Τελειώνω το λίγο νερό που έχω πάνω μου για να καθαρίσω τελείως το πρόσωπό μου από την μπογιά. Αισθάνομαι τα μαλλιά μου σκληρά σαν πέτρα, το κόψιμο στα χέρια αρχίζει και τσούζει αλλά δεν είναι βαθύ. Ο Μιχάλης μου περνάει τις πληγές με οινόπνευμα και σε λίγο είμαστε ξανά στα πόδια μας. Το σκηνικό γύρω μας είναι κατεστραμμένο. Ο Μικές κλωτσάει άδεια μπουκάλια μπύρας και σπασμένους πάγκους ψάχνοντας ούτε και αυτός ξέρει για τι.

“Ξανα πες το.” λέει ήρεμα.
“Αυτά τα δύα παπάρια καθάρισαν τα παιδιά που είδαμε κάτω.” λέω ενώ αισθάνομαι τον θυμό μου να ξαναφουντώνει.
“Ήταν μόνο δύο. Στον πρώτο όροφο είναι πάνω από δέκα πτώματα.” λέει ο Μιχάλης.
“Δεν νομίζω να ζορίστηκαν τόσο” ξαναλέω.
“Όλα τα παιδιά που βρήκαμε στο στέκι είχαν μία πληγή από μαχαίρι στη βάση του λαιμού”
εξηγεί ο Παναγής “το πιο πιθανό είναι πως αυτοί οι δύο ήταν η σκοπιά και αποφάσισαν να σκοτώσουν όλους τους άλλους στον ύπνο τους”.
“Αν το έκαναν για τις προμήθειες τότε αυτές θα είναι ακόμα εδώ”.

Γυρνάμε και κοιτάμε τον Μιχάλη με ένα βλέμα απορίας ανάμεικτης με σοκ. Το βουνό από πτώματα στον πρώτο όροφο ή το γεγονός πως τους σκότωσαν άνθρωποι και όχι ζόμπι δεν τον αγγίζει στο ελάχιστο. Αυτό το παιδί έχει στομάχι από σίδερο. Προχωράει στο εσωτερικό του φωτογραφικού θαλάμου και ακούμε τον θόρυβο από πλαστικές σακούλες που κινούνται και σκίζονται.
“Yeap…εδώ είναι” λέει από το βάθος.

Μπαίνουμε μέσα στον θάλαμο ένας ένας. Ο νιπτήρας, το ψυγείο με τα χημικά, οι πάγκοι, το scanner, όλα έχουν τοποθετηθεί το ένα δίπλα στο άλλο πρόχειρα στην άκρη. Στην μέση του μικρού δωματίου υπάρχει μισή ντουζίνα μπλε σακούλες σκουπιδιών και super market. Από αυτές που άνοιξε ο Μιχάλης βλέπουμε να πέφτουν στο πάτωμα ξηρά τροφή, μπισκότα και κονσέρβες. Μία άλλη είναι γεμάτη ελαφρώς μαυρισμένα φρούτα. Δίπλα από την πόρτα εξάδες ΒΊΚΟΣ. Δεν το συζητάμε καθόλου. Γεμίζουμε την τσάντα μου και αυτήν του Μιχάλη μέχρι πάνω και τρώμε σαν λύκοι ό,τι δεν μπορούμε να πάρουμε μαζί μας.

Είναι μεσημέρι, τρεις η ώρα. Έχουμε κλειδώσει από μέσα την πόρτα του θαλάμου και ξεκουραζόμαστε στο πνιγηρό από τη ζέστη και τον ιδρώτα μας δωμάτιο. Κανείς δεν παραπονιέται. Ο Παναγής ξεκουράζεται σε μία άκρη. Κάνω το ίδιο. Ο Μικές βγαίνει κάθε πέντε λεπτά μπουσουλώντας στο μικρό μπαλκόνι που έχει ο θάλαμος και κοιτάζει έξω. Η πλατεία από κάτω μας είναι άδεια. Τα μαγαζιά απέναντι διαλυμένα. Στον ορίζοντα ανεβαίνει πυκνός καπνός από διάφορα σημεία της πόλης. Σύννεφα μαζεύονται σιγά σιγά στον ουρανό. Ίσως βρέξει.

