Tο πάθος είναι στενά συνδεδεμένο με την πιθανότητα ο άλλος (ή το άλλο) να μην είναι εκεί: με την έκπληξη, το εκτός προγράμματος.

Για μια ακόμη Παρασκευή, αγαπητοί αναγνώστες, συναντιόμαστε στο καθιερωμένο μας ηλεκτρονικό μίτινγκ. Το συγκεκριμένο άρθρο, εντούτοις, θα διαφέρει ολίγον τι απ’ ό,τι σας έχουμε συνηθίσει σε προηγούμενες ‘προτάσεις για ένα χαλαρό σαββατοκύριακο’.

Λόγω κακοτυχίας, χάσαμε το κείμενο που είχαμε ετοιμάσει γι’αυτό το Σαββατοκύριακο. Μαζί με το κείμενο χάθηκαν φυσικά και οι προτάσεις μας.

Μες την ατυχία μας, ωστόσο, σταθήκαμε τυχεροί. Αποφασίσαμε λοιπόν, σαν καλλιτέχνες της τελευταίας στιγμής, να παρουσιάσουμε κάποιου αλλουνού τις προτάσεις. Ιδέες που ξεσηκώσαμε μέσα από καταχωρήσεις σε ένα ημερολόγιο που βρήκαμε τυχαία περπατώντας στα σοκάκια της Αθήνας.

Μέσα σε αυτό ανακαλύψαμε αφηγήσεις από έναν άγνωστο συγγραφέα—υπογράφει μονάχα με μια συντομογραφία,—σε κάτι λερωμένες και τσακισμένες σελίδες για τις εξόδους, τις δραστηριότητες και τις εμπειρίες του.

***

Προσπαθήσαμε να μεταφέρουμε τα λόγια του όσα καλύτερα μπορούσαμε στο παρακάτω κείμενο:

Παρασκευή, 6 Οκτώβρη
Ώρα 09:14

Νομίζω πως μόνο όταν τρέχω μπορώ να είμαι ο εαυτός μου. Πολλοί μου λένε ότι έχω τάσεις φυγής αλλά εγώ δεν συμφωνώ. Το τρέξιμο προσφέρει στιγμές ευεξίας και ευφορίας, τη δυνατότητα να παρέχω οξυγόνο στους μύες και κατ’επέκταση στο μυαλό μου, με βοηθάει να ξεμπλοκάρω νοσηρές σκέψεις, και να στοχαστώ ελεύθερα και αμερόληπτα. Γι’αυτό και διαλέγω συχνά ήσυχες, όσο γίνεται, διαδρομές στην πόλη, γι’αυτό φοράω τα αθλητικά μου και απλά βγαίνω έξω. Πηγαίνω για τρέξιμο σε πάρκα και στον Εθνικό Κήπο, αποφεύγω τα στάδια γιατί τα βαριέμαι, προτιμώ τα άλση, συγκεκριμένα του Βεΐκου ή το Αττικό, εκεί έχει πολύ πράσινο, πράγμα σπάνιο να βρεις πλέον στην πόλη, μυρίζει όμορφα εκεί, τρέχω ανάμεσα στα δέντρα, στο μεταίχμιο των ήχων της φύσης που βάλλονται να καταδιωχθούν με το που εισβάλλει κάποιος αστικό θόρυβος… Νιώθω ζωντανός, κουράζομαι φυσικά αλλά τότε είναι που πραγματικά δίνω λίγο παραπάνω, να τρέξω πιο μακριά πιο γρήγορα, να τεστάρω τα όρια μου, να δω μέχρι που μπορώ να φτάσω, τι μπορώ να πετύχω.. αυτό είναι κάτι που μου αρέσει στο τρέξιμο, ότι αποτελεί μια πρόκληση, μια ευγενή πράξη που θα σε ωθήσει να βελτιωθείς, που θα σε οδηγήσει με βήματα, αργά ή γρήγορα, στον μελλοντικό σου καλύτερο εαυτό.

