Ο Ανώνυμος Μαθητής της “Αμαραντείου Σχολής” (7ο δημοτικό σχολείο Ρόδου) καλωσορίζει τη νέα σχολική χρονιά…

Η ομολογία μιας τσάντας

Σε είδα. Με πλησίασες διστακτικά, με αγριοκοίταξες ξεφυσώντας απ’ την απόγνωση και με έσυρες με διαδοχικές κλωτσιές μέχρι να φτάσω στο γραφείο σου. Μόνο τότε έκανες τον κόπο να σκύψεις για να με ανοίξεις. Τράβηξες χωρίς λύπηση το φερμουάρ λες και μ’ αυτήν την κίνηση θα κατάφερνες να γυρίσεις αστραπιαία το χρόνο πίσω και να βγάλεις από μέσα μου ένα νεογέννητο καλοκαίρι.

Αντί γι’ αυτό έβγαλες δύο ρακέτες, μερικά κίτρινα σπασμένα μπαλάκια (πάλι της πλάκας αποδείχτηκαν), μια πατσαβουριασμένη άσπρη μπλούζα, λερωμένη με κάτι περίεργες ωχρές κηλίδες και κάτω από αυτή ένα μισάνοιχτο μπουκαλάκι αντηλιακού που κειτόταν ακίνητο προσπαθώντας να μην κινήσει υποψίες. Αφού έβγαλες και το τελευταίο αντικείμενο, με αναποδογύρισες έξω από το παράθυρο και με τίναξες με δύναμη για να φτύσω και τους τελευταίους κόκκους άμμου μαζί με τα βοτσαλάκια που είχαν σφηνωθεί στις γωνίες μου.

Έπειτα, έχωσες το κεφάλι σου μέσα μου για να πάρεις μια ακόμα βαθιά εισπνοή καλοκαιριού, έτσι όπως την είχαν ποτίσει στην ατμόσφαιρά μου η θαλασσινή αρμύρα, το αντηλιακό και το χνούδι από τα ξεφτισμένα μπαλάκια. Κι όπως ξεπρόβαλες ξανά, τότε συνέβη. Ένα δροσερό αεράκι ξεγλίστρησε από το φθινοπωρινό του καταφύγιο και σου χάιδεψε το μέτωπο.

Παραδέξου το λοιπόν, σε είδα. Χαμογέλασες. Κι ας μην είχε χαθεί εντελώς το στραβομουτσούνιασμά σου. Γιατί τα θυμήθηκες όλα κι όσο να πεις, σου είχαν λείψει λίγο. Η παρέα και οι πλάκες της στα διαλείμματα, ο ήχος του κουδουνιού, τα φρέσκα βιβλία που όσο κι αν τα πιέζεις για ν’ ανοίξουν κλείνουν από μόνα τους, η μύτη του μολυβιού που σπάει καθώς το πιέζεις για να προλάβεις τη δασκάλα που τα λέει γρήγορα και τόσα ακόμα.

Άνοιξες το αγαπημένο σου τετράδιο κι έγραψες την ημερομηνία: «Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013». Χαμογέλασες ξανά. «Ήρθε κιόλας το πρώτο σαββατοκύριακο», σκέφτηκες. Αλλά εδώ που τα λέμε, χωρίς τις «σχολικές μέρες», τι νόημα θα είχε κι αυτό. Χτύπησε το κουδούνι. Μπαίνουμε;

(Σεπτέμβρης 2013)

 

Όνειρο φθινοπωρινής νυκτός

Ξύπνησα απότομα και τινάχτηκα από το κρεβάτι μου. Λουσμένος στον ιδρώτα και λαχανιασμένος. Λες και μόλις είχα κόψει το νήμα του τερματισμού σε κάποιον μαραθώνιο στον οποίο για άγνωστο λόγο επέλεξα να αγωνιστώ ξυπόλητος φορώντας τις πιτζάμες μου. Τι όνειρο κι αυτό…

Έτρεχα με μανία, ξυπόλητος. Δεν ξέρω αν με κυνηγούσε κάποιος. Φορούσα πάντως μόνο το μαγιό μου κι ανέμιζα πίσω από την πλάτη μου μια πετσέτα σαν να ήταν η μπέρτα ενός υπερήρωα. Ενός υπερήρωα που πάνω στη βιασύνη του φαίνεται ξέχασε να φορέσει τουλάχιστον παντόφλες.