Ο Μιχάλης κάθεται με την πλάτη στην πόρτα και ελέγχει τον εξοπλισμό μας. Καθαρίζει από το αίμα και τα κομματάκια εγκεφάλου το σφυρί μου, την σανίδα του Παναγή (που με κάθε χτύπημα όλο και λιγοστεύει αφήνοντας μέσα στα θύματά της κομμάτια από ξύλο που δεν μπορούμε ούτε καν να τραβήξουμε). Κρατάει για τον εαυτό του το μαχαίρι του Στάθη. Το νέο μας εύρημα είναι ένα μπαστούνι του baseball που ανακαλύψαμε πίσω από τον πάγκο με τις μισοεμφανισμένες φωτογραφίες και τα αρνητικά. Αν έχεις το θεό σου. Ο κόσμος βλέπει πολλές ταινίες με ζόμπι. Αυτό το κρατάει ο Μικές. Με το που το είδε κάβλωσε τόσο πολύ που δεν μας έκανε καρδιά να του το χαλάσουμε. Μόνο ο Παναγής προσπάθησε να του αλλάξει γνώμη.

“Ρε Μικέ, μην είσαι τέτοιος. Δώστο στον Μιχάλη. Τι να το κάνεις εσύ που κάθεσαι πίσω πάντα;”
“Style Points. Αλλά που να καταλάβεις εσύ.”
Κάπου εκεί η συζήτηση έληξε και ο Παναγής το πήρε απόφαση πως θα την έβγαζε με τη σανίδα μέχρι την αστυνομία.

Καθόμαστε να ξεκουραστούμε και να χωνέψουμε. Είναι πέντε ακριβώς. Κάνουμε μία επίσκεψη στην μικρή τουαλέτα του εικαστικού στον τρίτο όροφο και είμαστε να συνεχίσουμε. Έχουμε κάτι λιγότερο από τρεις ώρες μέχρι τη δύση του ήλιου, αλλά αυτό δεν έχει και πολύ σημασία. Τα κεντρικά της αστυνομίας απέχουν τριάντα μέτρα και είναι ακριβώς στο τέλος του δρόμου, γωνία Ερμού και Αλεξάνδρου Υψηλάντου. Φορτωνόμαστε τα πράγματα και κατεβαίνουμε τα σκαλοπάτια της σκάλας, πηδώντας πάνω από το πεσμένο πτώμα του παιδιού που βρήκαμε όταν ήρθαμε.

Βγαίνουμε για μία ακόμη φορά στο δρόμο και αυτή τη φορά ο ήλιος μας καίει. Προχωράω μπροστά και κολλητά πίσω μου είναι ο Παναγής. Πίσω ακολουθεί ο Μιχάλης φορτωμένος με τις δύο τσάντες και ο Μικές. Δεν υπάρχει λόγος να κρατάμε ανοιχτό σχηματισμό. Ο ήλιος είναι ακόμα με το μέρος μας. Φτάνουμε στην γωνία του δρόμου και στρίβουμε επιτόπου. Οι κλούβες που είναι συνήθως παρκαρισμένες μπροστά από την είσοδο είναι άφαντες. Μπροστά μας εμφανίζεται το γωνειακό φυλάκιο της σκοπιάς, με τα τζάμια σπασμένα. Μέσα βλέπουμε μία καρέκλα γεμάτη αίμα, αλλά πουθενά κάποιο σώμα. Ο Μικές κάνει νόημα πως θα περιμένουν εκεί και με στέλνει μπροστά. Προχωρώ σκυμμένος μέχρι την μεγάλη κεντρική είσοδο. Με την πλάτη στον τοίχο και ενώ είμαι ακόμμα σκυμμένος τεντώνω το κεφάλι ροσπαθώντας να δω στο εσωτετερικό. Στο βάθος φαίνονται σκάλες. Δίπλα από τις σκάλες το ασανσέρ. Αριστέρα από το ασανσέρ θυμάμαι πως είναι τα γραφεία των διοικητικών υπηρεσιών. Δεξιά από το ασανσέρ μία μισάνοιχτη δίφυλλη πόρτα που δεν έχω ιδέα που βγάζει. Δεν φαίνεται τίποτα ανησυχητικό. Μπαίνω μέσα κάνοντας ταυτόχρονα νόημα στους άλλους πως το πεδίο είναι ελεύθερο.

Στο εσωτερικό τα μεγάλα δίπλά φώτα είναι ακόμα ανοιχτά, αν και κάποια είναι σπασμένα ή αναβοσβήνουν από spikes στην τάση του ρεύματος. Ο Μικές μας δείχνει με το δάχτυλο ένα διάγραμμα δίπλα από το ασανσέρ. Πλησιάζουμε και το ελέγχουμε. Είναι ένας κατάλογος με τις υπηρεσίες που λειτουργούν σε κάθε όροφο του κτηρίου. Ο Μιχάλης το διαβάζει μουρμουριστά:

“Ισόγειο αστυνομική διεύθυνση και ανακριτήριο, υπόγειο οχήματα μεταφοράς προσωπικού , πρώτος όροφος διοικητικές υπηρεσίες και γραμματεία..” συνεχίζει ακόμα πιο χαμηλόφωνα μέχρι που δεν βγάζει πλέον κανένα νόημα. Τελειώνει βλαστημώντας σιγανά.

