Η εγκληματικότητα είναι ένα σύνολο παραβάσεων και παραβατών – εγκλημάτων και εγκληματιών – καταρχήν όπως ορίζονται και σημαίνονται-στιγματίζονται από το Ποινικό Δίκαιο. Όμως, πέρα από αυτά που προβλέπονται από το Ποινικό Δίκαιο, η εγκληματικότητα είναι και πολλά άλλα. Μάλλον, χωρίς αυτά τα «πολλά άλλα», η κοινωνική σημασία και η χρησιμότητα της εγκληματικότητας για την εξουσία θα ήταν σημαντικά υποβαθμισμένες. Όχι μόνο από μεγάλη μερίδα του πληθυσμού αλλά και από ειδικούς επιστήμονες, η εγκληματικότητα προσλαμβάνεται φετιχιστικά σαν ένα Κακό. Περισσότερο ή λιγότερο Κακό από κάποια άλλα, αλλά πάντως Κακό, ένα Μείζον Κακό αν δεχτούμε ότι η κοινωνία (ως έχει) δεν είναι δυνατό να απαλλαγεί από αυτό αλλά μόνο να το περιορίσει (ως έχει). Σ` αυτό το πλαίσιο, η εγκληματικότητα δεν κατανοείται ως άθροισμα δράσεων που επιλέγονται από τους διάφορους νομοθέτες για να ορισθούν ως εγκληματικές και να ποινικοποιηθούν αλλά σαν μια κακή οντότητα που οι εγκληματικές δράσεις των φορέων της αποτελούν εκδηλώσεις, εκδοχές, παραδείγματα και αποδείξεις της ευρύτερης δράσης της.

Τον τελευταίο καιρό στην Ελλάδα η εγκληματικότητα τείνει να αυξάνεται. Ακριβέστερα, αφού η εγκληματικότητα δεν αυτοπαρουσιάζεται, αυτό υποστηρίζεται από πολυάριθμους διαμορφωτές της κοινής γνώμης και υποστηρίζεται ή δεν διαψεύδεται από σχετικούς επιστήμονες. Πρόθεση του άρθρου δεν είναι να υποστηρίξει ότι δεν υπάρχει αύξηση ή ότι υπάρχει μείωση (των ή κάποιων) μεγεθών της εγκληματικότητας. Είναι, αρχικά, να διατυπωθούν κάποιες ενστάσεις και επιφυλάξεις για τους όρους της προσέγγισης της εγκληματικότητας, αφού κατά κανόνα οι όροι προσέγγισης ορίζουν και το σχετικό αποτέλεσμα. Στη συνέχεια, να κατατεθεί μια απάντηση σχετικά με το ποια εγκληματικότητα αυξάνεται και τις κοινωνικές κατηγορίες που αποτελούν τους κύριους φορείς της (για τα «κύματα αύξησης της εγκληματικότητας»).

 

Φάσεις και κριτήρια της εγκληματικότητας

Για να ξέρουμε για τι μιλάμε, όταν κάνουμε λόγο για μια αύξηση (ή μείωση) της εγκληματικότητας πρέπει να διευκρινιστούν δύο σημαντικά ζητήματα: Ποιες φάσεις της εγκληματικότητας αυξάνονται (ή μειώνονται) και με ποια κριτήρια ορίζεται η αύξηση (ή μείωση) αυτή. Το πρώτο ζήτημα σχετικά με τους όρους προσέγγισης της εγκληματικότητας, το ποιες φάσεις της εγκληματικότητας αυξάνονται, αφορά σε κάτι που έχει αποφασιστική σημασία αλλά πολύ συχνά ξεχνιέται ή παρακάμπτεται:

(1) Αυξάνεται η εγκληματικότητα με βάση τις αντικοινωνικές δράσεις σε όρους κοινωνικής δικαιοσύνης παρά ποινικής δικαιοσύνης; Είτε αυξάνονται είτε όχι, οι αντικοινωνικές δράσεις σε όρους κοινωνικής δικαιοσύνης, εφόσον δεν ορίζονται από την ποινική δικαιοσύνη ως εγκλήματα, δεν αποτελούν εγκλήματα.

