«Όποιος αποκτά δω πέρα πλούτη, δόξα και τιμή, αποθνήσκει μιαν ημέρα και τα χάνει στη στιγμή. Όποιος όμως κοπιάσει κι αποκτά την αρετή, και το χώμα αν τον σκεπάσει, πάλι κτήμα του είναι αυτή.»

Είναι απίστευτο και άξιο σχολιασμού και προβληματισμού, οι ουσιαστικές σκέψεις του χθες που έχουν ρίζες μέχρι και σήμερα…

119 χρόνια μετά το θάνατο του μεγάλου Έλληνα πεζογράφου,ποιητή και σημαντικού εκπρόσωπου της ελληνικής λογοτεχνίας, ξαναθυμόμαστε την ζωή και το έργο του.


 

Ο Γεώργιος Βιζυηνός γεννιέται στη Βιζύη της Θράκης το 1849. το 1873 γνωρίζεται με τον προστάτη και χορηγό του Γεώργιο Ζαρίφη, που τον βοηθά στις σπουδές του. Σπουδάζει στην Αθήνα , τη Γερμανία και στη Λειψία, απ’ όπου παίρνει διδακτορικό δίπλωμα για το Παιχνίδι από άποψη ψυχολογική και παιδαγωγική, ενώ αναλαμβάνει υφηγητής στο πανεπιστήμιο Αθηνών με την Φιλοσοφία του Καλού παρά Πλατίνω. Έτσι, ο κόσμος του παιδιού τίθεται στο κέντρο του ενδιαφέροντος του.

Ο Βιζυηνός διαβάζει μπαλάντες, τις μεταφράζει και έρχεται σε επαφή με το έργο του Schiller και του Goethe, καθώς οι μπαλάντες τους ταιριάζουν στην ελληνική μυθολογίακαι την ελληνική λαϊκή παράδοση. Στρέφεται με αυτό τον τρόπο στην λαογραφία. Οι μπαλάντες είναι αφηγηματικά δραματικά ποιήματα που εκφράζουν τον Βιζυηνό. Σ’ αυτό συμβάλει η επικολυρική και δραματική φύση της μπαλάντας που του ανοίγει τους δρόμους της αφήγησης, του δράματος, της λαογραφίας, του παραμυθιού, του ρομαντικού πάθους, του μυστηρίου, χωρίς κιόλας να έχει στυλιζαριστεί από την Φαναριώτικη ποίηση. Επιπλέον, δεδομένου ότι ο Βιζυηνός είναι ζωγράφος χαρακτήρων και χρησιμοποιεί το δραματικό στοιχείο, η μπαλάντα είναι πρωταρχική πηγή έμπνευσης. Ο Βιζυηνός γνωρίζει την παράδοση, τα συλλογικά αρχέτυπα, τους μύθους, τη λαϊκή βιοθεωρία. Έχει επίσης γνωρίσει την ορφάνια, την φτώχεια, την ανασφάλεια, ένω ως Τουρκομερίτης ζει την ιστορία, τη γείτνιαση αλλοεθνών ως ομοιότητα, ως διαφορά και ως απειλή, κατατρεγμό και ανάγκη ανακωχής και συμβίωσης.

Ως λογοτέχνης ξεκίνησε με την ποίηση. Είναι λυρικός ποιητής όχι όμως υψηλής ποιότητας, δεμένος με την φαναριώτικη ποίηση. Συνδέεται με τη φαναριώτικη ποίηση όχι λόγω μόρφωσης αλλά και επειδή οι προστάτες του προέρχονται από αυτήν. Παρότι έχει ταλέντο, η ποίησή του, με τους κανονισμούς του ρομαντισμού, τους διαγωνισμούς, την αρχαιοπρέπεια, το διδακτισμό, υπονομεύεται, παρότι τελικά εντός της βρίσκουμε τα σπέρματα του νέου λόγου της γενιάς του 1880.
Το 1873 δημοσιεύει τα Ποιητικά Πρωτόλεια και τον επικολυρικό Κόρδο.
Τα Ποιητικά Πρωτόλεια διαφοροποιούνται από το φαναριώτικο κλίμα, όχι όμως και ο Κόρδος. Βραβεύεται για αυτά στο Βουτσιναίο Διαγωνισμό και ξαναβραβεύεται για τις ανέκδοτες Βοσπορίδες Αύρες (1876) κι αποσπά έπαινο για τις Εσπερίδες (1877). Οι Βοσπορίδες Αύρες , λόγω της επαφής του με την ευρωπαϊκή ποίηση, είναι γραμμένες με πολλά στοιχεία λαϊκής και δημοτικής γλώσσας.

