Ένα αφιέρωμα στον αγαπημένο σκηνοθέτη, Μάρτιν Σκορτσέζε, μέσα από τις καύτερες και πιο ενδιαφέρουσες ταινίες της καριέρας του.

Ο Μάρτιν Μαρκαντόνιο Λουτσιάνο Σκορτσέζε γεννήθηκε στις 17 Νοεμβρίου του 1942.  Η φιλμογραφία του Σκορτσέζε χαρακτηρίζεται από την μη γραμμική αφήγηση, τα πάντα αποκαλυπτικά φλας μπακ, το ρεαλισμό αλλά και το ρυθμικό μοντάζ.

Η θεματολογία του ποικίλλει ωστόσο είναι ξεκάθαρο ότι έχει μια αδυναμία στις γκανκστερικές ταινίες. Χαρακτηριστικό του γνώρισμα η προσκόλληση του με συγκεκριμένους ηθοποιούς για τους πρωταγωνιστικούς ρόλους (Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Λεονάρντο Ντι Κάπριο).

Taxi Driver (1976)

Η ιστορία ενός φυσιολογικού ανθρώπου ο οποίος σταδιακά μετατρέπεται σε ψυχοπαθή δολοφόνο. Γιατί όμως αυτή η ταινία έχει αφήσει εποχή στην ιστορία του κινηματογράφου; Στην ουσία είναι ο συνδυασμός της εκπληκτικής σκηνοθεσίας του Σκορτσέζε και της οσκαρικής ερμηνείας του Ντε Νίρο.

Η αριστοτεχνία έγκειται στην σταδιακή κλιμάκωση της ταινίας και στον τρόπο που αναδεικνύει τα γεγονότα που οδήγησαν τον Τράβις στην παράνοια. Η σκηνή στον καθρέφτη,  η οποία έχει γράψει την δική της ιστορία και θεωρείται μια από τις πιο κλασσικές σκηνές στην ιστορία του κινηματογράφου δεν ήταν παρά ένας αυτοσχεδιασμός του Ντε Νίρο τον οποίο κράτησε στην ταινία ο Σκορτσέζε.

Η ταινία επανήλθε στο προσκήνιο πέντε χρόνια μετά όταν ο Τζον Χίκλει κατηγορούμενος για την απόπειρα δολοφονίας κατά του προέδρου των ΗΠΑ, δήλωσε ότι επηρεάστηκε από τον χαρακτήρα της ταινίας, ο οποίος επιχείρησε κάτι παρόμοιο εναντίον ενός γερουσιαστή.

της Εβίτας Γοργορίνη 

New York, New York (1977)

σκορτσέζε

Κατά τα πρώτα χρόνια της καριέρας του και συγκεκριμένα ένα χρόνο μετά την μεγάλη επιτυχία του Τaxi Driver, ο Σκορτσέζε αποφασίζει να συνεργαστεί για 3η φορά με τον ηθοποιό και πολύ καλό του φίλο Robert de Niro. Αυτή τη φορά με σκοπό την παραγωγή ενός musical βασισμένου στο παλιό χολιγουντιανό μοτίβο, ξεφεύγοντας δηλαδή από τα συνηθισμένα θέματα που καταπιανόταν μέχρι τότε.

Πρόκειται για την πρώτη big-budget ταινία του, η οποία όμως τελικά απέτυχε παταγωδώς. Ούτε το κοινό, ούτε οι κριτικοί (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων) εκτίμησαν το ταλέντο και το ύφος του σκηνοθέτη στην συγκεκριμένη ταινία.

Η ιστορία λαμβάνει χώρα στη Νέα Υόρκη μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, την εποχή που ακμάζουν οι blues-jazz μουσικές σκηνές. Σε μία τέτοια μουσική σκηνή συναντώνται η Francine (Liza Minnelli) με τον Jimmy (Robert de Niro). Εκείνος ταλαντούχος σαξοφωνίστας, αλλά ανώριμος και εγωκεντρικός άντρας, εκείνη ευαίσθητη και τρυφερή τραγουδίστρια. Σταδιακά εξελίσσονται στην ταινία όχι μόνο η προσωπική τους σχέση αλλά και η καριέρα τους.