(2.1) Αυξάνεται η εγκληματικότητα με βάση τις αντικοινωνικές δράσεις που ο ποινικός νόμος επιλέγει να ορίζει ως εγκληματικές;

(2.2) Ή και άλλες δράσεις που πολλοί (και) εγκληματολόγοι ή νομικοί θα αρνούταν να θεωρήσουν ως αντικοινωνικές ή εγκληματικές αλλά ο ποινικός νομοθέτης τις συμπεριλαμβάνει στη διπλή αυτή κατηγοριοποίηση (όπως για παράδειγμα, μια παράνομη απεργία ή μια εξέγερση);

(3) Αυξάνεται η εγκληματικότητα με βάση τις προσαγωγές ή συλλήψεις από την αστυνομία; (Και τις «προληπτικές» μεταξύ αυτών;)

(4) Αυξάνεται η εγκληματικότητα με βάση τις καταδίκες από το δικαστήριο;

(5) Αυξάνεται η εγκληματικότητα με βάση τις φυλακίσεις;

Συνήθως, οι συμβατικές θεωρήσεις περί εγκληματικότητας αναφέρονται σε έναν σκοτεινό αριθμό του εγκλήματος ως διαφορά ανάμεσα στις ποινικά οριζόμενες αντικοινωνικές δράσεις (2.1) και τις καταδίκες δράσεων από το δικαστήριο (4). Πέρα από αυτό, τι απ’ όλα αυτά αυξάνεται όταν μιλάμε για αύξηση της εγκληματικότητας; Ή σε ποιους ρυθμούς και ποια μεγέθη αυξάνονται; Για παράδειγμα, μια αύξηση των δράσεων που ο νομοθέτης ορίζει ως ποινικά κολάσιμες, παράνομες ή εγκληματικές, δηλαδή μια αύξηση της καταστολής στο επίπεδο της παραγωγής των νόμων στο Κοινοβούλιο, μπορεί από μόνη της να αυξήσει την εγκληματικότητα έστω και αν οι ήδη ποινικά κολάσιμες δράσεις δεν αυξηθούν (ή ακόμα και μειωθούν). Οπότε, συνήθως, όταν γίνεται λόγος για ειδικές αυξομειώσεις παρά συγκεκριμένες αλλαγές, όταν αναφέρεται ότι η εγκληματικότητα αυξάνεται, εννοείται ότι αυξάνεται σε σύγκριση με την καταγεγραμμένη εγκληματικότητα στο παρελθόν.

Το δεύτερο ζήτημα είναι με ποια στοιχεία εκτιμάται ότι αυξάνεται η εγκληματικότητα. Με βάση τα στοιχεία της ΕΛΑΣ; Τα σχετικά στοιχεία, πρώτον, εκφράζουν τις εμφάσεις της, το πού έχει στραμμένη την προσοχή της σε κάποια συγκυρία ή περίοδο∙ δεύτερον, προσδιορίζονται από τις δυνατότητες και την κατανομή των δυνάμεών της∙ και, τρίτον, επηρεάζονται από τις σχέσεις της με την πρακτικά απονεμόμενη δικαιοσύνη. Οπότε, σαφώς τα στοιχεία αυτά δεν είναι δυνατό να αποδίδουν μια «αντικειμενική απεικόνιση», ούτε καν μια «αντικειμενική απεικόνιση» στους όρους νομοθέτη, δικαστή και αστυνομικού. Ή με βάση τα στοιχεία δημοσιογραφικών ρεπορτάζ περί εγκληματικότητας; Καταρχήν, τα σχετικά ρεπορτάζ παρουσιάζουν ευρύτατες αποκλίσεις ως προς την ποιότητα και την αντιπροσωπευτικότητά τους. Οι επιλογές των εστιάσεων αλλά και η σύνθεση των ρεπορτάζ καθιστούν τα περισσότερα από αυτά διαβλητά ή έστω απαιτούν την προσεκτική τους αξιολόγηση. Στις περισσότερες των περιπτώσεων, τα ρεπορτάζ γίνονται κυρίως με κριτήρια την τηλεθέαση ή και τη συμβατότητα με παράγοντες που δεν έχουν να κάνουν με την ενημέρωση αλλά τη χρήση της ως μέσου για άλλους σκοπούς. Επιπλέον, ειδικά τα ρεπορτάζ της καθημερινής δημοσιογραφίας, είναι συνήθως πρόχειρα, σχηματισμένα βιαστικά, με παρεμφερή ή και άσχετα ενισχυτικά υλικά και επενδυμένα με κοινοτοπίες της «κοινής λογικής» και του «κοινού αισθήματος».

