Μέσα από το έργο του Σάμιουελ Μπέκετ »Περιμένοντας τον Γκοντό», το άχρονο γίνεται διαχρονικό, το συναίσθημα της αναμονής επίκαιρο και η διαφυγή από την απραξία, πιο αναγκαία από ποτέ.

Πρόκειται για ένα έργο, που γράφτηκε το 1948, μετά από τους δύο καταστρεπτικούς για τον κόσμο πολέμους.

Η θεατρική συνθήκη είναι απλή. Δύο κλοσάρ, συναντιούνται κάθε μέρα στο ίδιο σημείο και περιμένουν έναν τύπο, ονόματι Γκοντό. Ο Γκοντό όμως δεν έρχεται, γιατί ο Γκοντό δεν υπάρχει. Υπάρχουν μόνο δύο άνθρωποι που περιμένουν γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς.

Για να γεμίσουν το χρόνο τους, επινοούν ανόητα παιχνίδια.

-Πάμε να φύγουμε. -Δεν μπορούμε. -Γιατί; -Περιμένουμε το Γκοντό -Α, ναι.-Πάμε να φύγουμε. -Δεν μπορούμε. -Γιατί; -Περιμένουμε το Γκοντό -Α, ναι.

Η αυτοκτονία τους έχει περάσει από το μυαλό, αλλά την αναβάλουν έχοντας την πίστη ότι ο Γκοντό θα έρθει και θα αλλάξει την ζωή τους. Οι ίδιοι δεν μπορούν να την αλλάξουν.

Το σκηνικό αφαιρετικό επιβεβαιώνει το άχρονο της υπόθεσης. Το μόνο που υπάρχει στη σκηνή είναι ένα δένδρο. Σύμβολο της ζωής και του θανάτου. Τίποτα δεν κινείται, παρά μόνο ο χρόνος, ο οποίος μοιάζει να σταματά, καθώς δεν γίνεται αντιληπτός από τους χαρακτήρες.

Είμαι στο αστικό και κοιτάω γύρω μου. Άνθρωποι σκυφτοί που περιμένουν στη στάση ενός λεωφορείου, σε μια διάβαση, σε ένα φανάρι. Το μόνο που κάνουν στη ζωή τους είναι να περιμένουν.

Ο Καθένας απ’ αυτούς μου θυμίζει τους δύο ήρωες του έργου, τον Βλαντιμίρ και τον Εστραγκόν.

Περιμένουν για να υπάρχουν ή υπάρχουν για να περιμένουν;

Σύμφωνα με τον Γκύντερ Άντερς, η πράξη είναι μία έννοια που αμφισβητείται στις μέρες μας όλο και περισσότερο, γιατί εκατομμύρια άνθρωποι, που ενεργούν καθημερινά, νιώθουν όλο και περισσότερο πως είναι αντικείμενα της πράξης κάποιων άλλων.  Ενεργούν, χωρίς να αποφασίζουν το στόχο των ενεργειών τους ή χωρίς να ξέρουν καν ποιος είναι αυτός ο στόχος.

Έτσι η πράξη μετατρέπεται σε παθητικότητα και η παθητικότητα με τη σειρά της οδηγεί στην έλλειψη πρωτοβουλίας και το αίσθημα της αναμονής όλο και περισσότερο αυξάνεται, όλο και περισσότερο σε πνίγει.

Μια ζωή στάσιμη. Μια ζωή από συνήθεια, που ο χρόνος έχει σταματήσει να κυλάει και για να τον αντιληφθούμε χρειαζόμαστε μια τηλεόραση ή ένα ραδιόφωνο να παίζουν ασταμάτητα.

Αυτό ακριβώς πραγματεύεται και το έργο του Μπέκετ. Με τον κατακερματισμένο λόγο του και την συνεχή επανάληψη ο χρόνος φαίνεται να σταματά. Οι δύο άνθρωποι στέκουν στη μέση της σκηνής ασάλευτοι. Δύο κλόουν που έχουν παραλύσει. Γιατί δεν μπορούν να αντιδράσουν.waitingforgodot

Εσύ, μπορείς;

Σχόλια