Ένα αφιέρωμα στις μπάντες που έβαλαν τις βάσεις για την δημιουργία της grunge σκηνής, από το 1980 έως και την δημιουργία των Nirvana το 1987.

Υπάρχουν αρκετοί λόγοι, που επέλεξα να γράψω το συγκεκριμένο αφιέρωμα γενικότερα και μερικοί ακόμα που επέλεξα να το γράψω την συγκεκριμένη περίοδο ειδικότερα.

Καταρχάς, η όλη σκηνή του grunge, καθώς και όσες μουσικές την επηρέασαν και ακολούθως, βέβαια, όσες επηρέασε με στιγμάτισαν σε συγκεκριμένη περίοδο της ζωής μου και αποτελούν χωρίς δεύτερη σκέψη την ευρύτερη μουσική σκηνή, που θα επέλεγα ως αυτή που είχε την μεγαλύτερη επίδραση πάνω μου στην μεταίχμια κι ανεξίτηλα αποτυπωμένη περίοδο της εφηβείας και της χρονολογικής ενηλικίωσης που την ακολούθησε.

Επιπλέον, η συγκεκριμένη σκηνή του Seattle αποδεικνύεται καθώς περνούν τα χρόνια η τελευταία μεγάλη οργανωμένη rock σκηνή. Κάτι που συνειδητοποιώ όλο και περισσότερο, όλο και με μεγαλύτερη ένταση, είναι πως ναι μεν ακολούθησαν πλήθος άκρως αξιόλογων συγκροτημάτων, μερικά μάλιστα ακόμη καλύτερα και πιο σημαδιακά, από πολλές απόψεις, από μερικές μπάντες της grunge σκηνής, αλλά δεν υπήρξε άλλη μεγάλη οργανωμένη rock σκηνή ούτε στην Αμερική, ούτε στην Ευρώπη έκτοτε. Κυρίως μεμονωμένες περιπτώσεις ή ίσως μικρές παρέες μπαντών και καλλιτεχνών. Σε καμία περίπτωση, όμως, μία οργανωμένη σκηνή με την ακριβή έννοια του όρου, όπως μπορούμε να την εννοήσουμε για τις σκηνές που υπήρξαν στην rock μουσική και τα υπο-είδη της από την δεκαετία του ’60 και μετέπειτα.

Το γεγονός, λοιπόν, πως όλο και περισσότερο καταλήγω να κατασταλάξω οριστικά σε αυτήν την διαπίστωση, μαζί ίσως με το ότι αν υπάρχει μία εποχή του χρόνου που ταιριάζει γάντι στην grunge σκηνή, αυτή δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από το Φθινόπωρο, οδήγησαν στην σύλληψη του συγκεκριμένου κειμένου την δεδομένη στιγμή.

Είναι σημαντικό, επίσης,  να αναφερθεί πως θα επικεντρωθούμε μονάχα στις μπάντες, που έβαλαν της βάσεις για την δημιουργία της σκηνής, από το 1980 έως και την δημιουργία των Nirvana το 1987.

Γεγονός που σημαίνει, πως δεν θα υπάρξει καμία ιδιαίτερη αναφορά στους σαφώς εμβληματικούς Alice In Chains, Mudhoney, Blood Circus, Tad (1988), Gruntruck, Love Battery, Mother Love Bone (1989), Pearl Jam, TOTD, 7 Year Bitch, Temple Of The Dog (1990) και Mad Season (1994), καθώς ούτε στο κίνημα Riot Grrrl, το οποίο αναπτύχθηκε την ίδια περίοδο με τις μπάντες αυτές και συνδέθηκε λιγότερο ή περισσότερο με την grunge σκηνή, και φυσικά όχι στις μπάντες που ακολούθησαν στην post-grunge περίοδο.

Ούτως ή άλλως η ιστορία από την δημιουργία των Nirvana κι έπειτα είναι εν πολλοίς γνωστή, πέραν ίσως μερικών πτυχών, που πιθανώς να ακολουθήσουν σε κάποιο άλλο κείμενο.