Το 1884 δημοσιεύει τις Ατθίδες Αύρες και παιδικά τραγούδια. Οι Ατθίδες Αύρες εντάσσονται στον παρνασσισμό. Εδώ συγκεντρώνεται όλος ο κόσμος του Βιζυηνού. Υπάρχει σύνθεση ρομαντισμού και μεταρρυθμιστικού, αρχαιοπρεπούς και δημοτικού, αστείου και τραγικού, αλλά η σύνθεση όλων αυτών των στοιχείων θα ολοκληρωθεί μόνο στην πεζογραφική παραγωγή του. Στις Ατθίδες Αύρες βρίσκουμε πολλά στοιχεία αφηγηματικότητας , που προαναγγέλλουν τη στροφή του στην πεζογραφία.

Στο Παρίσι το 1882-1883 ο Βιζυηνός συναντά τον Δημήτρη Βικέλα, που τον σπρώχνει προς τη διηγηματογραφία. Είναι ο πρώτος που γράφει διηγήματα, χωρίς να έχει πίσω του καμία παράδοση και έθεσε σωστές βάσεις της νεοελληνικής διηγηματογραφίας, εισάγοντας το βιωματικό στοιχείο. Εμφανίζεται εντελώς ώριμος ως διηγηματογράφος , επειδή είχε προηγηθεί η ποίηση. Το πρώτο του αφήγημα είναι ρομαντικό αλλά όλα τα υπόλοιπα είναι ρεαλιστικά. Νιώθει ότι μπορεί να εκδιπλώσει όλες τις δυνατότητες του, επειδή το διήγημα δεν είχε απασχολήσει τους Φαναριώτες και προσφέρεται για δραματικές κλιμακώσεις και μπορούσε να εισαχθεί υλικό αυτοβιογραφικό, βιωματικό, παραδοσιακό.
Τα ήθη και τα έθιμα της πατρίδας του, της Βιζύης, δημιούργησαν ένα λαογραφικό υπόστρωμα στο ψυχικό του υπόβαθρό. Αυτό φαίνεται στους διαλόγους του, που τους βάζει στα εισαγωγικά. Ωστόσο, δεν είναι λαογράφος σαν τον Νικόλαο Πολίτη. Παρακολούθησε στην Ευρώπη την πορεία του θετικισμού και του νατουραλισμού, της πειραματικής ψυχολογίας, της φιλοσοφίας, της αισθητικής, των θεωριών για το φολκλόρ και τον Ίψεν.

Συνεργάστηκε με το υπουργείο εξωτερικών για την περισυλλογή δημοτικών τραγουδιών και ιστορικών παραδόσεων του υπόδουλου ελληνισμού. Η λαογραφία της εποχής δεν έχει στόχο την εσωτερική κατανάλωση αλλά είναι επιστήμη άμεσα συνδεδεμένη με την εξωτερική πολιτική. Το υπουργείο θεώρησε τον Βιζυηνό ειδικό για μια τέτοια εργασία μεγάλης επιστημονικής και εθνικής σημασίας. Εισηγήθηκε τη λαογραφική μέθοδο, δεν εισακούστηκε και απογοητεύτηκε. Από το φρενοκομείο, το 1892, γράφει επαινετικά για τον ΄Ιψεν και για όσους συγκέντρωσαν παραδόσεις και παραμύθια, τονίζοντας σε ποιες αρετές οφείλεται η επιτυχία του έργου ώστε και το ελληνικό κράτος να αναθέσει σε αντίστοιχα άτομα ανάλογο έργο (εξοικείωση με τον βίο του λαού, ποιητική ευφυΐα, προσόντα που είχε και ο ίδιος). Η αντιπάθεια για τον ίδιο και την ποίησή του κάνει τους Αθηναίους να μην αναγνωρίζουν την ποιότητα των διηγημάτων του. Αν και έχουν πλήθος λαογραφικά στοιχεία, δεν μοιάζουν με τα βουκολικά διηγήματα που βραβεύουν οι διαγωνισμοί της Εστίας. Με το να μην κινηθεί ο ίδιος μέσα στα αποδεκτά για την εποχή όρια, έχασε παλιούς υποστηρικτές, αλλά δεν βρήκε νέους. Μόνο λίγο πριν τον θάνατό του (1896) στο Δρομοκαϊτειο Φρενοκομείο εκτιμήθηκαν τα διηγήματα του.