“Σκατά, δεν λέει τίποτα”
“Δεν λέει πουθενά οπλοστάσιο;” λέει ο Παναγής
“Σιγά μην έλεγε που είναι τα όπλα στο διάγραμμα του ασανσέρ” λέει ο Μικές “όχι, σκεφτείτε, που θα τα είχαν;”
“Εκεί που είναι τα οχήματα των ΜΑΤ;” λεω.

Δεν είναι κακή ιδέα. Αποφασίζουμε να την ελέγχξουμε.
Ο Μικές με στέλνει μαζί με τον Μιχάλη στο υπόγειο μήπως μπορέσουμε να βρούμε την είσοδο προς το parking κάτω από το κτήριο. Αυτός παίρνει τον Παναγή και είναι έτοιμοι να ανέβουν στον πρώτο όροφο. Πριν χωριστούμε μου παίρνει το σφυρί και μου δίνει το μπαστούνι του baseball.
“Κάτι μου λέει πως θα το χρειαστείς” λέει με νόημα. Κοιτάζει το σφυρί, παρά τις προσπάθειες του Μιχάλη είναι διαλυμμένο από τα πολλά χτυπήματα, ενώ έχει μείνει μόνο η μισή λαβή. Το πεταέι σε μία άκρη, χωρίς να φαίνεται να τον νοιάζει ο θόρυβος που προκαλεί αυτή του η ενέργεια.
Τον κοιτάω σαν χαμένος.
“Τι θα έχεις εσύ;”
Μου χαμογελά σαν διάβολος.
“Ούτε που πρόκεται να με αγγίξουν.”

Κατεβαίνω τη σκάλα με τον Μιχάλη. Είμαι μπροστά και κρατάω σφιχτά και με τα δύο χέρια το μπαστούνι. Είναι πιο βαρύ από όσο το περίμενα αλλά κάθεται πολύ καλά στα χέρια και αυτό με ευχαριστεί. Ο Μιχάλης είναι τόσο κοντά μου που από πίσω μου ακούω την ανάσα του λες και είναι μέσα στο αυτί μου. Όσο προχωράμε τόσο περισσότερο το σκοτάδι πυκνώνει και τα σκαλοπάτια στενεύουν. Το μόνο που μας εμποδίζει από το να φάμε τα μούτρα μας είναι οι μικρές θαμπές ενδείξεις με το σήμα EXIT που βρίσκουμε κάθε λίγα μέτρα.

Στο τέλος της σκάλας διακρίνουμε με δυσκολία μία μεγάλη σιδερένια πόρτα. Ο Μιχάλης την δοκιμάζει πρώτος. Είναι κλειδωμένη. Δίπλα από την πόρτα μία μικρή εσοχή στον τοίχο με ένα μικρό γραφείο, φορτωμένο με ντοσιέ, μισογεμάτες κούπες καφέ, σφραγίδες και πεταμένα στυλό. Πίσω από το γραφείο μία καρέκλα τραβηγμένη μέχρι τον τοίχο. Ο χώρος γύρω μας είναι μικρός σαν τουαλέτα. Επικρατεί σχεδόν τέλειο σκοτάδι.

“Γυρνάμε πίσω;” λέω ανυπόμονα. Σπάστηκα που η πόρτα ειναι κλειστή και αισθάνομαι πολύ ανήσυχος να έχουμε χωριστεί από τους άλλους τόσο γρήγορα. Ο Μιχάλης επιμένει.
“Μπορεί να υπάρχουν κλειδιά σε ένα από τα συρτάρια” λέει και πάει να κάνει τον γύρω του γραφείου.