Ώρα 17:06

Το πλάνο για το βράδυ έχει να μαζευτούμε στο σπίτι της Ελένης και να δούμε ταινία, ή τουλάχιστον αυτό είναι το πρόσχημα. Ποτέ κάτι τέτοια δεν είναι μόνο για ταινία, όλοι το ξέρουν, και δεν το λέω με κακή πρόθεση, τονίζω απλά το χιούμορ πίσω από τις γλωσσοπλαστικές μας ικανότητες ως έλλογα όντα. Πέραν αυτών, όμως, τέτοιες ευκαιρίες παρέχουν τη δυνατότητα σε φίλους και γνωστούς μας να συναθροιστούμε και να περάσουμε ωραία, να ξεσκάσουμε και να χαλαρώσουμε, να ανταλλάξουμε τα νέα μας, να γνωριστούμε λίγο περισσότερο λίγο καλύτερα, να γελάσουμε, να συζητήσουμε από τα πιο άσχετα μέχρι τα πιο σοβαρά θέματα μέχρι αργά, ή και μέχρι πολύ αργά.

Ετοιμάστηκα με τον φίλο μου και φτάσαμε σχετικά νωρίς, αν και νομίζαμε ότι είχαμε αργήσει. Περάσαμε αρκετή ώρα στην προετοιμασία ενός γλυκού—ένα παράπλευρο όφελος του αποψινού σκετς ‘movie night’. Το τελευταίο δίωρο περάσαμε από μια δοκιμασία, μια νόστιμη δοκιμασία η οποία μας έβαλε στη θέση του μάγειρα (ή να πω καλύτερα ζαχαροπλάστη) και ήταν κάτι διαφορετικό, κάτι ενδιαφέρον, κάτι δημιουργικό μα προπάντως διασκεδαστικό. Από την πρώτη κιόλας στιγμή, την επιλογή του ‘ποιο γλυκού θα φτιάξουμε’, εγκλιματιστήκαμε, μαθαίναμε σταδιακά τα βήματα για την παρασκευή, πως θα διαχωρίσουμε τις αρμοδιότητες του ‘ποιος θα κάνει τι’, την ακαταστασία και την απροσεξία στο πως διαχειριζόμαστε τα υλικά, η οποία μπορεί να ακούγεται σκηνικό καταστροφής αλλά προς μεγάλη μας έκπληξη δεν αποδείχθηκε τόσο μοιραία κατάσταση. Εξάλλου, αφότου αρχίσουν οι μυρωδιές να γεμίζουν το δωμάτιο, όλα τα υπόλοιπα μοιάζουν αδιάφορα…

Η ταινία που επέλεξε η οικοδέσποινα μας ήταν μια ισπανικής προέλευσης με την ονομασία ‘Contratiempo’ που κυκλοφόρησε το φετινό καλοκαίρι. Έχει να κάνει με ένα νεαρό επιχειρηματία που κατηγορείται για το φόνο της ερωμένης του, καθώς ξύπνησε τραυματισμένος δίπλα στο πτώμα της μέσα στο κλειδωμένο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου. Προκειμένου να διαλευκανθεί η υπόθεση, προσλαμβάνει μια δικηγόρο και, κόντρα με το χρόνο, σε μόλις τρεις ώρες, προσπαθούν να ανακαλύψουν τι πραγματικά συνέβη. Καθ’όλη τη διάρκεια του έργο, καθηλωθήκαμε σε καναπέδες και μαξιλάρια, λαλημένοι με την ευφυέστατη πλοκή, τις αξιόλογες ερμηνείες και τη συνεχή ανατροπή των υποθέσεων που κάναμε. Το συγκεκριμένο θρίλερ μας ιντρίγκαρε, μας έκανε να ψάχνουμε πυρετωδώς και να εικάζουμε τι πραγματικά συνέβη, δεν πήραμε τα μάτια μας ούτε ένα λεπτό από την οθόνη…

Σάββατο, 07 Οκτώβρη
Ώρα 16:08

 