Ο Βιζυηνός ασχολήθηκε πολύ λίγο με την διηγηματογραφία, κυρίως όσο ήταν στο Λονδίνο, όπου έγραψε τα περισσότερα διηγήματα του. Το ότι την εγκατέλειψε δεν οφείλεται μόνο στο ότι θεωρούσε τον εαυτό του ποιητή. Μέσα στο έργο του έβαλε μύθους της ζωής του (Βαγγέλης Αθανασόπουλος). Το ότι το κοινό δεν ανταποκρίθηκε τον απογοήτευσε, εφόσον δεν είχε σε ποιους να απευθυνθεί.

Ο Βιζυηνός ήταν πεζογράφος θλιμμένος και πικραμένος. Θέλει να αλλάξει την ζωή του αλλά αυτό μέσα στα διηγήματα του γίνεται εν μέρει, καθώς πάντοτε κρύβεται κάτω από τις κοινωνικές συμβάσεις. Αυτό δεν τον εμποδίζει να γίνεται κάποιες φορές επικριτικός προς αυτές ή ειρωνικός και αυτοσαρκαστικός.
Όταν γράφει δεν δημιουργεί μύθους αλλά καταφεύγει σε μια συγκεκριμένη και υπαρκτή πραγματικότητα. Οι χαρακτήρες του συνήθως βρίσκονται σε αναλογία-αντιστοιχία με μια πραγματικότητα, κοινωνική και συχνά φυσική. Έτσι, οι ήρωες του είναι συμμέτοχοι σε τελετουργίες, όχι συντελεστές και φορείς δράσης.

Ο Βιζυηνός καταφεύγει στο αυτοβιογραφικό υλικό για μια σειρά λόγων:
• Δεν είναι μόνο απλή επιλογή αφηγηματικού υλικού.
• Δεν είναι δείγμα ευαισθησίας και μόνο
• Δεν είναι μόνο απόπειρα να διατηρήσει στοιχεία από το παρελθόν του
• Δεν είναι μόνο ευχαρίστηση του να μιλά για την ζωή του.
• Περισσότερο τον ενδιαφέρει η πραγματολογική διάσταση κι η αυτοβιογραφική προσέγγιση του παρέχει ασφάλεια
• Μέσα σε αυτό το πλαίσιο καταφεύγει και στις λαϊκές παραδόσεις και στα λαογραφικά στοιχεία.

Ωστόσο ο Βιζυηνός ενδιαφέρεται όχι να δείξει την ασφάλεια του πραγματικού αλλά να παρουσιάσει ένα φανταστικό που οι ήρωες του το θεωρούν πραγματικό χωρίς να είναι. Η πραγματικότητα αυτή που παρουσιάζει σε κάποιο σημείο αναδιπλασιάζεται και υπάρχουν τελικά παράλληλα δύο πραγματικότητες.
Από τους χαρακτήρες του ο ένας συνήθως έχει επίγνωση της μιας πραγματικότητας και ο άλλος της άλλης. Όμως πολλές φορές ο ένας ήρωας είναι ο ίδιος ο αφηγητής και με αυτόν τον τρόπο δοκιμάζεται η ίδια η ουσία της αφήγησης. Το στήριγμα του Βιζυηνού στη διερεύνηση των ορίων της αφήγησης και στον πειραματισμό πάνω στη συνείδηση του ήταν η γνώση της ψυχολογίας, που είχε σπουδάσει. Ουσιαστικά το μόνο σταθερό σημείο του είναι η επίγνωση της διπλής πραγματικότητας, η πλάνη, η αυταπάτη, ο τρισδιάστατος και όχι δισδιάστατος κόσμος.
Πειραματίζεται σε αυτή τη βάση πάνω σε τρεις έννοιες, που δεν αποδέχονταν κανενός είδους πειραματισμό εκείνη την εποχή. Το φύλο, τη θρησκεία και την εθνικότητα.
Οι δύο πραγματικότητες στο έργο του Βιζυηνού δημιουργούν μια διαλεκτική με αρνητικό αποτέλεσμα. Όταν η κατάσταση βαίνει προς το προσδοκώμενο των ηρώων , κάτι συμβαίνει και η θετική διαλεκτική ανατρέπεται από δεύτερη, περισσότερο πραγματική , πραγματικότητα, που δηλώνει αυταπάτη των ηρώων. Ο κάθε ήρωας θεωρεί μια διαφορετική όψη της πραγματικότητας, κατάσταση που οδηγεί σε μια προβληματική μεταξύ τους επικοινωνία τελικά, που δεν εμποδίζεται από απόπειρες εξαπάτησης αλλά μια πραγματική ειλικρίνεια. Η επικοινωνία στο Βιζυηνό παίρνει μια τραγική χροιά.