Επίσης, στη σύγχρονη Ελλάδα, στην κατανόηση της εγκληματικότητας ενεργοποιείται το φυλετικό/εθνοτικό στοιχείο: ο εγκληματίας προσλαμβάνει και φυλετικό-εθνοτικά χαρακτηριστικά, και η εγκληματικότητα αποδίδεται κυρίως σε φτωχούς αλλοδαπούς μετανάστες, κατά προτίμηση τους εύκολα διακριτούς, πολιτικό-κοινωνικά αδύναμους και άλαλους Αφρικανούς, Άραβες και προερχόμενους από χώρες μεταξύ Μέσης Ανατολής και Ινδίας μετανάστες, νόμιμους και παράνομους. Με αυτές τις ενεργοποιήσεις, το ποινικό σύστημα – ένα, από την αρχή του σχηματισμού του στη Δυτική Ευρώπη (τέλη 18ου – αρχές 19ου αιώνα) κυρίως ταξικό σύστημα ορισμού και απόδοσης δικαιοσύνης– συμπληρώνεται από διαστάσεις που του προσδίδουν ευελιξία και εμμεσοποιούν την ταξικότητά του. Και αντίστροφα: η εγκληματοποίηση των φτωχών μεταναστών ενισχύει αποφασιστικά μια μετατροπή του φόβου για τους ξένους ή ανόμοιους ή μη προτυπικούς σε έχθρα, ενώ, συγχρόνως, προσανατολίζει τη μετατροπή της φοβικότητας σε εχθρότητα προς τη βάση της ταξικής ιεραρχίας. Δεν πρέπει να υποτιμάται το ότι και οι φορείς παραγωγής και εφαρμογής του ποινικού συστήματος (από τον βουλευτή ως τον δικαστή, τον αστυνομικό και τον σωφρονιστικό υπάλληλο) στο σχηματισμό της συνείδησής τους δεν φέρουν μόνο τις αρχές του Ποινικού Δικαίου και τους κανόνες εφαρμογής του αλλά και την κοινή γνώμη, κάτι που συχνά εκδηλώνεται στις πρακτικές τους επιλογές. Για παράδειγμα, μπροστά στον παράνομο ή νόμιμο μετανάστη, ο αστυνομικός διαθέτει μιαν ευρύτερη – ίσως ενισχυτική της ολικής ταυτότητάς του – δυνατότητα άσκησης των εξουσιών του, μια δυνατότητα να είναι περισσότερο δικαστής, απ’ ότι είναι μπροστά στον εργαζόμενο, τον φοιτητή ή τον διαδηλωτή.

 