Ώσπου κατέληξα σε μια απέραντη παραλία. Η άμμος της ήτανε καυτή, τόσο, που μου ήταν αφόρητο να πατήσω έστω και στο ένα πόδι ή την ξερή του φτέρνα που καιγόταν πιο δύσκολα από τα δάχτυλα. Κι έτσι συνέχισα να τρέχω, παίρνοντας φόρα για ένα μακροβούτι που θα άφηνε ιστορία. Καθώς πλησίαζα όμως στην ακτή, ένα περίεργο φαινόμενο άρχισε να συμβαίνει γύρω μου.

Εκεί, που προηγουμένως έβλεπα ομπρέλες, άρχισαν να εμφανίζονται γιγαντιαία μολύβια καρφωμένα στην άμμο, κι οι ξαπλώστρες σιγά-σιγά μεταμορφώνονταν σε πελώριες σβήστρες, με τις οποίες σίγουρα ήταν πολύ δύσκολο να σβήσεις έναν λάθος «τόνο» σε μία λέξη. Ξαφνικά, συνειδητοποίησα ότι η άμμος δεν ήταν πλέον τόσο καυτή και σκύβοντας το κεφάλι διαπίστωσα έκπληκτος ότι δεν έτρεχα πια πάνω σε κανονική άμμο… αλλά σε μία άλλη, πιο σκουρόχρωμη και πιο δροσερή η οποία μουτζούρωνε κιόλας τις πατούσες μου! Ναι, αυτό είναι, ήταν ξύσματα μολυβιού…

Ξανασήκωσα το κεφάλι για να κάνω τις τελευταίες δρασκελιές πριν το μεγάλο μακροβούτι και τότε φρέναρα αστραπιαία, γλιστρώντας σαν σκιέρ πάνω στη «μαύρη άμμο». Η θάλασσα είχε εξαφανιστεί… σχεδόν. Ή, πιο σωστά, υπήρχε ακόμα εκεί αλλά δεν έμοιαζε με θάλασσα. Το χρώμα της ήταν λευκό, λίγο κιτρινισμένο ίσως από τον ήλιο. Δεν σήκωνε ούτε ένα τόσο δα κυματάκι λες και ήταν πλέον στερεή, φτιαγμένη από λείο χαρτί, όπως ακριβώς είναι το φρεσκοτυπωμένο. Κι ένιωθα και τη μυρωδιά της, που μόνο ψαρίλα και ιωδίλα δε θύμιζε.

Ήταν αυτή η ίδια μυρωδιά του φρεσκοτυπωμένου χαρτιού, αυτή που αναβλύζει από οποιοδήποτε βιβλίο όταν το ανοίγεις για πρώτη φορά. Και τότε μονομιάς γαλήνεψα. Σα να μου φαίνονταν όλα γύρω μου φυσιολογικά. Έκανα δύο βήματα πίσω για να πάρω φόρα και…

Τότε άνοιξα τα μάτια. Από τη φωνή της μαμάς που προσπαθούσε να με ξυπνήσει εξ’ αποστάσεως για να μην αργήσω στον αγιασμό του σχολείου. Πλύθηκα για να φύγει ο ιδρώτας, φόρεσα τα καινούρια μου ρούχα και τρύπωσα κρυφά στο δωμάτιο των γονιών μου για να βάλω λίγη κολόνια, όσα «ψιτ» πρόλαβα δηλαδή.

Άνοιξα το συρτάρι μου για να πάρω ένα ζευγάρι κάλτσες, κι όπως σήκωσα τα πόδια μου για να τις φορέσω… είδα τις πατούσες μου μουτζουρωμένες! Με εκείνη τη «μαύρη άμμο»… στο όνειρο! Μέχρι να συνέλθω από το σοκ θυμήθηκα και κάτι ακόμα… στη θάλασσα επέπλεε μια φράση: «Καλή σχολική χρονιά!»

(Σεπτέμβρης 2014)

 

Με δύο τσάντες κι ένα τετράδιο

Παρέμεινα για αρκετή ώρα ακινητοποιημένος, με το ακονισμένο μου μολύβι χαλαρά σφηνωμένο ανάμεσα στα δάχτυλα του δεξιού μου χεριού πάνω από τη δεύτερη κενή σελίδα του καινούριου μου τετραδίου. Την πρώτη σελίδα πάντα την άφηνα αχρησιμοποίητη από μια υποσυνείδητη επιθυμία να διασφαλίσω μια δεύτερη ευκαιρία στην «αρχή» που ως γνωστόν «είναι το ήμισυ του παντός.»