Επιπλέον ο κόσμος του Βιζυηνού είναι ένας κόσμος εξιδανικευμένος. Ο Βιζυηνός δεν παίζει με τα σώματα των ηρώων του και γι’ αυτό δεν γίνεται ηθικοδιδακτικός, αλλά με ψυχολογικές καταστάσεις. Το σώμα, όπου εμφανίζεται, δημιουργεί ενοχές.
Ο Βιζυηνός στάθηκε πρωτοπόρος ως προς την πλούσια εσωτερική ζωή, την έντονη λειτουργία της συνείδησης, τις ψυχολογικές διακυμάνσεις, την παρακολούθηση των ψυχολογικών διεργασιών, τα ηθικά διλήμματα, τη φιλοσοφική αμφιβολία. Αυτός ο αφηγηματικός πλούτος δίνεται με αφηγηματική λιτότητα, συναισθηματική φυσικότητα και αλήθεια. Καινοτομία υπήρξε η εισαγωγή εσωτερικής εστίασης της αφήγησης, η προώθηση της ηθογραφίας προς την κατεύθυνση της ψυχογραφίας. Η μυθοπλασία του αναπτύσσεται σε δύο επίπεδα. Το ένα είναι η οργάνωση περιστατικών σε πλοκή και το άλλο στη καλλιέργεια της εσωτερικής ψυχολογικής διαλεκτικής τω χαρακτήρων. Το ανθρώπινο πρόβλημα υφίσταται για τον Βιζυηνό ως θέμα όχι τόσο στο επίπεδο των κοινωνικών σχέσεων όσο της ψυχικής επικοινωνίας. Η ψυχογραφία αφορά σε κάθε χαρακτήρα ξεχωριστά και στις μεταξύ των χαρακτήρων σχέσεις, όπου γίνεται φανερή η αδυναμία αποκατάστασης επικοινωνίας.

Κατά τον Παλαμά, ο Βιζυηνός ρέπει προς τη μυθιστοριογραφία. Αυτό συμβαίνει επειδή δοκιμάζει να προσδώσει ψυχολογικό βάθος στους ήρωες του. Παρόλ’ αυτά ο Βιζυηνός παραμένει πολύ λιτός στις αφηγηματικές τεχνικές του, παρότι τα έργα του έχουν σύνθετη δομή.
Ο Βιζυηνός επιστρέφει στον αρχαιοελληνικό ανθρωποκεντρισμό. Τα διηγήματα του έχουν δύο από τις λειτουργίες της αρχαίας τραγωδίας. Οι ήρωες του καταστρατηγούν εν αγνοία τους έναν ηθικό κανόνα χωρίς να έχουν άμεση επίγνωση της ενοχής του και όταν συνειδητοποιούν τι έχει συμβεί, το πρώτο που ενδιαφέρει είναι η αυτοτιμωρία τους (παράβαλλε τη στάση του Οιδίποδα στον Οιδίποδα Τύραννο).
Τα διηγήματα του μπορούν να θεωρηθούν και ως μέρη ενός εν εξελίξει μυθιστορήματος, ως αλληλένδετα από μορφικής και θεματικής απόψεως, καθώς πραγματεύονται συναφή θέματα από διαφορετικές οπτικές γωνιές. Ωστόσο από το σημείο αυτό και μετά ξεκινούν μια σειρά από αναλογίες και συμμετρίες.

Εν κατακλείδι, αξίζει να σημειωθεί οτι στον Βιζυηνό λειτουργεί σταθερά ο νόμος της έκπληξης και ο νόμος της αγωνίας. Με το νόμο της έκπληξης ο συγγραφέας, μέσω της υποτιθέμενης άγνοιας του αναγνώστη, έρχεται αντιμέτωπος με τη ματαιωμένη προσδοκία του. Με το νόμο της αγωνίας, ο συγγραφέας δημιουργεί συγκεκριμένες αναμονές, έναν ορίζοντα προσδοκιών, που τελικά θα ματαιωθεί και θα ανατραπεί.

Αυτός ήταν ο Γεώργιος Βιζυηνός… ένα παιδί, με λαϊκή και ρομαντική πένα, μέσα σε σώμα ενήλικα λόγιου.

 

Σχόλια