Ακόμη δεν θα κοιτάξουμε τις περιπτώσεις εκτός Washington, που συνέβαλαν με τον τρόπο τους στην ανάπτυξη μεταξύ άλλων και της συγκεκριμένης σκηνής, όπως χαρακτηριστικά είναι οι Butthole Surfers (1981) από το Τέξας, οι Sonic Youth (1981) από την Νέα Υόρκη και οι Pixies (1986) από την Βοστώνη, αλλά μονάχα σε όσες έχτισαν την σκηνή στα περίχωρα της συγκεκριμένης πολιτείας και ειδικότερα στο Seattle.

Θα βουτήξουμε, λοιπόν, στα βαθιά νερά των αρχών και μέσων της δεκαετίας του ’80, όταν και κανείς δεν ήξερε τι πρόκειται να ακολουθήσει στο μουσικό κόσμο με την έλευση του grunge, πέραν των ίδιων των απομονωμένων τότε συγκροτημάτων, στην περιοχή των περιχώρων της Washington, που θα αργούσαν σχεδόν μία δεκαετία, εάν όχι παραπάνω κιόλας, να δουν τα φώτα της ευρύτερης αναγνώρισης, αλλά θα αποτελούσαν δίχως άλλο τα 7 πρώτα κεφάλαια για την σύσταση της σκηνής του Seattle.

Κεφάλαιο Μalfunkshun

Αν θα μπορούσαμε, ξεκινώντας, να βάλουμε μία μόνη αφετηρία του ήχου του Seattle αυτή αναμφίβολα θα ερχόταν από το Bainbridge Island της Washington και την Κυριακή του Πάσχα του μακρινού 1980, όταν τα αδέρφια Andrew και Kevin Wood αποφάσιζαν να σχηματίσουν τους Malfunkshun.

Με αυτό το παράξενο και μυστικιστικό όνομα, κάτω από τον γκρίζο ουρανό του Bainbridge Island τα αδέρφια Wood, μαζί με τους Dave Hunt και Dave Rees στην αρχική σύνθεση, δημιούργησαν έναν προσωπικό ήχο, με εμφανείς επιρροές από το hard rock και το metal της προηγούμενης δεκαετίας, καθώς και μια ιδιαίτερη αγάπη στους Led Zeppelin, μαζί με αρκετά στοιχεία glam, που επίσης εκείνη την εποχή βρισκόταν στο απόγειό του, τοποθετώντας τους εαυτούς τους, ωστόσο, σε ένα αρκετά πιο σκοτεινό ηχοτοπίο.

Παρ’ όλο που παρέμειναν ιδιαίτερα ενεργητικοί συναυλιακά για τα επόμενα 8 χρόνια ή τουλάχιστον μέχρι το ’85, όταν και ο Andrew οδηγήθηκε σε κλινική απεξάρτησης, δεν κυκλοφόρησαν κανένα studio album μέσα σε αυτή την περίοδο.

Το 1988 τα μέλη απομακρύνθηκαν μεταξύ τους και η μπάντα σταδιακά εξαφανίστηκε, χωρίς, ωστόσο, να δηλώσει επίσημα την διάλυσή της. Το ένα τους και μόνο album, Return to Olympus, κυκλοφόρησε τελικά το 1995 και μάλιστα από την δισκογραφική Loosegroove Records, καθώς ποτέ δεν τράβηξαν ιδιαίτερα το ενδιαφέρον της Sub Pop, που είχε δημιουργηθεί από το 1986 και επρόκειτο να αναλάβει στην πορεία τις περισσότερες από τις grunge μπάντες.

Κεφάλαιο U-Men

Έναν χρόνο μετά από την δημιουργία των Malfunkshun, το 1981 δηλαδή, στο κοντινό Seattle, η ιδιόρρυθμη παρέα του John Bigley δημιουργούσε τους U-Men.

Έχοντας ακούσει, ήδη, και τους πρώτους, περισσότερο, όμως, προσηλωμένοι στον ήχο των Stooges του Iggy Pop και των Birthday Party του Nick Cave, κινήθηκαν σε πιο βρώμικα ηχητικά μονοπάτια, που φαίνονταν να προέρχονται περισσότερο από το garage rock, παρά από το hard rock, και να συμβάλουν στη νέα post-punk γενιά συγκροτημάτων, που ξεπρόβαλε στην συνέχεια της δεκαετίας και γινόταν όλο και πιο θορυβώδης, με συνεχώς πιο γρήγορα τέμπο.