Ωστόσο, το μολύβι μου παρέμενε μετέωρο, η σκέψη μου άγονη και το βλέμμα μου απορροφημένο σαν να πόζαρα ξανά για την αναμνηστική φωτογραφία του νηπιαγωγείου. Οι αναμνήσεις μου γλυκόπικρες από αυτό το καλοκαίρι και η χαρά μου μεγάλη, σχεδόν λυτρωτική για την επιστροφή μου στο σχολείο. Θα νόμιζε κανείς ότι μετρούσα αντίστροφα για το γυρισμό στο σχολείο, την ίδια στιγμή που θα έπρεπε να εφευρίσκω τρόπους για να παρατείνω το καλοκαίρι. Ή μάλλον να το καλοπιάσω.

Αν το φετινό καλοκαίρι ήταν ενήλικας, θα έλεγα ότι έκανε απεργία. Αλλά επειδή μ’ αρέσει να το αντιμετωπίζω σαν συνομήλικό μου, θα πω ότι έμοιαζε να έχει καθίσει σε μία γωνία μουτρωμένο, με σταυρωμένα τα χέρια, χωρίς πολλή όρεξη για παιχνίδι, παρά τον γενναιόδωρο ήλιο του, σα να διαμαρτυρόταν για κάτι…

Και μέσα από αυτό το σκυθρωπό του ύφος, η θάλασσα έδειχνε πιο σκουρόχρωμη απ’ ό,τι συνήθως. Το σωσίβιό μου ξεφούσκωνε όποτε άγγιζε την επιφάνειά της, ενώ η φουσκωτή μου βάρκα γέμιζε νερά και το κουπί της έσπαγε σαν να μην κωπηλατούσα στο νερό αλλά στο χώμα.

Έκλεισα το τετράδιό μου απότομα χωρίς να γράψω το παραμικρό. Παρατήρησα το εξώφυλλό του. Η απόχρωσή του έμοιαζε αρκετά με αυτή της θάλασσας. Η ετικέτα του ήταν ακόμα κενή μιας και είχα ξεχάσει να την συμπληρώσω. Και στην πρώτη μου απόπειρα η μύτη του μολυβιού έσπασε. Έπιασα ένα στυλό που βρέθηκε κοντά αλλά μάταια. Το μελάνι του είχε στεγνώσει και η μύτη του περισσότερο χάρασσε παρά έγραφε στην ετικέτα.

Έξυσα ξανά το μολύβι υπομονετικά κι έγραψα:

Όνομα: Ανώνυμος
Επίθετο: Μαθητής
Τάξη: Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ’
Σχ. Χρονιά: 2015-2016

Έβαλα το τετράδιο μες στην καινούρια μου τσάντα και πριν ξεκινήσω για το σχολείο κοντοστάθηκα. Επέστρεψα στο δωμάτιο μου και βρήκα σφηνωμένη ανάμεσα στον τοίχο και στη βιβλιοθήκη μου την περσινή μου τσάντα. Έβγαλα το τετράδιο από την καινούρια τσάντα, το άνοιξα στην πρώτη του σελίδα κι έγραψα πολύ προσεγμένα μία μόνο φράση: «Καλή σχολική χρονιά!». Το έκλεισα βιαστικά, το έβαλα στην παλιά μου τσάντα κι αυτήν με τη σειρά της μέσα στην καινούρια. Πού ξέρεις άλλωστε…

Αν το φετινό καλοκαίρι ήταν πράγματι κάποιος μουτρωμένος συνομήλικός μου, μπορεί ανάμεσα στα υπόλοιπα να του έλειπε κι αυτό, μία τσάντα κι ένα τετράδιο…

(Σεπτέμβρης 2015)

 

Επιμέλεια κειμένων: Δημόκριτος & Σταμάτης Παπαδόπουλος

*Ο Ανώνυμος Μαθητής διατηρεί τη δική του χειροπιαστή, χάρτινη σελίδα την οποία κατά καιρούς καρφιτσώνει σε ένα ξύλινο τρίποδο στο προαύλιο του σχολείου. Πάνω σ’ αυτήν αποτυπώνει και μοιράζεται τις προσωπικές του σκέψεις με αφορμή διάφορες σημαδιακές μέρες της σχολικής χρονιάς. Τα παραπάνω κείμενα είναι τρία “καλωσορίσματα” που έχει αναρτήσει.

Σχόλια