Με το που πηγαίνει δίπλα από την καρέκλα κάτι θολό πετάγεται κάτω από το γραφείο και τον κολλάει στον τοίχο. Από την έκπληξη δεν αντέδρασα αμέσως. Ο Μιχάλης σκάει με τόσο δύναμη στον τοίχο που το κεφάλι του ακούγεται καθώς χτυπάει σαν καμπάνα. Ανοιγοκλείνω τα μάτια προσπαθώντας να καταλάβω το περίγραμμα αυτου που του επιτίθεται. Βλέπω μία ξανθιά κοτσίδα να κουνιέται σαν τρελή μπροστά μου. Το ζόμπι έχει σηκωμένα τα χέρια στον αέρα; Τα μάτια μου συνηθίζουν στο σκοτάδι και βλέπω τον Μιχάλη να παλεύει να κρατήσει τα χέρια του ζόμπι στον αέρα. Το μαχαίρι έχει πέσει από τα χέρια του κάπου στο πάτωμα. Το κεφάλι της γυναίκας ξαφνικά γέρνει προς τα πίσω τόσο πολύ που για μία στιγμή βλέπω ξεκάθαρα τα μάτια της να με κοιτάνε με κακία. Ύστερα με απίστευτη φόρα το εκσφενδονίζει μπροστά και ο Μιχάλης ίσα που προλαβαίνει να τεντώσει τον λαιμό του στο πλάι. Το κεφάλι του ζόμπι βυθίζεται δύο εκατοστά μέσα στον τοίχο. Αίμα πετάγεται πάνω στο πρόσωπο του Μιχάλη. Ακούω δόντια να σπάνε. Το ζόμπι επιτίθεται με μηδενική προφύλαξη. Ξαναφέρνει το κεφάλι πίσω και αυτή τη φορά τα μάτια του είναι καλυμμένα με αίμα, τα δύο μπροστινά δόντια μαζί με τον ένα κυνόδοντα είναι σπασμένα
στη μέση. Το ουρλιαχτό που βγαίνει από το ανοιχτό του στόμα με παγώνει στη θέση μου. Ακούω τον Μιχάλη να μου φωνάζει λες και είναι πολύ μακριά μου.
“ΞΥΠΝΑ!!!”
Ξαναβρίσκω τον έλεγχο των άκρων μου. Κάνω ένα βήμα μπροστά σφίγγοντας το μπαστούνι στα χέρια μου και προσπαθώ να χτυπήσω το κεφάλι του ζόμπι λες και είναι πινιάτα. Το ζόμπι έχει ήδη τινάξει ξανά το κεφάλι του με δύναμη προς τον Μιχάλη. Αστοχώ για ένα εκατοστό χτυπώντας τα λερωμένα με αίμα μαλλιά της. Ο κορμός μου στρίβει απότομα αριστερά και σχεδόν χάνω την ισορροπία μου. Με τρόμο γυρνάω το βλέμμα προς τον Μιχάλη πριν ακόμα τα δόντια του ζόμπι τον πλησιάσουν. Τον βλέπω να κάνει το αδιανόητο. Με το που με είδε να αστοχώ δαγκώνει τα χείλη, σκληραίνει το βλέμμα και βγάζοντας ένα θυμωμένο γρύλλισμα κατεβάζει και εκείνος το κεφάλι του πάνω στο ζόμπι. Είναι πιο ψηλός από εκείνο. Το πετυχαίνει με κούτελο στη μύτη πριν τα δόντια πλησιάσουν τον λαιμό του. Ένα ανατριχιαστικό κρακ ακούγεται στον χώρο και το κεφάλι του ζόμπι τινάζεται προς τα πίσω σαν να το χτύπησε ρεύμα. Τα μάτια του έχουν γυρίσει ανάποδα, ένα βαθύ λαρύγγισμα απλώνεται μέσα στο σκοτάδι και απλώνεται στα σκαλοπάτια πίσω μας. Κάνουμε υπερβολικά πολλή φασαρία. Βρίσκω την ισορροπία μου και αυτή τη φορά κατεβάζω το μπαστούνι κάθεται και όχι οριζόντια, σημαδεύοντας το ματωμένο κούτελο αυτου που κάποτε πρέπει να ήταν μία αρκετά σέξυ ξανθιά. Το μπαστούνι την βρίσκει στο δόξα πατρί, κολλάει πάνω στη μύτη της που ήταν ήδη σπασμένη από το χτύπημα του Μιχάλη και κατεβάζει το κεφάλι προς τα κάτω λες και είναι διακόπτης του ρεύματος. Ο λαιμός σπάει στα δύο και ο Μιχάλης βρίσκει την ευκαιρία να σπρώξει με το ένα πόδι το ζόμπι πίσω. Την πετάει πάνω στο γραφείο. Από εκεί πέφτει κάτω και αρχίζει να τινάζεται και να προσπαθεί να φέρει το κεφάλι της ξανά στη θέση του. Ο Μιχάλης δεν της δίνει τον χρόνο. Κλωτσάει την καρέκλα που παρεμβάλονταν ανάμεσά τους, πάει πάνω από το κεφάλι του ζόμπι που τινάζονταν σε τυχαίες κατευθύνσεις και αρχίζει να κατεβάζει το πόδι του με μανία. Κάθε χτύπημα βυθίζονταν όλο και πιο βαθιά μέσα στο κρανίο. Σε κάθε χτύπημα ο Μιχάλης ήταν όλο και πιο θυμωμένος.
“ΜΩ-ΡΗ-ΚΑΡ-ΓΙΟ-ΛΑ”

