Αφιέρωμα στην καταραμένη ποίηση: Αναδρομή στην ζωή τριών μεγάλων εκπροσώπων της και στο έργο τους!

Στο προηγούμενο άρθρο μου για την Καταραμένη ποίηση, παρουσίασα το έργο των: François Villon, Charles Pierre Baudelaire και Lautreamont.

Στο παρόν άρθρο θα αναφερθώ στους καταραμένους ποιητές: Paul Verlaine, Arthur Rimbaud και στον Έλληνα ποιητή Κώστα Καρυωτάκη, το ποίημα του οποίου («Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων») αποτέλεσε την αφορμή γι΄ αυτό το αφιέρωμα.

Paul Verlaine (Πολ Βερλαίν)(1844-1896): H ηγετική φυσιογνωμία του κινήματος του «Συμβολισμού» και της «Παρακμής «

Γεννήθηκε το 1844 στο Μετς της Γαλλίας. To 1861 ολοκληρώνει τις σπουδές του στο Παρίσι, όπου έρχεται σε επαφή με παρνασσιστές και τους ποιητές Στέφαν Μαλαρμέ και τον Ανατόλ Φρανς, ενώ παράλληλα δημοσιεύει το πρώτο του ποίημα «Mr Prudhomme»( 1863).

Τρία χρόνια μετά κυκλοφορεί την πρώτη του ποιητική συλλογή, υπο τον τίτλο «Poèmes saturniens», πηγή έμπνευσης της οποίας υπήρξε ο έρωτας του για την ξαδελφή του, Ελίζα.

Το 1870 αναλαμβάνει καθήκοντα στο γραφείο τύπου της Παρισινής Κομμούνας. Καθοριστική για την ποιησή του, υπήρξε η σχέση του με τον ποιητή Arthur Rimbaud, για χάρη του οποίου εγκατέλειψε την σύζυγό του και το παιδί του. Η σχέση τους λήγει το 1873, όταν ο Verlaine σε κατάσταση μέθης τον τραυματίζει. Για την πράξη του αυτή καταδικάζεται σε 2 χρόνια φυλάκισης, στην διάρκεια των οποίων εκδίδονται τα «Romances sans paroles».

Αποφυλακίζεται το 1875, έχοντας ασπαστεί τον Ρωμαιοκαθολισμό και εγκαθίσταται στην Αγγλία ως δάσκαλος γαλλικών και σχεδίου.

Μετά απο 2 χρόνια παραμονής στην Αγγλία, επιστρέφει στην Γαλλία και κυκλοφορεί την συλλογή «Sagesse», χάρις την οποία καθιερώνεται.

Ο θάνατος του αγαπημένου του μαθητή, Λυσιέν Λετινουά (1883) και της μητέρας του (1886) σε συνδυασμό με τις αποτυχημένες απόπειρές του να συμφιλιωθεί με την πρώην σύζυγό του, συνέβαλαν στην επιστροφή του στον έκλυτο βίο του παρελθόντος.

Τα επόμενα χρόνια επιδίδεται σε εκδόσεις ποιητικών συλλογών, ενώ παράλληλα συγγράφει βιογραφίες, όπως τους «Καταραμένους ποιητές» («Les Poètes maudits«) καθώς και το «Les Hommes d’aujourd’hui» όπου αναφέρεται στη ζωή συγχρονών του λογοτεχνών. Παράλληλα εργάζεται πάνω σε αυτοβιογραφικά έργα όπως τα «Hôpitaux» και «Mes Prisons».

Για πολλούς ο Verlaine με τον ποιητικό του λυρισμό σηματοδότησε την μετάβαση από τον ρομαντισμό στον συμβολισμό, αν και ο ίδιος είχε αποκηρύξει το κίνημα του συμβολισμού.

«Tο οικείο μου όνειρο» ( απο την συλλογή «Poemes saturniens»)

Κάνω συχν’ αυτό τ’ όνειρο, παράξενο που σε διαβρώνει
Μιας άγνωστης γυναίκας που την αγαπώ και μ’ αγαπά,
Και που δεν είν’, ούτε ακριβώς η ίδια, κάθε φορά,
Ούτε ακριβώς μια άλλη, και μ’ αγαπά και με νιώθει.

Γιατί αυτή με νιώθει, κι η καρδιά μου, διαφάνεια
Μόνο γι’ αυτήν, αλίμονο! παύει να είναι πρόβλημα
Μόνο γι’ αυτή, και στο χλωμό μέτωπό μου το νότημα,
Μόνον αυτή ξέρει να το δροσίσει, με κλάματα.