Ύστερα από μια σύντομη τηλεφωνική επικοινωνία με τη φίλη μου την Εύα, ενημερώθηκα για κάτι που δεν γνώριζα—για μια έκθεση φωτογραφίας. Η ίδια, ωστόσο, ήξερα ότι σπούδαζε στη σχολή που τη διοργανώνει, τη σχολή Focus, η οποία έμαθα ότι ιδρύθηκε από τον Τάκη Ζερδεβά. Τη συνάντησα στην πλατεία Αγίας Ειρήνης και περπατήσαμε, μια σύντομη διαδρομή πέντε λεπτών, και φτάσαμε στον πολυχώρο Booze Cooperativa, έναν φιλικό και ζωντανό χώρο που σε ελκύει να εξερευνήσεις διάφορα φωτογραφικά πρότζεκτ με βάση την απλότητα και τον αυθορμητισμό. Συγκεκριμένα, η έκθεση παρουσιάζει μια σειρά από εργασίες σπουδαστών της σχολής για τη χρονιά που πέρασε. Καθ’όλη τη διάρκεια της περιήγησης μου παρατήρησα φωτογραφίες κομψές και ειλικρινείς, φωτογραφίες που με αφύπνιζαν, φωτογραφίες ζωντανές. Παραμένει, βλέπεις, διαχρονικά σαγηνευτικό το πόσο μπορεί να σε αγγίξει η προσωπική ματιά και η αισθητική που προσπαθεί να διαμορφώσει καθένας καλλιτέχνης μέσα από το έργο του και τη θεματολογία που επιλέγει… ίσως εξίσου σαγηνευτικό όσο και το στίγμα που αφήνει πάνω σου αφότου σε αγγίξει..

Ώρα 21:34

Με το κλείσιμο της έκθεση είπαμε να δοκιμάσουμε να βρούμε το μυστικό μπαρ του κέντρου. Από φίλους και γνωστούς, που μας το έχουνε προτείνει, φαίνεται μια σίγουρη επιλογή, δεδομένης της κρύας φθινοπωρινής ατμόσφαιρας που αρχίζει και κάνει την παρουσία της αισθητή. Επί της οδού Λέκκα, λοιπόν, αρχίσαμε να ψάχνουμε τη γνωστή/άγνωστη γκρίζα πόρτα από το μπαρ που μήτε φέρει ταμπέλα μήτε αριθμό διεύθυνσης. Δεν μπορείς να το επισκεφθείς παρά μόνο αν γνωρίζεις την ακριβή του τοποθεσία—μεταξύ Αρτιζάν και Αμπάριζα—και χτυπήσεις το κουδούνι έτσι ώστε να σου ανοίξουν. Καθότι υπηρετεί τη φιλοσοφία και κουλτούρα των speakeasy bars πρόκειται για υπόγειο μαγαζί με ρετρό διακόσμηση που σερβίρει ποτό (στα κρυφά) και σε κάνει να αισθάνεσαι λες και βρίσκεσαι στην περίοδο της ποτοαπαγόρευσης.. αν είσαι και λίγο τυχερός μπορεί να πετύχεις και κάποια παραδοσιακή ή μοντέρνα τζαζ μπάντα η οποία μπορεί να σε ταξιδέψει σε μια εντελώς αλλιώτικη εποχή..

Κυριακή, 08 Οκτώβρη
Ώρα 16:21

Οι Κυριακές είναι μεγάλη υπόθεση, μια μέρα πριν την καινούρια εβδομάδα, μια μέρα που πρέπει να τη γεμίσεις τόσο χρώμα, όσο άρωμα και τέχνη. Είναι σαν εκείνη την αίσθηση που σου μένει στα χείλη από το φιλί της βροχής πριν το καληνύχτα, σαν εκείνη την εικόνα που αφήνεις φεύγοντας από μιαν όμορφη συνάντηση. Οφείλει, πάση θυσία να είναι όμορφη.. τόσο όμορφη ώστε να μπορείς να χαμογελάς την ίδια στιγμή που αφαιρείσαι. Να γεμίσεις αισιοδοξία και ανυπομονησία μέχρι να γίνεται η κάθε μέρα Κυριακή…

