Η παραπάνω είναι πλέον καθιερωμένη φράση που χρησιμοποιείται ακόμα και μεταφορικά για να αποδώσει μια τάση που τείνει να εξαπλωθεί και να επηρεάσει υψηλό αριθμό μαζών. Αφού η ανθρωπότητα καταπολέμησε την νόσο των τρελών αγελάδων, την νόσο των πουλερικών και την νόσο των χοίρων καλείται να αντιμετωπίσει ξανά ακόμη έναν θανατηφόρο  ιό, εκείνο του Έμπολα. Ωστόσο το εύλογο ερώτημα που τίθεται από τους καχύποπτους ενδιαφερόμενους και προβληματισμένους πολίτες, οι οποίοι στο παρελθόν είχαν υποπέσει σε φαρμακευτικές πλεκτάνες, είναι κατά πόσο αυτή η νόσος αποτελεί όντως εστία θανατηφόρου κινδύνου ή αποτελεί ακόμη ένα παιχνίδι συμφερόντων μεταξύ των μεγάλων φαρμακευτικών μονάδων. Ουκ ολίγες φορές προσπάθησαν στο παρελθόν οι «Μεγάλες Δυνάμεις» της σύγχρονης κοινωνίας να επωφεληθούν από τον λαό εξαπλώνοντας τον φόβο, στο πιο ευαίσθητο σημείο του ανθρώπου, την υγεία.

Η «ουσία» του ιού                                                

Αγνοώντας εν μέρει το «παιχνίδι συνωμοσίας» που πιθανολογείται από ορισμένους ότι υπάρχει, επιστήμονες σε ΗΠΑ, Γαλλία όπως και σε πολλές άλλες χώρες που ο ιός έχει χτυπήσει την πόρτα, αναζητούν τρόπους καταπολέμησης του. «Δεν υπάρχει ειδική θεραπεία για την ασθένεια» δηλώνουν οι επιστήμονες προσδιορίζοντας την μη σαφή προέλευση και την κυτταρική επιρροή του ιού. Σύμφωνα με τις ως τώρα διαγνώσεις ο ιός που πληγεί ολοένα και περισσότερες χώρες, μπορεί να μεταδοθεί έπειτα από επαφή με το αίμα ή με τα υγρά του σώματος κάποιου μολυσμένου ζώου (κυρίως πίθηκοι ή φρουτοφάγα χειρόπτερα). Όπως διευκρινίζεται, δεν έχει τεκμηριωθεί η διάδοση μέσω του αέρα στο φυσικό περιβάλλον αλλά μόλις επέλθει μόλυνση σε ανθρώπινο οργανισμό, η νόσος μπορεί να εξαπλωθεί και μεταξύ των ανθρώπων. Οι άντρες επιζώντες από την πλευρά τους είναι σε θέση να μεταδώσουν τη νόσο μέσω του σπέρματος επί σχεδόν δύο μήνες. Για να γίνει η διάγνωση, συνήθως εξαιρούνται πρώτα άλλες ασθένειες με παρόμοια συμπτώματα.

Οι μελέτες που έχουν διεξαχθεί με μοναδικό σκοπό την αντιμετώπιση του ιού, φέρνουν στο φως της δημοσιότητας τα υψηλά ποσοστά θνησιμότητας τα οποία ανέρχονται στο 50% έως και 90% των ατόμων που μολύνονται από τον ιό να καταλήγουν συνήθως στον θάνατο, ιδιαίτερα σε τροπικές περιοχές της Υποσαχάριας Αφρικής. Η νόσος θέτει χρονολογικά τις αρχικές της εμφανίσεις εν έτη 1976 και ως το 2013 έχουν μολυνθεί λιγότερα από 1.000 άτομα ανά έτος. Παρά ταύτα, το φετινό έτος σημειώθηκε έξαρση του ιού Έμπολα έχοντας ως πόλο έλξης πόλεις όπως τη Γουινέα, τη Σιέρα Λεόνε, τη Λιβερία και τη Νιγηρία. Βάση των ποσοστιαίων προσεγγίσεων  τον Αύγουστο του 2014 έχουν εντοπιστεί περισσότερα από 1.600 κρούσματα εντείνοντας την ανάγκη για μεγαλύτερη προσπάθεια με στόχο την άμεση εύρεση του εμβολίου του ιού. Εν τούτοις, στις προσπάθειες για παροχή βοήθειας σε άτομα που έχουν μολυνθεί περιλαμβάνονται είτε η από του στόματος θεραπεία ενυδάτωσης.