Έχει μαύρα μαλλιά, ξανθά ή κόκκινα; – Αγνοώ.
Τ’ όνομα της; θυμάμαι πως είναι γλυκό κι ηχηρό
Σαν των αγαπημένων που η ζωή τούς κατατρέχει.

Το βλέμμα της μοιάζει με βλέμμα αλώβητο,
Και, για φωνή, απόμακρη, κι ήρεμη, κι αυστηρή, έχει
Το σπάσιμο των ακρίβων φωνών των αυτόχειρων.

Arthur Rimbaud (Αρθούρος Ρεμπώ)(1854-1891): ο ποιητής της εξέγερσης

Γεννήθηκε στη βορειοανατολική Γαλλία, όπου παραμένει μέχρι το 1870. Με την έναρξη του Γαλλοπρωσικού πολέμου (1870) ξεκινά την περιπλάνησή του στις ευρωπαϊκές πόλεις.

Επιστρέφει στο Παρίσι στα τέλη του Απριλίου ’71˙ όταν η Παρισινή Κομμούνα βρίσκεται στο απόγειο της, γεγονός που τον επηρεάζει ποιητικά. Απόδειξη τούτου είναι τα ποιήματά του: «L’Orgie parisienne», «Les Mains de Jeanne-Marie», «Chant de guerre parisien»  και «Le Cœur volé».

Ο Rimbaud αν και συναναστρέφεται με λογοτεχνικούς κύκλους του Παρισιού, δεν κατορθώνει να ενταχθεί σ’ αυτούς, λόγω της ιδιόρρυθμης συμπεριφοράς του, είναι αναρχικός και ομοφυλόφιλος.

Απογοητευμένος από την εξέλιξη αυτή καταφεύγει το 1872 στην Αγγλία μαζί με τον Verlaine. Εκεί ολοκληρώνει την ποιητική του συλλογή «Εκλάμψεις» («Les Illuminations»), που αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα του, ενώ ταυτόχρονα γράφει το «Μια εποχή στην κόλαση»– το μοναδικό βιβλίο που κυκλοφόρησε ο ίδιος.

Η σχέση του με τον Verlaine λήγει επεισοδιακώς το ’73, όπως προείπα. Από τότε ο Rimbaud αρχίζει μια ακόμη περιπλάνηση στην Ευρώπη, η οποία καταλήγει με την ενταξή του στον ολλανδικό αποικιακό στρατό, απο τον οποίο τελικώς λιποτακτεί.

Μετά απο χρόνια περιπλανήσεων σε Ευρώπη και Αφρική κατορθώνει να εξελιχθεί σ’ έναν επιτυχημένο επιχειρηματία, καθώς ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος του εμπορίου στην νότια Αβησσυνία. Παράλληλα με τις εμπορικές του δραστηριότητες, συμμετέχει σε εξερευνητικές αποστολές με σκοπό την χαρτογράφηση άγνωστων περιοχών της Αφρικής, στα πλαίσια των οποίων φτάνει μέχρι την περιοχή Ογκαντέν της Αιθιοπίας, το νοτιότερο σημείο που είχε επισκεφθεί μέχρι τότε Ευρωπαίος και μία από τις μεγαλύτερες ανεξερεύνητες περιοχές του κόσμου εκείνη την εποχή.

Το 1891 διεγνώστει με καρκίνο στα οστά με αποτέλεσμα οι γιατροί να προχωρήσουν σε ακρωτηριασμό του δεξιού του ποδιού. Η κατάσταση του χειροτερεύει ολοένα και περισσότερο και τελικώς πεθαίνει στις 10 Νοεμβρίου του 1891 σε ηλικία 37 ετών.

Παρά την σύντομη ζωή του και το μικρό του έργο, θεωρείται ένας από τους μείζονες εκπροσώπους του συμβολισμού, με σημαντική επίδραση στη μοντέρνα ποίηση, καθώς επιδίωξε να εγκαταλείψει τους περιορισμούς του κλασικού μέτρου γεγονός που αργότερα τον συνέδεσε με τον υπερρεαλισμό. Τα περισσότερα έργα του δημοσιεύτηκαν δίχως την συγκαταθεσή του, ενώ είναι αξιοσημείωτο πως έγινε γνωστός όταν είχε εγκαταλείψει οριστικά την ποίηση (έπαψε να γράφει απο τα 20 του χρόνια).

Απόσπασμα απο το «Παραλήρημα ΙΙ- Η Αλχημεία του Λόγου», «Μια εποχή στην κόλαση»

Το τραγούδι του πιο ψηλού πύργου
Σιμώνει, σιμώνει
η εποχή που θα παρθούμε

Τόσο πολύ περίμενα
Λησμόνησα τα πάντα
Φόβοι και βάσανα στους ουρανούς χαθήκαν
και μια δίψα αρρωστημένη θολώνει τις φλέβες μου.

