει μια ισορροπία ανάμεσα σε αυτά τα δύο;

Η λύση για να απαντήσουμε σε αυτούς τους ανθρώπους δεν είναι να μη μιλάς και να τους αφήνεις. Αυτό είναι το λάθος, το οποίο γίνεται στην Ελλάδα, σε αντίθεση με τις προηγμένες χώρες της Ευρώπης, όπου οι άνθρωποι μπορούν να είναι ο εαυτός τους.

Μπορούν να βγουν έξω και να πουν: Κύριοι, είμαι αυτός ο άνθρωπος, δεν ενοχλώ κανέναν, θέλω να εκφραστώ έτσι και να σας πω ποιον αγαπώ. Μπορούν να επενδύσουν κατά κάποιον τρόπο στην αγάπη.

Όποιος προσπαθεί να επενδύσει στο μίσος, να καταπιέσει και να ταπεινώσει τον άλλο, βρίσκει τοίχο, μια οργανωμένη κοινωνία που θα του πει ότι δεν έχει αυτό το δικαίωμα.

Αυτός είναι και ο λόγος που οι συγκεκριμένες χώρες έχουν καλυτερέψει το βιοτικό τους επίπεδο και έχουν αναπτύξει περισσότερο τις τέχνες.

Το να μισείς κάποιον για την ηλικία, το φύλο, το χρώμα, τη σεξουαλικότητά του δεν είναι ελευθερία έκφρασης. Είναι απλώς μίσος.

Κάποιοι δεν το έχουν καταλάβει… Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι εγώ θα παραμείνω σιωπηλός, θα μιλάω δυνατά μέχρι να το καταλάβουν. Η κλειστή πόρτα που έχω απέναντί τους θα ανοίξει όταν αυτοί μπορέσουν να αποδεχτούν όλους τους ανθρώπους.

Όπως ανακοινώθηκε πρόσφατα, πρόκειται να μας διηγηθείτε μια ιστορία αυτή τη φορά μέσω του θεάτρου και όχι μέσω της τηλεόρασης, όπως μας έχετε συνηθίσει. Ενώ στην αρχή ήσασταν αρνητικός ως προς το να γυρίσετε στην τηλέοραση τώρα δεν το αποκλείετε. Υπήρξε κάποιο γεγονός η αφορμή να το ξανασκεφτείτε;

Ήταν έμπνευση της στιγμής και αυτό. Θέλησα να πω μια ιστορία και αυτή η ιστορία τελειώνει μέσα σε μιάμιση ώρα, όσο διαρκεί μια παράσταση. Ήθελα να δοκιμάσω κάτι διαφορετικό.

Όσον αφορά στην τηλεόραση, ξέρω πως είναι να ξεκινά μια ιστορία από το 0. Τώρα, ήθελα να γράψω και να σκηνοθετήσω ένα θεατρικό έργο. Δε θα παίξω, θα το δω από κάτω πως φτιάχνεται και νιώθω ότι είναι μια νέα εμπειρία που θέλω πολύ να ζήσω. Πιστεύω ότι θα τα καταφέρω.

Πείτε μας λίγα λόγια για το έργο…

Είναι ένα αστείο έργο που έχει, όμως, και τη συγκίνησή του. Δεν είναι ένα έργο που έχει φτιαχτεί μόνο για να γελάσεις, αλλά και να σκεφτείς, να συγκινηθείς, να νοιαστείς πολύ αυτούς τους ανθρώπους που είναι πάνω στη σκηνή, να δεις ποια πράγματα αγγίζουν και εσένα.

Πιστεύω ότι ο θεατής θα ταυτιστεί, θα πει ότι το έχω ζήσει και εγώ αυτό, το έχω κάνει, μου το έχουν κάνει.

Στόχος μου είναι να φύγετε από εκεί και κάπου, σαν παρέα, στην »τρίτη πράξη», τη δική σας πράξη, να θελήσετε να συζητήσετε αυτό που είδατε. Να θυμηθείτε τα δικά σας περιστατικά, γιατί το έργο έχει να κάνει με τα αισθηματικά προβλήματα και όλα αυτά ιδωμένα από μια πιο αστεία πλευρά.