Συνέχιζε να κατεβάζει το πόδι μέχρι που ο ήχος από το κόκκαλο που σπάει έδωσε τη θέση του σε εκείνον του ποδιού που βυθίζεται μέσα στην λάσπη. Όταν τελείωσε ήταν ξέπνοος. Μάζεψε το μαχαίρι από κάτω και καθάρισε το παπούτσι του πάνω στα ρούχα της γυναίκας.
“Καθόλου σεξιστικό” μουρμούρισα ήσυχα.
Ο Μιχάλης με κοιτάζει σαν δαίμονας.
“Αν το πετύχαινες με την πρώτη αντί να κάνεις τον μαλάκα δεν θα κουτούλαγα ΕΝΑ ΓΑΜΗΜΕΝΟ ΖΟΜΠΙ”
“Οκ, οκ. Λάθος μου. Γαμώ τα νεύρα σου πρόεδρε…”
Για μία στιγμή νόμιζα θα μου έκοβε το λαιμό αλλά τον είδα να συγκρατιέται. Πήρε μία βαθιά ανάσα και τον είδα να ηρεμεί.
“Ψάξε για κλεδιά στα συρτάρια. Κάπου εδώ πρέπει να είναι”.
Πέφτουμε και οι δύο με τα μούτρα στο ψάξιμο. Παρόλο που έχουμε πλέον συνηθίσει στο σκοτάδι δεν μπορούμε να δούμε και πολλά στον χαμό. Καταφέρνω όμως να βρω στο βάθος ενός συρταριού ένα μεγάλο μπρελόκ με τέσσερα βαριά κλειδιά περασμένα μέσα του. Γυρίζω προς την πόρτα και ψάχνω για κλειδαριές. Βρίσκω τρεις, μία πάνω αριστερά, μία δίπλα από το βαρύ σιδερένιο πόμολο και μία κάτω, πάνω από έναν μικρό σύρτη.

Φωνές ακούγονται τώρα από τις σκάλες και με παγώνουν στη θέση μου. Τεντώνουμε τα αυτιά μας και προσπαθούμε να καταλάβουμε αλλά οι ήχοι είναι πολύ μπερδεμένοι για να βγάλουμε νόημα. Βλέπω τον Μιχάλη να προχωράει προς τη βάση της σκάλας και πριν πλησιάσει καν στο τελευταίο σκαλοπάτι βλέπω τον Μικέ να πηδάει δύο δύο τα σκαλοπάτια κατεβαίνοντας την σκάλα τόσο γρήγορα που έπεσε μπροστά στα πόδια μας. Σηκώνεται με τα μάτα γουρλωμένα και μας κοιτάζει σαν τρελός. Είναι μόνος του.
“Μικέ; Που είναι ο Παναγής;”
Δεν έχει πάρει ακόμα ανάσα. Τα μάτια του διαστέλλονται και μετά πέφτουν στο βάθος πίσω μας. Μιλάει με βραχνιασμένη φωνή.
“Πρέπει να ανοίξουμε αυτήν πόρτα..τώρα…. αυτή τη στιγμή…μας κυνηγάει ο διάολος.”

Σύνοψη και επεξήγηση

Στο συγκεκριμένο σημείο θα τοποθετούνται με χρονική σειρά τα κεφάλαια του CZA. Για να θυμηθείς τα προηγούμενα κεφάλαια ρίξε μία ματιά εδώ:

1.Κεφάλαιο 1ο

2.Κεφάλαιο 2ο

3.Κεφάλαιο 3ο

4.Κεφάλαιο 4ο

5.Κεφάλαιο 5ο

6.Κεφάλαιο 6ο

 

Ο τίτλος του παρόντος, CZA, είναι το ακρώνυμο του C.E.I.D. Zombie Apocalypse.

Info

Οι συντάκτες του Frapress.gr διατηρούν τα πνευματικά δικαιώματα όλων των κειμένων και άλλων δεδομένων που παρουσιάζουν. Αν σε κάποιο άρθρο δεν αναφέρεται συντάκτης ή άλλη πηγή συγγραφής, τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν στο Frapress.gr.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να δείτε εκτενώς τους όρους χρήσης του Frapress.gr εδώ.

Σχόλια