Σιμώνει, σιμώνει
η εποχή που θα παρθούμε

Σαν λιβάδι που το σκεπάζει η λήθη
κατάφυτο και ανθισμένο λιβάνια και ζιζάνια,
στο τρελό βουητό των αλογόμυγων.

Σιμώνει, σιμώνει
η εποχή που θα παρθούμε

Αγάπησα την έρημο, τους ξερούς οπωρώνες, τα φτηνομάγαζα, τα δυνατά ποτά. Σύρθηκα στους δημόσιους δρόμους και με κλειστά τα μάτια παραδόθηκα στον ήλιο, στο Θεό της Φωτιάς.

«Στρατηγέ: αν σας περίσσεψε κάποιο κανόνι στα ερείπια των προμαχώνων σας, ρίξε μας σβώλους και σμυρίγλια γης ξερής. Σπάστε τις βιτρίνες των πολυτελών καταστημάτων! Και τα ατελιέ! Κάντε την πόλη να φαει τη σκόνη της. Οξειδώστε τους φτερωτούς δαίμονες που στέκουν στις υδρορροές. Γεμίστε τα μπουντουάρ με τη φλογερή σκόνη των ρουμπινιών…»

Ω! Η σκνίπα! Μεθυσμένος στα ουρητήρια του πανδοχείου, ερωτοχτυπημένος με νηπενθές που μια αχτίδα φωτός διαλύει!

 

Κώστας Καρυωτάκης (1896-1928): ο κυριότερος εκφραστής της σύγχρονης λυρικής ποίησης

kariotakisΟΈλληνας πεζογράφος και ποιητής, τα έργα του οποίου έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 30 γλώσσες˙ ενώ επίσης θεωρείται ως ο κυριότερος εκφραστής της σύγχρονης λυρικής ποίησης ,γεννήθηκε το 1896 στην Τρίπολη.

Από νεαρή ήδη ηλικία ασχολείται με την συγγραφή ποιημάτων, τα οποία δημοσιεύει σε περιοδικά. Η πρώτη του ποιητική συλλογή (» Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων») εκδίδεται το 1919. Ένα χρόνο αργότερα γνωρίζει την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, η οποία του προτείνει γάμο, μια πρόταση την οποία ο Καρυωτάκης αρνείται προβάλοντας την δικαιολογία ότι «πάσχει από ανίατο αφροδίσιο νόσημα και δεν θέλει να πάρει στο λαιμό του καμιά γυναίκα», κάτι που φαίνεται να ευσταθεί αν λάβουμε υπόψη το ποιήμα του «Ωχρά Σπειροχαίτη».

Τον Ιούνιου του 1928 φτάνει στην Πρέβεζα, έπειτα απο δυσμενή μεταθεσή του στο Γραφείο Εποικισμού και Αποκαταστάσεως Προσφύγων, όπου και διαμένει μέχρι και τον θανατό του.

Το απόγευμα της 21ης Ιουλίου του ’28, ο Καρυωτάκης αυτοκτονεί με ένα περίστροφο τύπου Pieper Bayard 9mm. Στο σημείωμα που βρέθηκε πάνω του, ανέφερε μεταξύ άλλων : «Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περισσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία… Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές, είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος… Και για ν’ αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου!»

«Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων»

Από θεούς κai ανθρώπους μισημένοι,
σαν άρχοντες που ξέπεσαν πικροί,
μαραίνονται οι Βερλαίν τους απομένει
πλούτος η ρίμα πλούσια και αργυρή.
Οι Ουγκό με «Τιμωρίες» την τρομερή
των Ολυμπίων εκδίκηση μεθούνε.
Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι.

Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι,
και αν οι Μπωντλαίρ εζήσανε νεκροί,
η Αθανασία τους είναι χαρισμένη.
Κανένας όμως δεν ανιστορεί
και το έρεβος εσκέπασε βαρύ
τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργάνε.
Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι.

Του κόσμου η καταφρόνια τους βαραίνει
και αυτοί περνούνε αλύγιστοι και ωχροί,
στην τραγική απάτη τους δοσμένοι
πως κάπου πέρα η Δόξα καρτερεί,
παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή.
Μα ξέροντας πως όλοι τους ξεχνούνε,
νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι.

Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί
«Ποιος άδοξος ποιητής» θέλω να πούνε
«την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι ;»

Σχόλια