Η πλάση βράζει, σκοπιά, μια παραισθησιογόνα ζέστη μπουκώνει τις αισθήσεις και μαγκώνει τα μάτια σε περισκοπική όραση.

Η παραλλαγή κολλάει στο δέρμα, οι σκέψεις βράζουν στο κεφάλι, ο ιδρώτας καλύπτει τους πόρους. Είμαι το πράσινο σκιάχτρο, ετών 25, βαθμών 42, υπό σκιά προφανώς, με χέρια τρυπημένα από κάτι που σίγουρα δεν είναι κουνούπι.

Το φως ανακλάται στην πέτρα και στην κακή μας τύχη, το οπτικό πεδίο ασπρίζει πέρα ως πέρα, θυμάμαι τον Ξένο, την παραλία, τον Άραβα με το μαχαίρι και τις κακές αποφάσεις. Διακειμενικότητα, μα το δικό μου όπλο ζυγίζει πέντε κιλά και τα σκυλιά ξεψυχούν από την πείνα μπροστά στα μάτια μου. Αυτός ο Ιούλης μου σκίζει τις ραφές, πυρακτώνει το όπλο, κάνει το αλεξίσφαιρο πλάκα ταφική, λοβοτομεί εμένα και τον Β. δίπλα μου. Πάμε χαμένοι από χέρι. Η λαμαρίνα με κυκλώνει, κλωθογυρίζω κάτω από το υπόστεγο ανήμπορος και εξαντλημένος από το διαβρωτικό παραπέτασμα θέρους. Οι σκοποί φυλάνε τα άρματα μα ποιος φυλάει τους σκοπούς;

Το ορκίζομαι αν πέσω κάτω δεν θα με ακούσει κανένας, δύο βήματα αριστερά εξάλλου το χαντάκι. Θα είναι το μυστικό μας. Θα πέσω εκεί με το κεφάλι, να βγάλω αναίσθητος το νούμερο.

Ξύνομαι. Τα χέρια είναι γαζωμένα, άκρως επιθετικά ζωύφια με τσιμπάνε με κεντριά, που διαπερνούν χιτώνιο και επένδυση. Που είμαι; Αισθάνομαι τριχωτά ποδαράκια να με περπατούν. Σηκώνω το ρούχο μα δεν υπάρχει τίποτα. Το φαντάστηκα; Τρελαίνομαι; Παράνοια στο μυαλό και ρουθούνια που σνιφάρουν θειάφι.

Μία από αυτές τις μέρες θα απολυθώ, μα όχι σήμερα, σήμερα έχει φακές. Το να τρως φακές στους 42 βαθμούς επιβεβαιώνει πως η τρέλα σέρνεται μέσα στο στρατόπεδο, από τον μάγειρα που θα τις φτιάξει μέχρι εμένα που θα τις φάω.

Έφοδος. Εγκεφαλικό reboot. Κλωτσάω χαλίκια στον Β. Καταφέρνει να βρει τον μίτο και ανασύρεται από τον νοητό λαβύρινθο. Αλτ τις ει! Ο αέρας βγαίνοντας μου γδέρνει το λαρύγγι. Η φιγούρα δεν σταματά. Σύννεφα σκόνης υψώνονται καθώς σέρνει τα άρβυλα στο ραγισμένο χώμα. Αλτ τις ει! Χαμογελάει ή μου φαίνεται; Αυτό θα παίξουμε σήμερα; Τρίτο αλτ τις ει, τα σκυλιά απομακρύνονται κλαψουρίζοντας, αλλά αυτός συνεχίζει. Δεν θα οπλίσω για χάρη του.

Προχωρώ καταπάνω του και υψώνω το κοντάκιο να τον χτυπήσω στο πρόσωπο. Τρομάζει. Συνειδητοποιώ πως δεν καταλαβαίνει τι έγινε. Σταματά, μαζεύει τις λέξεις του, είναι άσπρος, ζέχνει ιδρώτα, ο ήλιος τον χτύπησε στο κεφάλι.

Σύνθημα, παρασύνθημα, υπογραφή. Ξαφνικά είμαι και πάλι μόνος. Και ο Β. δίπλα μου μόνος του είναι. Και τα γεμάτα ψώρα σκυλιά που σύρθηκαν ξανά κοντά μας μόνα τους είναι. Μέσα στο λιοπύρι ο καθένας και η μοναξιά του. Τόση ησυχία… Μπορείς να συλλογιστείς τα πάντα όταν είσαι τόσο απομονωμένος. Τίποτα δεν είναι αρκετά απαγορευμένο αν σε βοηθάει να κρατήσεις τα λογικά σου.

Όταν γυρίσω στο λόχο κάτι θα γράψω για αυτό. Και μετά θα φάω ένα πιάτο καυτές, αχνιστές φακές. Η απόλυση δεν πρέπει να είναι μακριά.

Ένα τσιγάρο, προλαβαίνω;

 

Σχόλια