Όσον αφορά στην πολιτική, μιας και πλησιάζουν οι εκλογές, έχετε πει ότι το κόμμα που θα ψηφίσετε θα είναι αυτό που αποδεδειγμένα θα εξασφαλίσει ίσα δικαιώματα σε όλες τις κατηγορίες πολιτών ανεξαιρέτως. Αυτό δεν είναι λίγο «άδικο»; Να είναι δηλαδή αυτό το μόνο κριτήριο, πολλές φορές υπάρχει νομοθεσία, αλλά δεν εφαρμόζεται από τους πολίτες.

Το θέμα της πολιτικής είναι ένα πολύ δύσκολο θέμα και δεν ξέρω από που να το πιάσω. Όλο το οικοδόμημα του πολιτικού συστήματος είναι λάθος, από τα θεμέλιά του, δηλαδή όλα είναι στραβά και εμείς συζητάμε αυτή τη στιγμή για μια τέντα στον πέμπτο όροφο!

Δεν πρόκειται μόνο για την πολιτική, τα κόμματα, αλλά και για τους πολίτες και τον τρόπο με τον οποίο έχουν συνηθίσει να ψηφίζουν. Ενώ η σχέση πολίτη-κράτους θα έπρεπε να είναι μια φιλική σχέση, ο ένας βλέπει τον άλλο σαν εχθρό.

Νομίζω ότι αυτό που πρέπει να γίνει, εάν μπορέσει ποτέ να γίνει στην Ελλάδα είναι αφ’ενός οι πολιτικοί να είναι άνθρωποι που να τους ενδιαφέρει να κάνουν το καλό για τον τόπο τους και για τους Έλληνες πολίτες και αφ’ ετέρου οι Έλληνες πολίτες θα πρέπει να νοιάζονται για τον τόπο τους και όχι για το προσωπικό τους συμφέρον.

Όσο δεν υπάρχει μέριμνα για το κοινό καλό ούτε από τη μία ούτε από την άλλη πλευρά, δε θα προκόψουμε.

Μιλάω για το ιδεατό, έτσι όπως το φαντάζομαι, αλλά από που πρέπει να ξεκινήσει η ανακατασκευή, δε γνωρίζω.

Όταν μίλησα, λοιπόν, για ίσα δικαιώματα, ήταν μια προσπάθεια να μιλήσω και για το κοινό καλό. Θεωρώ ότι είναι μέσα στο κοινό καλό να αντιμετωπίζονται όλοι οι Έλληνες πολίτες με τον ίδιο σεβασμό και την ίδια εκτίμηση.

Κλείνοντας, λοιπόν, πείτε μας ποιό είναι το μότο σας;

Δεν ξέρω αν έχω. Πολλές φορές λέω το »δεν πειράζει» όταν γίνεται κάτι στραβά. Αισιόδοξος είμαι. Ίσως αξίζει να πω το μότο που είχα κάποτε.

Ήθελα να δουλεύω με όποιον θέλω, όποτε το θέλω και για όσο θέλω. Και αυτό δε δείχνει μια τεμπελιά ή φυγοπονία γιατί το όσο θέλω μπορεί να είναι 20 ώρες την ημέρα, τόσο έπαιρνε όταν κάναμε το Παρά Πέντε(!).

Δείχνει μια τάση να παντρέψω τη ζωή με τη δουλειά και τη δουλειά με τη ζωή. Ήθελα η δουλειά να είναι ένα όμορφο και αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου. Όσον αφορά στο όποιον θέλω, επιλέγοντας τους συνεργάτες, τους ανθρώπους με τους οποίους περνούσα μαζί αρκετές ώρες την ημέρα, διασφάλιζα την ψυχική μου ισορροπία.

Ευχαριστούμε πολύ τον Γιώργο Καπουτζίδη για την όμορφη συνέντευξη!

Σχόλια