Περιόδευαν σχεδόν για 8 χρόνια κατά μήκος της Αμερικής, συχνά πυκνά ντυμένοι με γκρι σακάκι και πουκάμισο ως κοινό τους dress code, και πραγματοποίησαν μερικά απ’ τα πιο αποπνικτικά δυνατά lives, που είχε την τύχη να δει το κοινό της εποχής. Ενώ, όμως είχαν κυκλοφορήσει 2 EPs, έπρεπε να περιμένουν μέχρι το 1988 για να κυκλοφορήσει το πρώτο και τελευταίο album τους, Step On A Bug, ένα περίπου χρόνο πριν από την επίσημη διάλυσή τους.

Κεφάλαιο Melvins

Το 1983 στην πόλη Montesano της Washington ξεπροβάλλει μία απ’ τις πιο εμβληματικές αμερικάνικες μπάντες της post-rock και post-punk περιόδου.

Δημιουργήθηκαν από τον επιβλητικό King Buzzo, κατά κόσμον Buzz Osborne και από τον “μετρονόμο” Dale Crover, ο οποίος μάλιστα υπήρξε περιστασιακά και drummer των Nirvana κατά την διάρκεια της ηχογράφησης του ντεμπούτου τους, Bleach, και πριν την έλευση τελικά του Dave Grohl. Όντας μέχρι και σήμερα οι βασικοί πυλώνες των Melvins, οι δυο τους, από κοινού με διάφορους ακόμη μουσικούς ανά καιρούς, δημιούργησαν μια μπάντα, που επρόκειτο να επηρεάσει καταλυτικά, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, όχι μονάχα την όλη σκηνή του grunge, αλλά και σχεδόν οποιοδήποτε συγκρότημα του σκληρού rock ήχου.

Με τρομερή αρέσκεια στους πειραματισμούς – τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται ακόμη και με δύο drummers – και με πρωτοφανή ευκολία στα περάσματα μεταξύ των ρυθμών αποτελούν εν τέλει μία από τις χαρακτηριστικότερες no-genre μπάντες έχοντας παίξει ουσιαστικά, εάν χρειάζεται να αναφερθούμε σε είδη, από stoner, sludge και doom metal έως hardcore punk και alternative rock, έχοντας, ωστόσο, όπως είναι εμφανές, πάντοτε τον θόρυβο ως κοινό παρονομαστή.

Έχουν αφήσει ήδη παρακαταθήκη 24 studio albums από το 1987 έως σήμερα, με τα Houdini (1993) και Stoner Witch (1994) να ξεχωρίζουν, αν μη τι άλλο, ανάμεσά τους. Ιδίως το πρώτο αποτελεί δίχως αμφιβολία ένα από τα πιο σημαδιακά albums της δεκαετίας του ’90 και δεν υπάρχει περίπτωση καμία μετέπειτα grunge και post-grunge μπάντα να μην το συμπεριλάβει είτε στα αγαπημένες της δουλειές, είτε αντίστοιχα στις βασικές επιρροές της.

Κεφάλαιο Green River

Λίγο αργότερα από τους Melvins, στις αρχές του 1984, οι Mark Arm, Alex Vincent, Steve Turner και Jeff Ament δημιουργούσαν, στο Seattle, τους Green River, με τους Stone Gossard και Bruce Fairweather να εισέρχονται λίγο αργότερα.

Παρ’ όλο που την περίοδο εκείνη δεν έλαβαν ιδιαίτερης αναγνώρισης εκτός της πόλης τους, αργότερα έμελλε να θεωρούνται από πολλούς οι “παππούδες” του grunge. Κι όχι άδικα, μάλιστα, αν αναλογιστεί κανείς κάποια απλά γεγονότα.

Ήταν γέννημα θρέμμα του Seattle, επίκεντρου της grunge σκηνής, καθώς και η πρώτη μπάντα, που ο ήχος της δεν προσομοίαζε περισσότερο στο metal ή το punk, αλλά έφερε ξεκάθαρα ένα καινούριο ενδιάμεσο ηχητικό στίγμα, που επρόκειτο να αποτελέσει ακριβώς και την ουσία του grunge.