Η ταινία προσωπικά πιστεύω ότι μόνο αποτυχία δεν ήταν. Αντιθέτως περιέγραφε με τρόπο άκρως ρεαλιστικό τη σχέση δύο χαρακτήρων που όλοι λίγο πολύ έχουμε συναντήσει ή μπορούμε ακόμα και να ταυτιστούμε μαζί τους. Επιπλέον, μέσα από την μουσική (το γνωστό σε όλους “New York” του Sinatra πρωτοακούστηκε εκεί) σε μεταφέρει σε μία εντελώς διαφορετική, αλλά άκρως ελκυστική εποχή μεταδίδοντας αυτό το αίσθημα νοσταλγίας για το τότε που δεν θα μπορέσει ποτέ η γενιά μας να ζήσει.

Τα αρνητικά στοιχεία στα οποία αποδίδεται η εισπρακτική αποτυχία του New York, New York είναι καταρχήν το γεγονός ότι οι περισσότερες σκηνές στηρίχτηκαν σε αυτοσχεδιασμούς των ηθοποιών, με αποτέλεσμα μάλιστα να χαθεί πολύτιμος χρόνος στα γυρίσματα και χρήματα.

Πολλοί αποδίδουν επίσης την “κακή” σκηνοθεσία στην προσωπική ζωή του ίδιου του σκηνοθέτη που αυτή την περίοδο πέραν του εθισμού του στα ναρκωτικά, περνούσε και κρίση στο γάμο του διατηρώντας παράλληλα σχέσεις και με την πρωταγωνίστρια της ταινίας Liza Minnelli. Τα μόνα πράγματα που εγώ μπόρεσα να εντοπίσω ωστόσο ως αρνητικά ήταν η ερμηνεία της Liza Minnelli και η μεγάλη διάρκεια της ταινίας χωρίς όμως αυτά να επισκιάζουν την συνολικά θετική εικόνα που μου άφησε τελικά η ταινία.

της Δήμητρας Τσώλη

 Raging Bull / Οργισμένο είδωλο (1980)

μάρτιν σκορτσέζε

Το New York, New York  όπως ειπώθηκε, έλαβε πολύ αρνητικές κριτικές με αποτέλεσμα να καταρακώσει ψυχολογικά τον Σκορτσέζε. Ο Ντε Νίρο πιστεύοντας στην αξία του σκηνοθέτη ήταν δίπλα του προσπαθώντας να τον βοηθήσει να το ξεπεράσει. Μετά από επιμονή τον έπεισε να γυρίσει το Oργισμένο είδωλο, την ιστορία του πυγμάχου Τζέικ Λα Μότα.

Ο Σκορτσέζε έχει δηλώσει χαρακτηριστικά: “Ο Ντε Νίρο επέμενε γι’αυτή τη ταινία,εγώ δε ξέρω τίποτα από μποξ. Και φυσικά ο Ντε Νίρο δικαιώθηκε, αφού η ταινία αυτή θεωρείται η καλύτερη ταινία του Σκορτσέζε και γενικότερα ένα κινηματογραφικό αριστούργημα.  Γι ‘ ακόμη μια φορά ο συνδυασμός Σκορτσέζε-Ντε Νίρο αφήνει ιστορία. Ο ηθοποιός δικαιώθηκε απόλυτα για την επιμονή του αφού κέρδισε για  την ερμηνεία του το Όσκαρ πρώτου ανδρικού ρόλου.

Η ταινία είναι απλά συγκλονιστική. Θα γίνω γραφική αν πω ότι και πάλι είναι αριστουργηματικά σκηνοθετημένη, αλλά ο τρόπος που ο Σκορτσέζε προσεγγίζει γι’ακόμη μια φορά τον πρωταγωνιστικό ρόλο, η σταδιακή κλιμάκωση, με αποκορύφωμα τον μονόλογο στο κελί συνθέτουν πραγματικά ένα αριστούργημα. Αξίζει να την δείτε από κάθε άποψη.