Τρόποι μετάδοσης

Ορισμένες ερευνητές υποστηρίζουν πως οι πρακτικές ενταφιασμού στη δυτική Αφρική είναι ο κύριος παράγοντας εξάπλωσης του ιού Έμπολα. «Οι νεκρώσιμες τελετουργίες συχνά περιλαμβάνουν το πλύσιμο του σώματος του νεκρού, το οποίο μπορεί ακόμη να μεταδώσει τον ιό, ή το να τον ακουμπούν και να τον φιλούν», διευκρίνισε χαρακτηριστικά ο Γιαν Μέντλοκ αναπληρωτής καθηγητής Βιοιατρικών Επιστημών του πανεπιστημίου του Όρεγκον, υπερτονίζοντας την ανάγκη παύσης των συγκεκριμένων εθίμων όπως παράλληλα και την εφαρμογή «επιθετικών» μέτρων σε όσους έχουν προσβληθεί από τον ιό. «Μια αλλαγή στις πρακτικές αυτές θα μπορούσε να συμβάλει στη μείωση του αριθμού των νέων κρουσμάτων», σημειώνει ο ίδιος. Παρόλα αυτά, τα ποσοστά κρουσμάτων αντισταθμίζονται μεταξύ τους δημιουργώντας δυσχερείς συνθήκες για τις έρευνες των επιστημόνων. Αναλυτικότερα, ενώ τα θύματα στη Λιβερία είναι 300 λιγότερα απ’ όσα είχαν αναφερθεί μέχρι σήμερα, από την άλλη πλευρά, η υγειονομική κρίση διατηρεί τα σκήπτρα της αφού προστέθηκαν περισσότεροι από 200 νεκροί στον απολογισμό για τη Σιέρα Λεόνε.

Οι μεταστάσεις και η τάχιστη μετάδοση του ιού έχει δημιουργήσει αντιξοότητες στην διεξαγωγή ορθών πειραματικών αποτελεσμάτων, καθώς όπως υπογραμμίζει και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), « Προσπαθούμε να ξεκαθαρίσουμε τα στοιχεία που διαθέτουμε καθώς οι εργαστηριακές εξετάσεις έδωσαν πολλές ψευδώς θετικές απαντήσεις: πολλούς «πιθανούς» και «ύποπτους» θανάτους από Έμπολα, που όμως διαπιστώθηκε τελικά ότι δεν οφείλονταν στον θανατηφόρο ιό». Ωστόσο, οι μελέτες για την αντιμετώπιση του συνεχίζονται σε Γαλλία και ΗΠΑ. Συγκεκριμένα, στις ΗΠΑ διεξάχθηκε έρευνα σε ποντίκια προσθέτοντας το στοιχείο πως οι γενετικοί παράγοντες διαδραματίζουν αποφασιστικό ρόλο στην αντίδραση που θα έχει ένας οργανισμός που προσβάλλεται από τον ιό Έμπολα. Γεγονός που σημαίνει ότι η  μετάλλαξη του ιού, εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά κάθε οργανισμός στη μόλυνση. Κάποιοι οργανισμοί  δηλαδή αντιστέκονται εντελώς στη μόλυνση, ενώ άλλοι έχουν συμπτώματα σχετικά ήπια και άλλοι πολύ σοβαρά που γίνονται αιτία θανάτου.

Πειράματα αντιμετώπισης

Οι επιστήμονες της Γαλλίας από την πλευρά τους, επιχείρησαν μια πειραματική εξέταση άμεσης διάγνωσης του ιού Έμπολα στη Γουινέα, και συγκεκριμένα ένα τεστ που θα δίνει αποτελέσματα σε 15 λεπτά. «Το διαγνωστικό τεστ εξπρές -που μοιάζει με το τεστ εγκυμοσύνης- θα κάνει τη μεγάλη διαφορά στην διάγνωση του ιού», επεσήμανε στο Παρίσι ο γάλλος επικεφαλής της εκστρατείας καταπολέμησης του Έμπολα, Ζαν Φρανσουά Ντελφρεσί. Προβάλλεται επίσης το αισιόδοξο μήνυμα πως όλο και περισσότερα στοιχεία, που δείχνουν ότι τα κράτη που μαστίζονται σήμερα από την επιδημία αιμορραγικού πυρετού Εμπολα μπορούν τελικά να την ξεπεράσουν ωστόσο, «θα αποτελούσε μεγάλο λάθος να θεωρηθεί από οποιονδήποτε ότι η επιδημία βρίσκεται υπό έλεγχο» υπογραμμίζει ο αναπληρωτής γενικός διευθυντής του διεθνούς υγειονομικού οργανισμού, κ. Αϊλγουόρντ. Την ίδια στιγμή όμως τα τελευταία στοιχεία που διαθέτει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, καταδεικνύουν ότι οι νεκροί που έχουν προσβληθεί από τον ιό ανέρχονται σε περίπου πέντε χιλιάδες, ενώ, τα κρούσματα αιμορραγικού πυρετού υπολογίζονται σε 13.703.Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον Μάικλ Κάτζε, αποκαλύπτουν ορισμένα από τα αποτελέσματα των ερευνών τους διευκρινίζοντας πως «Για ηθικούς λόγους μέχρι σήμερα, οι εργαστηριακές μελέτες πάνω στον ιό έχουν περιοριστεί σε πειραματόζωα».