Αίτια της εγκληματικότητας

Η πολλαπλή κρίση της σύγχρονης κοινωνίας είναι το βασικότερο αίτιο της έξαρσης που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια. Κρίση οικονομική, οικογενειακή, πνευματική, ηθική. Η φτώχεια και η ανέχεια οδηγούσαν πάντα σε ανάλογες πράξεις. Σήμερα παρόλη την οικονομική πρόοδο η φτώχεια δεν εξαλείφθηκε. Όσο μάλιστα θα αυξάνονται οι άνεργοι τόσο το πρόβλημα θα κλιμακώνεται. Η ανεργία σε συνδυασμό με την αύξηση των προσφύγων και των μεταναστών έχουν δημιουργήσει άθλιες συνθήκες διαβίωσης σε χιλιάδες κατοίκους των αστικών κυρίως κέντρων. Οι άστεγοι, οι ρακένδυτοι και οι πεινασμένοι έπαψαν να έχουν προσωρινό και περιθωριακό χαρακτήρα. Αποτελούν μια μόνιμη κατάσταση που συνεχώς αυξάνεται.
Σημαντικός παράγοντας της έξαρσης της εγκληματικότητας είναι, επίσης, η οικογενειακή κρίση. Οι διαλυμένες στον τύπο και στην ουσία οικογένειες αυξάνονται. Η έλλειψη στοργής, φροντίδας και οικογενειακής θαλπωρής έχει ως αποτέλεσμα τη φυγή των παιδιών από το σπίτι και στην αναζήτηση τρόπου επιβίωσης όπου η πιθανότητα ανάμειξης σε κλοπές και άλλες παρεμφερείς δραστηριότητες είναι μεγάλη. Η πνευματική και ηθική κρίση της εποχής μας συμβάλλουν στην έξαρση της εγκληματικότητας. Η έλλειψη πνευματικής ηγεσίας ικανής να καθοδηγήσει τους νέους με οράματα και αξίες και η κυριαρχία των υλιστικών αξιών, του καταναλωτισμού και του ευδαιμονισμού έχουν οδηγήσει στο ξεπέρασμα των ηθικών φραγμών και στη χωρίς αναστολές αναζήτηση της ευζωίας.
Παράλληλα με την πολλαπλή κρίση της εποχής μας ο αστικός τρόπος ζωής συμβάλλει αποφασιστικά στην έξαρση της εγκληματικότητας των εφήβων. Στα αστικά και μεγαλοαστικά κέντρα είναι αδύνατο να λειτουργήσει ο κοινωνικός έλεγχος λόγω της ανωνυμίας και της αποκοπής από τις παραδόσεις και τις ηθικές αξίες. Η χαλαρότητα έως και η ανυπαρξία δε άσκησης κοινωνικού ελέγχου δεν μπορεί να αναπληρωθεί από την αστυνόμευση γιατί λόγω της έκτασης και του πλήθους των ανθρώπων είναι δύσκολη έως αδύνατη.
Στα πιο πάνω αίτια πρέπει να προστεθούν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και ψυχαγωγίας. Τηλεοπτικά προγράμματα, δημοσιεύματα σε εφημερίδες και περιοδικά εξωραΐζουν το έγκλημα, με αποτέλεσμα να υπάρχουν μιμητές. Έχει αποδεικτεί ότι η λεπτομερής προβολή εγκλημάτων είτε μέσω της τηλεόρασης είτε μέσω των εφημερίδων οδηγεί νεαρά κυρίως άτομα στη μίμηση ανάλογων πράξεων. Στο ίδιο αποτέλεσμα καταλήγουν και τα »ψυχαγωγικά» προγράμματα που προβάλλονται καθημερινά και ως περιεχόμενο τους έχουν όλες τις πιθανές εγκληματικές πράξεις που διαπράττει ή μπορεί να διαπράξει ο ανθρώπινος νους. Η παιδική ειδικότερα εγκληματικότητα έχει ως βασική της αιτία τον καταιγισμό από εγκλήματα που παρελαύνουν καθημερινά από τις οθόνες και τα έντυπα. Είναι βέβαιο ότι η εγκληματικότητα δε θα είχε πάρει τέτοιες διαστάσεις αν το σωφρονιστικό μας σύστημα ήταν περισσότερο αποτελεσματικό. Η αναποτελεσματικότητα των σωφρονιστικών ιδρυμάτων αποδεικνύεται από τη συχνότητα που παρουσιάζουν εγκληματικές πράξεις προκληθείσες από άτομα που εγκλείστηκαν στο παρελθόν για ανάλογες πράξεις σε σωφρονιστικά καταστήματα. Η αναποτελεσματικότητα αυτή και ιδιαίτερα η έλλειψη σωφρονιστικών καταστημάτων ανηλίκων εστιάζεται κυρίως στην έλλειψη μέτρων επανένταξης στην κοινωνία. Σε εγκληματικές πράξεις οδηγούνται, επίσης, άτομα που έχουν ιδιαίτερα προβλήματα, ψυχολογικά ή παθολογικά, όπως νευρώσεις, αισθήματα μειονεξίας ή είναι αλκοολικοί, χρήστες ναρκωτικών ουσιών κλπ. Ιδιαίτερα στην εποχή μας που οι τοξικομανείς αυξάνονται σε ανησυχητικό για την ύπαρξη της ίδιας της κοινωνίας βαθμό, αυξάνονται παράλληλα και οι εγκληματικές πράξεις. Κλοπές, ληστείες, φόνοι, διαπράττονται από τοξικομανείς προκειμένου να εξασφαλίσουν τη »δόση» τους, ενώ στη διακίνηση των ναρκωτικών κυριαρχεί το οργανωμένο έγκλημα με διεθνείς μάλιστα διασυνδέσεις.