The Goodfellas (1990)

σκορτσέζε

Ο Σκορτσέζε μεταφέρει στην οθόνη ένα βιβλίο που βασίζεται σε αληθινά γεγονότα και διεισδύει στην φιλοσοφία της μαφίας στην Αμερική. Για πολλούς αυτή είναι η καλύτερη ταινία του σκηνοθέτη και όχι το Οργισμένο είδωλο. Η αλήθεια είναι ότι και αυτή είναι ξεκάθαρα ένα αριστούργημα.

Ένα χαρακτηριστικό στοιχείο της είναι ο τρόπος που αναδεικνύονται πολλοί και διαφορετικοί χαρακτήρες παράλληλα, με τον Τζο Πέσι να ξεχωρίζει και να κερδίζει το Όσκαρ στην κατηγορία Β’Ανδρικού ρόλου. Τα “καλά παιδιά” άφησαν την δική τους ιστορία στους κακόφημους δρόμους της Νέας Υόρκης και στον κινηματογράφο.

Για τους λάτρεις του γκανγκστερικού φιλμ θεωρείται μία από τις κλασσικές του είδους. Τέλος, δεν μπορώ να μην κάνω μια αναφορά στο εκπληκτικό soundtrack που δίνει το δικό του ληθαράκι, ώστε να τοποθετήθει και αυτή η ταινία ψηλά στη λίστα με τις καλύτερες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου.

της Εβίτας Γοργορίνη 

Aviator (2004)

σκορτσέζε

Tην ταραχώδη ζωή του Howard Hughes, ενός από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο, κατά τη διάρκεια των δεκαετιών 1920-1940, καθώς το όραμά του για την αεροπορία, τον κινηματογράφο, τις ταραχώδεις σχέσεις του με διάσημες γυναίκες, τη σταδιακή του πτώση οικονομική αλλά και ψυχολογική ,επέλεξε να μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη ο Leondardo Di Caprio!

Διάβαζοντας σε νεαρή ηλικία τη βιογραφία του Hughes, παθιάστηκε με την ιδέα να φτιάξει μια ταινία για τη μοναδική ζωή αυτού του άντρα και δεν θα μπορούσε να φυσικά να αναθέσει την σκηνοθεσία σε καταλληλότερο σκηνοθέτη από το Μάρτιν Σκορτσέζε και τον σεναριογράφο John Logan.

H ταινία επικεντρώνεται  σε δύο μεγάλα ορόσημα της ζωής του Hughes: αρχίζοντας με την παραγωγή του «Hell’s Angels» στα τέλη του 1920 και κορυφώνεται με την ανάδειξη της TWA ως τη μεγαλύτερη αεροπορική εταιρεία στα τέλη του 1940. Όμως ο Logan εξερευνά και την θυελλώδη ερωτική ζωή του Ηughes, χωρίς να αγγίξει την ομοφυλοφυλική του πλευρά, αλλα επιλέγοντας να επικεντρωθεί στην Katharine Hepburn, η οποία θεωρείται η σημαντικότερη σχέση που είχε και μετά στην Ava Gardner, με την οποία πέρασε δύο δεκαετίες από τη ζωή του. Διάστημα πολύ μεγάλο αν αναλογιστεί κανείς πόσες ερωτικές παρτενέρ είχε ο Hughes σε ολόκληρη την ζωή του.

Όσον αφορά τα ειδικά εφέ, ο Σκορτσέζε υπερβαίνει τον εαυτό του, αφού είναι από τους λίγους σκηνοθέτες που δεν χρησιμοποιούν σχεδόν καθόλου ειδικά εφέ! Μεγάλη πρόκληση του διευθυντή των οπτικών εφέ Robert Legato ήταν να βρει έναν τρόπο να αναπαραστήσει τα πειραματικά αεροπλάνα, τα οποία τώρα είτε δεν υπάρχουν, είτε δεν μπορούν να πετάξουν. H ευκολότερη λύση θα ήταν η δημιουργία ψηφιακά των αεροπλάνων.

