Ένα βιβλίο της Marguerite Yourcenar σε ήσσονα κλίμακα για την επανάσταση του έρωτα ή για τον έρωτα ως επανάσταση…

«Je pleurai à l’idée que la vie fût si simple, et serai si simple si nous étions nous-mêmes assez simples pour l’accepter». 

Alexis, Marguerite Yourcenar

Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η λογοτεχνία του ομοερωτισμού βυθομετρά την δική της διακριτή παράδοση στην ελλόγιμη Δύση. Με αφετηριακό σημείο συστηματικού ενδιαφέροντος το τέλος του 19ου αιώνα όταν και τα ομοφυλόφιλα άτομα και σώματα τίθενται υπό το εξεταστικό μικροσκόπιο των επιστημών της ιατρικής και του δικαίου αλλά και απαρτίζουν μαζί με την υστερική γυναίκα και τον αυνανιζόμενο άνδρα το τρίπτυχο των φοβικών εικόνων του fin de siècle.

Αρκεί ενδεικτικά να κορφολογήσουμε τον Oscar Wilde ή στα οικειότερα καθ’ημάς τον Κ.Π. Καβάφη, τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, την Ντόρα Ρωζέτη αλλά και αργότερα τον Auden, τον Dotty, τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, τον Γιώργο Ιωάννου.

Όταν πλέον η ομοφυλοφιλία αξιοθετείται στα πλαίσια των προνομιακών πεδίων ενδιαφέροντος της (μετα)μοντερνικότητας: της σεξουαλικότητας, του σώματος, της ετερότητας.

marguerite-yourcenar-9Με ασφάλεια, λοιπόν, μπορούμε να πούμε ότι στη δοκιμαστική και μονάχα ενδεικτική απόπειρα μυθολόγησης της ομοερωτικής λογοτεχνίας βρίσκει τη θέση του ο Αλέξης, το πρώτο μυθιστόρημα της Marguerite Yourcenar (Yourcenar, αναγραμματισμός του Crayencour) που εκδίδεται στα 1929. Το ολιγοσέλιδο αυτό έργο συνίσταται στην μια και μοναδική αυτοβιογραφική επιστολή του εικοσιτετράχρονου ομώνυμου ήρωα (και συνομηλίκου της δημιουργού του) στην σύζυγό του Monique, προκειμένου να της εκθέσει τους λόγους για τους οποίους την εγκαταλείπει.

Ο τόπος και ο χρόνος σημαίνονται εξαρχής: η Αυστρία λίγο πριν το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Όπως είναι αναμενόμενο, η συγγραφέας χρησιμοποιεί την αφηγηματική χειρονομία της αναδρομής προκειμένου να επιτρέψει στον Αλέξη να ανατρέξει στο παρελθόν του (παιδικά, μαθητικά και ενήλικα χρόνια). Mε στόχο να τεκμηριώσει την τελική λύση τόσο του γάμου του όσο και της προσωπικής του μάταιης προσπάθειας, οιονεί μιας επιστολικής apologia pro vita sua έως την στιγμή που θα ανοίξει την πόρτα και θα φύγει, σαν την ιψενική Νόρα.

Ο λόγος της σιωπής/ Η σιωπή του λόγου και η ομοφυλοφιλία

Το πόνημα της Yourcenar έχει χαρακτηριστεί ως το «πορτραίτο μιας φωνής».

Πράγματι, διαβάζοντας κανείς την απολογία του -ευγενή και απόμακρου μεν στην έκφρασή του αλλά πάντοτε ειλικρινή- Αλέξη ακούει ένα μουρμούρισμα, εν είδει ενός ψιθυρίσματος στο αυτί, μια ραφιναρισμένη γλώσσα γεμάτη εγκράτεια, νηφαλιότητα και μέτρο –όπως άλλωστε είναι ίδιον των έστω και ξεπεσμένων ευγενών των αρχών του 20ου αιώνα- η οποία συμπυκνώνει την τέχνη της γραφής σε μια «ήσσονα φωνή».

Αυτή η écriture à voix basse συναρμόζεται με τις «λέξεις που λεν και κρύβουν», με την αισθητική του μισοφωτισμένου, της εν μέρει αποκάλυψης, ενός στυλ γραφής εντελώς μοντέρνου και καθολικά αναγνωρίσιμου.