Συμπεράσματα

Ο εξοπλισμός των νέων με ηθικές αξίες και ιδανικά πρέπει να είναι το κυρίαρχο  μέλημα των φορέων κοινωνικοποίησης. Οικογένεια, σχολείο, κράτος, εκκλησία με παραδειγματικό κυρίως τρόπο μπορούν να εμπνεύσουν ιδανικά και αξίες στους νέους, ώστε να διαμορφώσουν ηθικούς κώδικες και αντιστάσεις σε κάθε αλλοτριωμένη κοινωνική συμπεριφορά. Ο νέος που θέτει στόχους επαγγελματικούς, κοινωνικούς και πιστεύει στις πανανθρώπινες και διαχρονικές αξίες σέβεται την ύπαρξη και τα δικαιώματα των άλλων, δεν τα παραβιάζει αλλά αγωνίζεται όταν αυτά παραβιάζονται από άλλους. Για να επιτευχθεί, βέβαια, ο εξοπλισμός των νέων με ηθικές αξίες είναι ανάγκη να αντικατασταθεί το κυρίαρχο πρότυπο της σύγχρονης κοινωνίας που είναι ο »οικονομικός άνθρωπος», ο καταναλωτικός. Η κοινωνία μας χαρακτηρίζεται από την αφθονία των αγαθών  και τη μανία κατανάλωσης τους για λόγους πλεονεξίας ή και επίδειξης. Η εντιμότητα, η ειλικρίνεια, ο αλτρουισμός, η κοινωνική ευαισθησία, η πνευματική καλλιέργεια, αν δεν αξιολογούνται αρνητικά, τις περισσότερες φορές μικρή σημασία έχουν στην αξιολόγηση των ατόμων. Οι αρετές είναι καλές όταν ακολουθούν την οικονομική επιτυχία. Όπως παρατηρεί ο Έριχ Φρομ «Οι σύγχρονοι καταναλωτές αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στη φόρμουλα είμαι ότι έχω και ότι καταναλώνω». Σ’ αυτή όμως τη φόρμουλα δεν υπάρχουν περιθώρια για ηθικές αξίες και φραγμούς. Η εγκληματικότητα είναι φυσική και αναπόφευκτη συνέπεια. Στα προληπτικά μέτρα αντιμετώπισης του προβλήματος κυρίαρχη θέση πρέπει να κατέχει η καταπολέμηση της ανεργίας και η εξασφάλιση ανθρώπινων συνθηκών διαβίωσης σ’ όλους τους πολίτες. «Η πείνα δεν έχει μάτια» λέει ο λαός. Η ανάγκη για επιβίωση θα φέρει την κλοπή, την ληστεία, την απάτη. Στην εποχή μας μάλιστα που από τη μία οι άνεργοι αυξάνονται και από την άλλη κυριαρχούν τα καταναλωτικά και υλιστικά πρότυπα το πρόβλημα μεγεθύνεται. Η εξασφάλιση στέγης και τροφής σε όλους πρέπει να είναι βασικό μέλημα κάθε πολιτισμένης κοινωνίας. Η αδιαφορία κλιμακώνει την κοινωνική αδικία και πολλαπλασιάζει τα φαινόμενα βίας και εγκληματικότητας. Για πολλούς νέους, κυρίως, που εντάσσονται σε διάφορες περιθωριακές ομάδες ή δημιουργία χώρων άθλησης και πολιτιστικών γενικά κέντρων θα λειτουργούσε θετικά. Θα είχαν το χώρο και τον τρόπο να διοχετεύσουν την ενεργητικότητα τους, τη διάθεση