Πέραν αυτών, βασικό ρόλο, βέβαια, στην βαρύτητα, που δικαίως τους δίνεται σήμερα, όπως και στο μοναδικό studio album τους, το Rehab Doll, που κυκλοφόρησαν το 1988, ενώ η διάλυσή τους ήταν δεδομένη ήδη μερικούς μήνες νωρίτερα, διαδραμάτισε το γεγονός πως εν συνεχεία όλοι τους ξεχωριστά, πέραν του Alex Vincent, συμμετείχαν με καίριο τρόπο στην εξέλιξη της σκηνής. Ο Mark Arm με τον Steve Turner σχημάτισαν τους Mudhoney, ο Jeff Ament και ο Stone Gossard εκτελούν αντίστοιχα χρέη μπασίστα και κιθαρίστα στους Pearl Jam από το 1990 κι έπειτα, ενώ ο Bruce Fairweather αποτέλεσε τον μπασίστα των Love Battery σχεδόν για ολόκληρη την επόμενη δεκαετία, έχοντας ήδη συνεργαστεί το 1990 ξανά με τους Ament και Gossard στους Mother Love Bone του ευφυή Andrew Wood, που είχε ξεκινήσει με τους Malfunkshun,  κι ο οποίος, όμως, βρέθηκε νεκρός, ωστόσο την ίδια χρονιά, αποτελώντας τον πρώτο της σκηνής που “έφευγε” από υπερβολική δόση, σε ηλικία μόλις 24 ετών.

Ολόκληρη η ιστορία των Green River μπορεί να συμπυκνωθεί ιδανικά σε λίγες λέξεις στον τίτλο του τραγουδιού τους “Together We’ll Never“. Χώρια, όμως, έχτισαν στην πορεία κυριολεκτικά την μισή σκηνή του  Seattle.

Κεφάλαιο Soundgarden

Την ίδια χρονιά (1984) και στην ίδια πόλη (Seattle), οι Chris Cornell, Kim Thayil και Hiro Yamamoto δημιουργούσαν τους Soundgarden, που επρόκειτο να διαμορφώσουν τον καινούριο ήχο μαζί με τους Green River και βέβαια να λάβουν σαφώς μεγαλύτερη αναγνώριση από αυτούς, ιδίως από τις αρχές της επόμενης δεκαετίας κι έπειτα.

Με αρκετά πιο βαρύ ήχο και σαφείς metal αναφορές περίμεναν κι αυτοί τέσσερα ολόκληρα χρόνια για να κυκλοφορήσουν το πολύ αξιόλογο ντεμπούτο τους, Ultramega OK, το 1988. Τα δύο τους αριστουργήματα, ωστόσο, Badmotorfinger και Superunknown, που τους έδωσαν κατευθείαν άλλη διάσταση και τους έθεσαν αυτόματα στο πάνθεον των συγκροτημάτων των ’90s, ήρθαν το 1991 και  το 1994 αντίστοιχα και η αλήθεια είναι πως όχι μόνο δεν τα ξεπέρασαν ποτέ, αλλά ούτε κοντά τους δεν έφτασαν, όσον αφορά τουλάχιστον ολοκληρωμένη δουλειά.

Όσα είχαν, βέβαια, ήδη δημιουργήσει ήταν παραπάνω από αρκετά για να θεωρείται καθοριστική η συμβολή τους στην σκηνή και σε όλον τον νέο ήχο, με τα φωνητικά του Cornell και τις χαρακτηριστικές τους κοφτές κιθάρες να ξεχωρίζουν, χωρίς να λείπουν ενίοτε και οι πολύ όμορφες μελωδίες.

Μην ξεχνάμε, άλλωστε, πως πέραν του γεγονότων πως ο Cornell, από κοινού φυσικά με τους Eddie Vedder (Pearl Jam) και Mark Lanegan (Screaming Trees) αποτελεί μία από τις κορυφαίες φωνές του grunge,  και πως οι Soundgarden ήξεραν την ακριβή χημεία για ένα βαρύ μεταλίζον κομμάτι, μας έχουν προσφέρει και μερικές απ’ τις πιο επικές grunge μπαλάντες.