Ο Αλέξης δεν αναγνωρίζεται πουθενά ρητά ως ομοφυλόφιλος, ωστόσο, η ομοφυλοφιλία του δεν αποσιωπάται αλλά υποκαθίσταται από όρους όπως «ροπή» (inclination), «ένστικτο» (instict), «λόγος ψυχολογικός» (raison psychologique), «πόθος ανθυγιεινός» ή ακόμη και «εγκληματικός» (désir malsain/criminel). Μάλιστα οι ερωτικές του επαφές αποσιωπούνται σχεδόν εξολοκλήρου ενώ οι ανδρικές φιγούρες είναι ως
επί το πλείστον απούσες και κρυπτικές στο χρονικό της αφήγησής του.

91x4tyoxmzlΣτον αντίποδα βρίσκεται η χορεία των γυναικών οι οποίες επιδρούν καταλυτικά στην πορεία της ζωής του και για τις οποίες διαπιστώνουμε την επιμελή σύνταξη ενός αληθινού εγκωμίου.

Γεγονός που έχει ερμηνευτεί ως μια αιτιακή απόδοση της ομοφυλόφιλης εκδήλωσής του, αντίληψη σαφώς παρωχημένη για την οποία και η ίδια η Yourcenar εξέφρασε εκ των υστέρων τους ενδοιασμούς της ως προς την ανάδειξη μιας ατομικής περίπτωσης σε αρχέτυπο για την εξήγηση της σεξουαλικότητας.

Ως εκ τούτου, τον ήρωα διαποτίζουν πολλά από τα λεγόμενα έμφυλα γυναικεία χαρακτηριστικά: εύθραυστης υγείας, ευαίσθητος, καλλιτέχνης μουσικός, δακρύεις (larmoyant), ακατάλληλος για πρακτικές ενασχολήσεις, χαμηλών αντιστάσεων και αδύναμος απέναντι στη ζωή.

Εν ολίγοις η ομοφυλοφιλία του βιώνεται λάθρα, μοναχικά, πνιχτά, ενοχικά (λόγω και της έντονης παρουσίας της καθολικής ηθικής και του φόβου της αμαρτίας) αλλά και βασανιστικά σωματικά.

Εντούτοις, η γραφή ως απόπειρα άρθρωσης επικοινωνιακού λόγου και δη η επιστολή προκαλεί την επισφραγιστική ρωγμή σε αυτή την κατάσταση πνιγμονής.

Οι λέξεις μπορεί να σιωπούν αλλά ακόμα και τότε μπορούν και προδίδουν, ανοίγουν, εκθέτουν και μας κάνουν να κρυφακούσουμε αυτήν ακριβώς την ίδια ευγλωττία της σιωπής.

Το κείμενο πλέον δεν μιλάει για το πάνω ή το κάτω από τις λέξεις αλλά για το ενδιάμεσο που συντρίβει, δίκην συμπληγάδων βράχων, όπως ακριβώς συντρίβεται και ο ήρωας.

Παρ’ όλο που ευθύς από την πρώτη σελίδα ο ίδιος μας ανακοινώνει την δυσπιστία του απέναντι στις λέξεις λέγοντας ότι «Συχνά διάβασα ότι τα λόγια προδίδουνε τη σκέψη» (J’ai lu souvent que les paroles trahissent la pensée) υπενθυμίζοντάς μας παράλληλα διαρκώς ότι δεν γνωρίζει πώς να συντάξει αυτό το γράμμα, διαπιστώνουμε ότι γράφοντας το μαθαίνει και εγγράφει τον ίδιο τον εαυτό του.

Ο λόγος, λοιπόν, δεν συσκοτίζει μονάχα αλλά γίνεται και μέσω ενδοσκόπησης, συγκρότησης και παραδοχής της ταυτότητας που οδηγεί στην πολυπόθητη απελευθέρωση (libération).

