Διαβάσαμε το τελευταίο μυθιστόρημα του Julian Barnes, Η μοναδική ιστορία.

Ο έρωτας αποτελεί το πιο αγαπημένο θέμα πολλών καλλιτεχνών και ανά τα χρόνια έχει εκφραστεί με ποικίλους τρόπους.

Κάθε ερωτική ιστορία περιλαμβάνει μεγάλες στιγμές χαράς και λύπης. Ο τρόπος αντιμετώπισής του από τους λογοτέχνες έχει αλλάξει αρκετά. Για τους ρομαντικούς αποτελούσε Ιδέα, για τους αισθητιστές αυτό που προκαλεί ηδονή και οδύνη,  ενώ για τους μοντέρνους στοιχείο προς απομυθοποίηση. Τη τελευταία αυτή παράμετρο εντάσσει στη τελευταία νουβέλα του ο Julian Barnes, Η μοναδική ιστορία.

Ερωτική ιστορία, έστω και αν ο Barnes δεν χρησιμοποιεί κλασικούς ρομαντικούς τύπους αλλά ανοίκειους. Δεν ενδιαφέρεται κανείς από τους δυο εραστές για γάμους και μια τυπική, συνηθισμένη ζωή.

Η ιστορία αυτή ξεκινά με μια ερώτηση, «θα προτιμούσες να αγαπάς πολύ και να υποφέρεις  πολύ ή να αγαπάς λίγο και να υποφέρεις λίγο; Νομίζω πως αυτό είναι, τελικά, το μόνο ουσιαστικό ερώτημα».

Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως νουβέλα αλλά την λύση στην απάντηση μας τη δίνει ο ίδιος ο Barnes στη προμετωπίδα του βιβλίου.  Χρησιμοποιεί ένα λήμμα και εξηγεί τον όρο «μυθιστόρημα», ως «μια μικρή ιστορία, συνήθως ερωτική». Ο αφηγητής του μυθιστορήματος είναι ο Paul, ο «κάτοχος» της ιστορίας. Δεν ταυτίζεται με τον Barnes αν και ο συγγραφέας δεν λανθάνει σε ολόκληρο το βιβλίο.

Ο χωρισμός του σε τρεις ενότητες, η αποστροφή του αφηγητή στο κοινό με φράσεις έντονου στοχαστικού περιεχομένου αποδεικνύουν τη παρουσία του. Η αφήγηση είναι ιδιαίτερα τεχνική με την εναλλαγή τριών ρηματικών προσώπων σε κάθε μέρος αντίστοιχα. Η αιτία διαφορετικού προσώπου σχετίζεται με τον τρόπο με τον οποίο ο αφηγητής αποτιμά την ιστορία του.

Στο πρώτο μέρος η αφήγηση είναι α’ ενικού προσώπου από τον 19χρόνο Paul. Η ιστορία διαδραματίζεται σε μια περιοχή 55 μιλίων νότια του Λονδίνου, στο Village, ένα συντηρητικό, συμβατικό και αργόσυρτο στις εξελίξεις προάστιο.

Στο τένις κλαμπ γνωρίζει και ερωτεύεται την 48χρόνη Suzan, μητέρα δύο κοριτσιών και σύζυγο του Gordon, ενός οπισθοδρομικού, αυταρχικού προσώπου με στοιχεία γκροτέσκο. Ο έρωτας τους είναι έντονος καθώς τα συναισθήματα δεν ελέγχονται. Το μέρος κλείνει με την πρόθεση τους να συγκατοικήσουν μαζί μακριά από το προάστιο.

Στο επόμενο κεφάλαιο, η αφήγηση ολισθαίνει από το α’ ρηματικό στο β’ ενικό πρόσωπο. Αναπτύσσεται ένα είδος  εσωτερικού μονολόγου του Paul με τον εαυτό του, ο οποίος έχει μια διάθεση να κατηγορηθεί για σφάλματα του παρελθόντος.

Σε αυτό το γεγονός συντείνουν και οι φράσεις που προϊδεάζουν τον αναγνώστη για μια βαριά συνέχεια. Όπως παρατηρεί ο ήρωας είναι «τόσο προσεκτικός σήμερα όσο απρόσεχτος ήμουν τότε. Ή μήπως εννοώ αμέριμνος;». Έρχεται αντιμέτωπος με την παράνοια και τον αλκοολισμό της 50χρονης (και κάτι παραπάνω) Suzan. Όλα τα γεγονότα έχουν αντίκτυπο μακροπρόθεσμα στη ζωή του Paul.

Το μυθιστόρημα καταλήγει στο τρίτο μέρος στο οποίο η Suzan έχει πεθάνει σε μια κλινική, λόγω της ανάθεσής της από τον Paul στην κόρη της. Ο Paul μεγάλος σε ηλικία πλέον αποτιμά την μοναδική του ιστορία, σε γ’ ενικό πρόσωπο.

Η μνήμη είναι το εργαλείο της αφήγησης. Ο ήρωας πραγματοποιεί πολλές αναδρομές και ξεκινά την ιστορία του από τα ευχάριστα διότι η μνήμη είναι επιλεκτική. Σε αυτή οφείλεται η αδυναμία της αφήγησης να είναι γραμμική. Εξάλλου ο αναγνώστης πληροφορείται στο καταληκτικό κεφάλαιο, πως ο Paul κρατούσε ημερολόγιο.

Η συγγραφική πένα του Barnes είναι δαιμόνια. Σε 300 σχεδόν σελίδες και με τη χρήση διαφορετικών αφηγηματικών καταστάσεων καταφέρνει να μυθοποιήσει και να απομυθοποιήσει τον έρωτα. O Paul στο εναρκτήριο τμήμα ήταν φιλόδοξος και ρωμαλέος για τον έρωτα του. Στο τρίτο μέρος παρατηρεί με λύπη και καχυποψία την εκδήλωση οποιουδήποτε έρωτος.

Ένα βιβλίο που διαβάζεται απνευστί! Παρά το γεγονός ότι διαδραματίζεται μισό αιώνα πριν, πολλές συνιστώσες όπως η ξοφλημένη γενιά των παλιών, συναντώνται και στη σημερινή κοινωνία. Επιβάλλεται να διαβαστεί!


Το μυθιστόρημα του Julian Barnes, Η μοναδική ιστορία, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Σχόλια