Κεφάλαιο Skin Yard

Όντας φανερό πως φύσαγε έντονα ένας αέρας μουσικής διαφορετικότητας πλέον στο Seattle και στα εν γένει περίχωρα του, οι μπάντες άρχιζαν να ξεπροβάλλουν η μία μετά την άλλη. Έτσι έναν χρόνο μετά τους Green River και τους Soundgarden, το 1985, πρωτοεμφανίστηκαν στην πόλη οι Skin Yard, μία από τις πιο βαθιά και πραγματικά grunge μπάντες που υπήρξαν.

Δημιούργημα αρχικά των Daniel House και Jack Endino, κατάφεραν μάλιστα να κυκλοφορήσουν το ομώνυμο ντεμπούτο τους έναν χρόνο σχεδόν πριν από τους δύο προηγούμενους. Συνεχίζοντας ενεργά έως και το 1993, οι Skin Yard, όχι μόνο συνέβαλαν τα μέγιστα στην εδραίωση του grunge ήχου, συνδυάζοντας άπταιστα όλες τις κοινές πάνω κάτω επιρροές της σκηνής που στηνόταν, αλλά είχαν κι ένα από τα πιο φανατικά fan bases της πόλης, παρ’ όλο που δεν κατάφεραν ποτέ να λάβουν ανάλογη αναγνώριση και εκτός αυτής.

Παρά τις αρκετές ανακατατάξεις στην σύνθεση κατάφεραν, όχι μόνο να κυκλοφορήσουν 4 ακόμη albums μέσα στην επόμενη εξαετία, κερδίζοντας τον τίτλο μίας από τις μακράν πιο εμπνευσμένες μπάντες της σκηνής, αλλά και να μείνουν πιστοί στις αξίες τους και στον ήχο τους, όταν το grunge άρχιζε να λαμβάνει πλέον διεθνή αναγνώριση. Αυτό μπορεί και να τους στοίχισε εν μέρει, αλλά ίσως και να μην είχε καμία απολύτως σημασία από την άλλη, καθώς ουσιαστικά το κύκνειο άσμα τους είχε επέλθει ήδη από το 1991 και το προτελευταίο album τους, 1000 Smiling Knuckles, μετά κι από το οποίο ο Daniel House αποχώρησε οριστικά από το συγκρότημα.

Κεφάλαιο Screaming Trees

Την ίδια ακριβώς περίοδο, λίγα χιλιόμετρα μακριά, στο Ellensburg της Washington, ο Mark Lanegan, ο Mark Pickerel και τα αδέρφια Conner συγκεντρώνονταν μουσικά γύρω από το όνομα Screaming Trees, που έμελλε να αποτελέσει όνομα ταυτόσημο του grunge, τόσο λόγω όσων δημιούργησαν, όσο και του της έννοιάς του αυτής καθ’ αυτής.

Το 1987 αυτοί, έχοντας κυκλοφορήσει ήδη το ντεμπούτο τους, Clairvoyance, παρουσιάζαν το δεύτερο album τους, το υπέροχο Even If and Especially When, αν και η κατά γενική ομολογία κορυφαία τους στιγμή δεν ήρθε μέχρι το 1992 και το Sweet Oblivion.

Η ονειρική φωνή του Lanegan, οι ποιητικοί του στίχοι, οι στοιχειωτικές τους μελωδίες και οι περίεργες ιστορίες, που είχαν να περιγράψουν, οδηγούν άμεσα οποιονδήποτε στην παράβλεψη του γεγονότος πως οι Screaming Trees δεν δημιούργησαν ποτέ ένα πραγματικά αριστουργηματικό album, παρά μονάχα είχαν πολλές μικρές υπέροχες στιγμές, που μπορούσαν, ωστόσο να σε αγγίξουν κατευθείαν.

Και το γεγονός αυτό, μάλιστα, τείνει να μην έχει τελικά απολύτως καμία σημασία, γιατί οι Screaming Trees καταλήγουν να αποτελούν την πιο ποιητική μπάντα της πρώτης αυτής περιόδου της σύστασης της grunge σκηνής. Και όσον αφορά την ποίηση δεν χρειάζεται να είναι αριστουργηματική, χρειάζεται να μιλάει στην ψυχή σου. Και αυτό ο Lanegan με τους Screaming Trees ήξεραν να το κάνουν πολύ καλά, όπως και η ολόκληρη η grunge σκηνή εν τέλει.

Σχόλια