Ως βασικό συμπέρασμα των ερευνών προκύπτει πως στα διαφορετικά γονίδια, είναι δυνατό να υπάρξει ένα είδος φυσικής ανοσίας έναντι του ιού Έμπολα, καθώς ορισμένα πειραματόζωα εμφάνισαν πλήρη ανθεκτικότητα έναντι του ιού, μερικά ξεπέρασαν γρήγορα την ασθένεια, χωρίς ιδιαίτερα συμπτώματα, ενώ πολλά άλλα αρρώστησαν σοβαρά. «Όλα τα ποντίκια έχασαν βάρος κατά τις πρώτες ημέρες της λοίμωξης, όμως, σχεδόν το 20% όχι μόνο επιβίωσαν, αλλά επιπλέον επανέκτησαν πλήρως τα χαμένα κιλά τους μέσα σε δύο εβδομάδες» σημειώνουν οι ειδήμονες, ενώ συμπληρώνουν ότι «Το «κλειδί» φαίνεται να είναι η αντίδραση των γονιδίων που εμπλέκονται στην επιδιόρθωση των αιμοφόρων αγγείων και στην παραγωγή των λευκοκυττάρων, των βασικών αμυντικών «όπλων» του ανοσοποιητικού συστήματος. Σε όσους πεθαίνουν από τον Έμπολα, τα γονίδιά τους προωθούν τη φλεγμονή των αιμοφόρων αγγείων και τον γρήγορο θάνατο των υγιών κυττάρων, ενώ αντίθετα σε όσους έχουν μεγαλύτερη έμφυτη ικανότητα αντίστασης, τα γονίδιά τους ευνοούν την «επιδιόρθωση» των αγγείων και την παραγωγή περισσότερων λευκοκυττάρων».

Βρετανοί επιστήμονες από την πλευρά τους, συμφώνησαν πως το πόσο θανατηφόρος θα αποδειχτεί ο ιός, εν μέρει εξαρτάται από τα γονίδια του ασθενούς. Επεσήμαναν όμως ότι, «Με δεδομένη την μεγάλη γενετική ποικιλομορφία των ανθρώπων, αποτελεί ερώτημα κατά πόσο η νέα έρευνα μπορεί πράγματι να οδηγήσει σε σωστή και πρακτικά χρήσιμη αξιολόγηση του ρόλου των ανθρωπίνων γονιδίων, όσον αφορά τον Έμπολα». Ωστόσο σύμφωνα με τα ποσοστά που καταγράφονται διεθνώς, Περίπου 13.700 περιστατικά Έμπολα έχουν καταγραφεί και αυτά σχεδόν τα 5.000 υπήρξαν θανατηφόρα. Ακόμα και αν οι ερευνητές εκτίμησαν ότι όσοι άνθρωποι κατάφεραν να επιζήσουν μέχρι σήμερα, έχουν μια φυσική ικανότητα αντίστασης στον οργανισμό τους λόγω διαφορετικού γονιδιώματος, σημείωσαν παράλληλα πως «στο κατά πόσο θα ζήσει ένας ασθενής με Έμπολα, θα εξαρτηθεί και από διάφορους μη γενετικούς παράγοντες, όπως η ηλικία του, η γενικότερη κατάσταση της υγείας του τη στιγμή της λοίμωξης, το επίπεδο των ιατρικών και νοσοκομειακών υπηρεσιών στη χώρα του» γεγονός που θέτει υψηλό βαθμό δυσκολίας στην εύρεση του τρόπου αντιμετώπισης της επιδημίας.

 

 

Σχόλια