Το 1987 η 18χρονη Ζωή Φραντζή δολοφονήθηκε και κατακρεουργήθηκε από τον σύζυγό της. Ήταν μία από τις πολλές Γυναικοκτονίες. 

Το ζήτημα έλαβε τεράστια διάσταση με τα media να εκδηλώνουν έκτοτε τεράστιο ενδιαφέρον σε τέτοιου είδους εγκλήματα και με τις υποθέσεις τους να γίνονται ταινίες, επεισόδια σε τηλεοπτικές εκπομπές μέχρι και αστικοί θρύλοι για τις νύχτες μαζώξεων με φίλους. Οι «κουτσομπολίστικες» διαστάσεις φτάνουν μαζί με το ίδιο το έγκλημα και μπορούμε να καταλήξουμε στο εξής συμπέρασμα: Ο θάνατος πουλάει.

Ναι πουλάει πολύ ο θάνατος, ειδικά αν πρωταγωνιστεί μια όμορφη γυναίκα και ένας «μυστήριος άνδρας» (που κάποιο βαρύ φορτίο θα σήκωνε κι αυτός) εμπλέκονται σε ένα γαϊτανάκι με «σου ‘πα», «μου πες» και σχόλια γειτονιάς, όπως «Κανείς τους δεν είχε δώσει ποτέ δικαιώματα».

Συχνά χρησιμοποιείται η παθητική φωνή. «Ο δράστης οδηγήθηκε στο έγκλημα».

Τι ακριβώς μπορεί να τον πήρε λοιπόν τον εγκληματία από το χεράκι, να τον όπλισε και να τον κίνησε σαν μαριονέτα; Θα έλεγε κάποιος η απιστία. Και θα το συνόδευε με το «Δε λέω βέβαια ότι έπρεπε…».

Και είναι μία νέα μάστιγα αυτοί οι άνθρωποι (ως επί το πλείστον είναι άνδρες).

Είναι οι ήρωες που αποζητούν τη γυναικεία ευγνωμοσύνη ως δεύτεροι Σωτήρες Μεσσίες επειδή δεν χτυπούν, δε βιάζουν, δεν σκοτώνουν.

Σαν να απέδειξε κάποιος εξαίρεση το να μην «οδηγείται» κανείς σε όλα αυτά και έτσι οι αντιρρησίες εγκλημάτων σε βάρος των γυναικών να είναι κατατρεγμένοι φεμινιστές.

Ζητώ συγνώμη που τελικά θα διστάσω και δε θα ευχαριστήσω τον εν δυνάμει βιαστή μου επειδή δε με βίασε.

Επιστρέφοντας στο «οδηγήθηκε». Εν τέλει οδηγήθηκε από κάτι, σωστά; Αν ήταν ζήλεια, απιστία, αδιαφορία ένας είναι ο υπαίτιος. Η γυναίκα. Εκείνη απάτησε, ζήλεψε αδιαφόρησε. Εκείνη δολοφονήθηκε. Φυσικά η κατηγορία του θύματος, ειδικά όταν δε δύναται να υπερασπιστεί τον εαυτό του λόγω κατάστασης… όχι ζωντανής, είναι μία συνηθισμένη διαδικασία. Συμβαίνει και θα συμβαίνει.

Πού καταλήγουμε όμως βλέποντας τον «μετανιωμένο» δολοφόνο να κλαίει πίσω από τα κάγκελα;

Την αγαπούσε μέχρι θανάτου. Τη λάτρευε παθολογικά. Αναριγούν οι γυναίκες εκείνες που δεν αγαπήθηκαν τόσο. Μάλλον όχι. Μάλλον αναριγούν από φόβο. Γιατί η αγάπη δεν έγινε τρέλα ή μίσος. Η τρέλα είναι η πιο φτηνή δικαιολογία και το μίσος η αλήθεια.

Μισείς μία γυναίκα από την αρχή. Έτσι τη δολοφονείς.

Τη δολοφονείς γιατί δε θες να την έχει άλλος, αλλά όχι επειδή την αγαπάς. Επειδή τη θεωρείς δική σου και χωρίς καμία παθιασμένη – εμετική – μεταφορική έννοια. Δεν αναγνωρίζεις την ανθρώπινη υπόστασή της. Τη θεωρείς γυναίκα κτήμα για πάντα.

Ή μάλλον όχι! Για όσο! Μέχρι να βρεθεί άλλη, αντικαταστάτρια. Ζήτημα αν θα την «ελευθερώσεις» και τότε. Ίσως παραμείνει η νούμερο ένα την οποία θα ακολουθούν περιστασιακά νούμερο 2, νούμερο 3 και βάλε. Θα τη θαυμάσεις κάποτε. Θα πεις «Με άντεξε, με αγαπούσε, με υπόμεινε». Δεν ήταν ποτέ δουλειά της όμως.

Εσύ δε θα την άντεχες, δε θα την αγαπούσες, δε θα την υπέμενες. Εσύ θα τη σκότωνες. Εσκεμμένα και με μίσος.

Το θύμα δεν έδειχνε μοιραία αγχωμένο με μαλλιά να ανεμίζουν καθώς έτρεχε σε slow motion να ξεφύγει από τον σκοτεινό γοητευτικό εραστή της υπό την μουσική υπόκρουση κάποιου γνώριμου soundtrack.

Το θύμα δε χαμογέλασε καθώς ο δολοφόνος δάκρυζε από πάνω του. Δε συγχώρεσε καθώς θυμόταν πριν εκπνεύσει νωχελικά τις καλές τους στιγμές. Δε θεώρησε πως είχε ένα δοξασμένα άδοξο τέλος ο έρωτάς του.

Το θύμα τρομοκρατήθηκε, προσπάθησε να σωθεί, έκλαψε, ζήτησε απεγνωσμένα βοήθεια, ντροπιάστηκε, ούρλιαξε, πόνεσε, πέθανε!

Πέθανε βίαια, αιματηρά, ωμά.

Ποια είναι λοιπόν η ντροπή στη φράση «Η Πατριαρχία δολοφονεί»;

Η κοινωνία μας είναι πατριαρχική και οι γυναίκες – υπήκοοί της δολοφονούνται.

Σχόλια