Για το πετύχω αυτό, πήγα στο Πάρκο Σταύρος Νιάρχος και δανείστηκα ένα ποδήλατο, λίγο πριν σκορπίσει και η τελευταία αχτίδα του ηλίου. Το διέσχισα, ταυτόχρονα εξερευνώντας το, σαν να ήμουνα φυγάς που έψαχνε κρησφύγετο. Ένας φυγάς που άφησε την παιδικότητα του να βρει την ανεμελιά που δεν είχε όλη την εβδομάδα. Περπάτησα δίπλα στο Κανάλι και παράλληλα στην Εσπλανάδα μέχρι την κορυφή του λόφου. Ο καιρός ακόμα δεν έχει παγώσει κι άμα αποζητάς την δροσιά, στέκεσαι εκεί, δίπλα στον ήχο του νερού, στο καθρέφτισμα των γυάλινων τοίχων της πραγματικότητας που μεγαλώνει τον τόπο, στη θέα από τον χώρο του Φάρου που με γεμίζει σκέψεις, και με κάνει να ονειρεύομαι.

Ένα σκηνικό που ταιριάζει άρτια με το βιβλίο που διαβάζω, ένα από εκείνα με τις μικρές ιστορίες που παρά το μέγεθός τους είναι ικανές να σε εμπνεύσουν και να σε καταστήσουν ελεύθερο από ό,τι σφιχτά σε κρατά. ‘Να σου πω μια ιστορία’ ο τίτλος του, συγγραφέας ο Jorge Bucay και μέχρι στιγμής με έχει συνεπάρει. Όπως, μάλιστα, συνιστά και ο υπότιτλος στο εξώφυλλο, προσφέρει ‘διηγήσεις που μ’έμαθαν να ζω’.

Μιλάει σχετικά με έναν ανήσυχο νεαρό φοιτητή που προσπαθεί να ανακαλύψει τον εαυτό του. Οι αναζητήσεις του τον κατευθύνουν στον ‘Χοντρό’, έναν πολύ ιδιόρρυθμο ψυχαναλυτή που τον βοηθά να αντιμετωπίσει τη ζωή και να βρει απαντήσεις στα ερωτήματά του με έναν τρόπο πολύ πρωτότυπο. Οι σχέσεις μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου δεν είναι ούτε συμβατικές ούτε αναμενόμενες. Καβγάδες, διαφωνίες, συμπάθεια, αντιπάθεια, μίσος και αγάπη αφήνονται ελεύθερα να εκφραστούν, δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο δύο μοναδικούς λογοτεχνικούς ήρωες με σάρκα και οστά, προσφιλείς και οικείους στον αναγνώστη. Καμία σχέση εδώ με το στερεότυπο του ψυχαναλυτικού ντιβανιού και του οριζοντιωμένου πάσχοντος.

***

Παρακάτω σας παραθέτουμε σε φωτογραφίες τις σχετικές σελίδες από το ημερολόγιο που βρήκαμε. Είναι πυκνογραμμένες, γεμάτες μελάνι, λέξεις, νοήματα και μουτζούρες.

Εάν κάποιος από εσάς αναγνωρίσει το γραφικό χαρακτήρα του ιδιοκτήτη ή το ίδιο το ημερολόγιο θα χαρούμε πολύ αν το μοιραζόσασταν μαζί μας. Οποιουδήποτε του ανήκει, μπορεί να το ψάχνει, και σίγουρα θα εκτιμήσει οποιαδήποτε βοήθεια.

Όπως και να’χει, σας ευχόμαστε να περάσετε ένα δημιουργικό, πάνω απ’όλα χαλαρό και γεμάτο όμορφες εμπειρίες Σαββατοκύριακο.

Επιμέλεια κειμένου: Ελευθερία Μαρίνου, Βαγγέλης Βαφειάδης

 

Σχόλια