τους για τη δημιουργία. Η εμπλοκή σε κακές παρέες, πολλές φορές, είναι αποτέλεσμα του κενού που βιώνουν οι νέοι εκείνοι που δεν έχουν στόχους ή διαπιστώνουν ότι οι σπουδές ως στόχος δεν είναι γι’ αυτούς εφικτός ή αρεστός. Η παροχή πολλών δυνατοτήτων δραστηριοποίησης και ενεργοποίησης των έμφυτων δυνατοτήτων μπορεί να λειτουργήσει σημαντικά στην πρόληψη της περιθωριοποίησης πολλών νέων που είναι βασική αιτία αύξησης της σύγχρονης εγκληματικότητας. Στα προληπτικά, τέλος, μέτρα αντιμετώπισης του προβλήματος σημαντικός είναι ο ρόλος των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν τον παιδαγωγικό τους ρόλο και να πάψουν στο βωμό της ακροαματικότητας να προβάλουν, και μ’ αυτό τον τρόπο να εξωραΐζουν, εγκληματικές πράξεις. Δεν κερδίζει σε πληροφόρηση ο θεατής ή ο αναγνώστης αν πληροφορηθεί με κάθε λεπτομέρεια για κάποιο μοναδικό στην εκτέλεση του έγκλημα που έγινε σε κάποιο σημείο του πλανήτη μας. Προς την κατεύθυνση του περιορισμού της προβολής αποτελεσματική θα ήταν η θέσπιση κώδικα δεοντολογίας από τα ίδια τα μέσα ενημέρωσης. Παράλληλα με τα προληπτικά μέτρα για τον περιορισμό της εγκληματικότητας μπορούν να ληφθούν και κατασταλτικά. Η καλύτερη αστυνόμευση των αστικών και μεγαλοαστικών κυρίως κέντρων είναι το σημαντικότερο. Μπορεί δε να γίνει καλύτερη με τον τεχνολογικό εξοπλισμό της αστυνομίας και την παράλληλη εκπαίδευση των αστυνομικών. Παρατηρείται πολλές φορές οι διωκτικές αρχές να υπολείπονται σε εξοπλισμό από τους κακοποιούς, με άμεσο αποτέλεσμα να παραμένουν ασύλληπτοι και ατιμώρητοι. Η σύλληψη βέβαια για να έχει νόημα θα πρέπει να συνοδεύεται και από δίκαιη και αμερόληπτη απονομή της δικαιοσύνης. Μ’ αυτόν τον τρόπο λειτουργεί κι ο παραδειγματισμός των υπολοίπων ενώ παράλληλα ικανοποιείται και το έμφυτο περί δικαίου αίσθημα.

Η έξαρση της εγκληματικότητας στην εποχή μας βρίσκεται σε απόλυτη σχέση και »αρμονία» με τις κυρίαρχες αξίες και τα ιδανικά της κοινωνίας μας. Η όλη δομή και οργάνωση της ανακυκλώνει προβλήματα και παρακμιακά φαινόμενα. Η όποια λήψη μέτρων, αν δε συνοδεύεται από αναζήτηση βαθύτερων αλλαγών, φαίνεται να είναι προσωρινή και αναποτελεσματική. Στην άποψη δε, ότι «Εκεί που χτίζεις ένα σχολείο γκρεμίζεις μία φυλακή» θα πρέπει να προστεθεί και το εξής: «Σχολείο που να στηρίζεται από την κοινωνία ως προς τις αξίες και τους στόχους που επιδιώκει».

Σχόλια