Στην επιστολή αυτή που περιδινείται ανάμεσα στην έλξη και στην άπωση, στην σιωπή και στην ομιλία, στην απόκρυψη και στην αποκάλυψη, στην απόσβεση και στην εγγραφή, στην αλλοτρίωση και στην ταυτότητα, μπορούμε να δούμε το λεγόμενο «come out» του Αλέξη. Το σπάσιμο του φράγματος του ψέματος και της άρνησης, την δεύτερη μεγάλη επανάστασή του ανάμεσα στην πρώτη της ατομικής παραδοχής και την τρίτη της διάλυσης του γάμου του.

Άλλωστε, σε όλη αυτή του την προσπάθεια δεν θέλει να εξηγήσει (expliquer) αλλά απλώς να γίνει κατανοητός (se faire comprendre)  από την Μonique και κατ’ επέκταση από όλους τους άλλους (των αναγνωστών συμπεριλαμβανομένων). Με τα λόγια του ίδιου:

«Προτιμώ ακόμη  περισσότερο το λάθος (αν πρόκειται για ένα τέτοιο) παρά μια άρνηση του εαυτού μου που βρίσκεται τόσο κοντά στην παραφροσύνη».

Η Yourcenar στον πρόλογο που συνέταξε η ίδια για το έργο αναφέρει ότι «Le monde des réalités sensuelles est barré des prohibitions dont les plus dangereuses sont peut-être celles de la langue» («Ο κόσμος της πραγματικότητας των αισθήσεων είναι φραγμένος από απαγορεύσεις εκ των οποίων οι πιο επικίνδυνες είναι ίσως αυτές της γλώσσας»).

Μολαταύτα, διαπιστώνουμε ότι ναι μεν η συγγραφέας στηλιτεύει την επιτελεστικότητα της γλώσσας που περιστέλλει άτομα, σώματα και δράσεις αλλά άμα και την αποσαρθρώνει και την επαναδραστηριοποιεί ανασημασιοδοτικά κερδίζοντας μάλιστα το στοίχημα μιας έκφρασης μακριά από τη Σκύλα της αισχρολογίας και την Χάρυβδη του επιστημονισμού και ενός κειμένου σε ένταση ανάμεσα στο ρασιοναλιστικό και γενικευτικό είδος της πραγματείας και σε αυτό της ατομικής μύχιας εξομολόγησης, μεταχειριζόμενη φόρμες απλές όσο και ποιητικές μαζί με διάσπαρτα φιλοσοφικά ρινίσματα.

Η μουσική (α)συμφωνία του αστικού γάμου

Αντικειμενικά ιδωμένος ο «μύθος» του Αλέξη δεν αποτελεί παρά μια «σκηνή από έναν γάμο» (για να παραπέμψουμε στην γνωστή ταινία του Ingmar Bergman) και μάλιστα την τελευταία πράξη  τούτου του δράματος· δηλονότι, το κείμενο αποτελεί μια επιστολή χωρισμού, ένα γράμμα ρήξης, κάτι που μας δείχνει την ανάστροφη πλευρά της επικοινωνιακής επιστολικής γραφής: όχι μόνο φτιάχνει γέφυρες αλλά και της γκρεμίζει με μια ύστατη επιτάφια εκφώνηση.

Πολύ μελάνι χύνεται για την «καλοσύνη» και την «αρετή» της Monique, ωστόσο, οφείλουμε να παραδεχθούμε πώς τα εκπεφρασμένα συναισθήματα ταιριάζουν περισσότερο προς μια μητρική ή αδελφική φιγούρα παρά για μια σύζυγο, για ένα αντικείμενο του ερωτικού πόθου.

267a0bbddeb7bef8fb8fb0b7389c6475«Σας ζητώ συγγνώμη, όσο πιο ταπεινά γίνεται, όχι που σας εγκαταλείπω αλλά που έμεινα τόσο πολύ»:

Με αυτή την φράση θα τελειώσει την επιστολή του ο Αλέξης, μαζί με αυτήν τον γάμο του αλλά και αυτόματα θα διαρρήξει δραστικότατα και διττά το κατεστημένο μιας εποχής.

Πρόκειται αφενός για ένα πλήγμα στον λεγόμενο «αστικό γάμο» από συμφέρον (εν προκειμένω ανάμεσα σε έναν ξεπεσμένο ευγενή και σε μια κοπέλα εύπορης οικονομικά οικογένειας)  ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, στο συλλογικό φαντασιακό βρίσκεται συχνά στον αντίποδα του προλεταριακού έρωτα, και αφετέρου σε ένα καθεστώς βιοπολιτικής (ρυθμιστικός τρόπος της ανθρώπινης ζωής μέσα από την υποβολή και τον συμβιβασμό σε συγκεκριμένες πρακτικές του βίου) το οποίο καλά κρατεί έως σήμερα.

Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι ο υπότιτλος του βιβλίου είναι «η συγγραφή του μάταιου αγώνος» (le traité du vain combat) το οποίο μπορεί να σημάνει διαφορετικά μονοπάτια ερμηνειών τα οποία βέβαια συνοψίζουν την πυρηνική ιδέα: ο άγονος αγώνας απέναντι στην άρνηση της ατομικής σεξουαλικότητας; Απέναντι στην προσπάθεια να συντηρήσεις έναν γάμο που καρκινοβατεί; Απέναντι εν γένει στην ίδια τη ζωή ή ακόμη ανάμεσα στην σάρκα και το πνεύμα;

Πράγματι, ο ήρωας τραυματίζεται από μια μαρτυρική ταλάντευση ανάμεσα σε ένα σώμα που επιθυμεί και σε μια ψυχή/νου που αρνείται χρησιμοποιώντας ηθικοχριστιανικά άλλοθι.

Η σχάση ανάμεσα στα δύο δείχνει το ανεπούλωτο βάθος της στην παραδοχή του Αλέξη ότι δεν έχει αγαπήσει ποτέ αποδεικνύοντας ότι σώμα και πνεύμα είναι αδιάλυτα συνδεδεμένα κι ότι η καταπίεση των ενστίκτων συνεπάγεται την ασφυξία της ψυχής.

Τι είναι, όμως, αυτό που θα γεφυρώσει όσα έχουν έρθει σε διάσταση;

Η απάντηση στο ερώτημα είναι η μουσική, η τέχνη που θεραπεύει ο ήρωας και η οποία όντας, όπως λέει ο Ουγκώ, σκεπτόμενος θόρυβος («bruit qui pense») θα φέρει τον ήρωα σε επαφή με τις βαθύτερες sensations του και μακριά από την αδυναμία και την απάτη που σφραγίζουν την χρήση των λόγων θα τον οδηγήσουν σε μια εκστατική στιγμή στο «απονενοημένο διάβημα», από την κόλαση των δυο εαυτών στην λύτρωση του ενός όλου.

Υπό αυτό το πρίσμα μπορούμε να αντιληφθούμε και την τηρουμένων των ανολογιών αυτοαναφορική διάσταση του έργου: ένα έργο τέχνης που στοχάζεται επί της επενέργειας μιας άλλης τέχνης.

Εν κατακλείδι, λοιπόν, όταν κάνουμε λόγο για τον ήρωα της Yourcenar κατ’ ουσίαν κάνουμε λόγο για έναν επαναστάτη σε ήσσονα κλίμακα, για έναν άνθρωπο που αρθρώνει ένα ψιθυριστό non serviam απέναντι στην κοινωνία, στην θρησκεία και στους ίδιους αγαπημένους του προκειμένου να μείνει πιστός στην δική του αλήθεια,  επιλέγοντας την ακεραιότητα του εαυτού όταν όλες οι συνθήκες φαίνεται να τον κατακερματίζουν. Με τα δικά του λόγια:

«Μη γνωρίζοντας πώς να ζήσω σύμφωνα με την τρεχάμενη ηθική, προσπαθώ τουλάχιστον να μείνω πιστός στην δική μου»

Σημείωση: Για την σύνταξη του ανωτέρω χρησιμοποιήθηκε η γαλλική έκδοση του Alexis του 1971 από τις εκδόσεις Gallimard. Ως εκ τούτου οι έστω και πρόχειρες μεταφράσεις των αποσπασμάτων αποδίδονται στον υπογράφοντα. Στα ελληνικά: Μαργκεριτ Γιουρσεναρ, Αλέξης, μτφρ. Ιωάννα Δ. Χατζηνικολή, Αθήνα: Χατζηνικολή, 1991, σ.95.

Σχόλια