Όμως  ο Μartin Scorsese και ο  Robert Legato αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν μία από τις αυθεντικές τεχνικές του κινηματογράφου για ειδικά εφέ: πολύπλοκες μινιατούρες και λεπτομερή μοντέλα. Χρησιμοποιώντας τα αυθεντικά προσχέδια του Hughes για κάθε αεροπλάνο, ο Legato και η ομάδα του κατασκεύασαν μια μεγάλη γκάμα από μοντέλα, τα οποία κρεμόντουσαν από ένα σκοινί, μέχρι τηλεκατευθυνόμενα.

Με την βοήθεια των μινιατούρων δημιουργήθηκε και η σκηνή της συντριβής του XF-11 σε μια γειτονιά του Hollywood, όπου όπως θα δούμε στην συνέχεια της ταινίας είχε οδυνηρές επιπτώσεις στην ψυχολογία του Hughes. Για να υπάρξει μεγαλύτερη αληθοφάνεια, τα σπίτια τα οποία κάηκαν κατά την συντριβή κατασκευάστηκαν από μέταλλο για να μπορούν να καίγονται τις τρεις μέρες που κράτησαν τα γυρίσματα της συγκεκριμένης σκηνής. Για την μεγαλειώδη κατασκευή τους χρειάστηκαν περίπου 2000 μέτρα σωλήνα και όσον αφορά το εύφλεκτο υλικό που χρησιμοποιήθηκε για την καύση τους ήταν βενζίνη αεροσκαφών.

Trivia:

Η Nicole Kidman είχε προταθεί για τον ρόλο της Katharine Hepburn. Επειδή όμως δε μπορούσε να αρχίσει, ο Scorsese ανέθεσε τον ρόλο στην πρώτη του προτίμηση, την Κate Blanchett, η οποία και χρειάστηκε να ακολουθήσει μήνες διατροφής και συγκεκριμένο πρόγραμμα γυμναστικής για να χάσει 11 κιλά για τον ρόλο της.

Ακόμα, η Κate Blanchett παρακολούθησε τις 15 πρώτες ταινίες της Katharine Hepburn, για να μάθει τον τρόπο που στεκόταν, τον αέρα της και το ύφος της. Επίσης, έμαθε να παίζει τένις και γκόλφ, τα δύο αγαπημένα αθλήματα της μεγάλης ηθοποιού.

Για τον ρόλο της Ava Gardner είχε υπογράψει η Gwyneth Paltrow, αλλά το μετάνιωσε.

Το budget για τα κοστούμια ξεπέρασε τα 2 εκατομμύρια δολάρια.

Η ταινία υπερέβη μόνο κατά 2 μέρες τις 91 μέρες την προθεσμίας λήξης των γυρισμάτων. Γεγονός που επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά τον επαγγελματισμό του Μάρτιν Σκορτσέζε.

της Λίτσας Δημηνάκη

σκορτσέζε

Shutter Island (2010)

Η ιστορία διαδραματίζεται το 1954 και ξετυλίγεται αποκλειστικά και μόνο μέσα από τον τρόπο που βλέπει τα γεγονότα ο αστυνόμος Teddy Daniels (Leonardo Di Caprio). Μαζί με τον νέο του συνεργάτη, Chuck Aule (Mark Rafalo), φτάνουν στο ψυχιατρικό νοσοκομείο Askliff, σε ένα εντελώς απομονωμένο νησί κοντά στη Βοστώνη.

Αποστολή τους, να ερευνήσουν την μυστηριώδη εξαφάνιση της παιδοκτόνου ασθενούς Rachel Solanto. Το πλοίο που συνδέει τη Βοστώνη με το νησί εκτελεί ελάχιστα δρομολόγια το χρόνο, άρα είναι προφανές πως η Rachel βρίσκεται στο νησί. Ξαφνικά ο ήρωας μας συνειδητοποιεί πως κάτι δεν πάει καλά. Ο υπεύθυνος του ψυχιατρείου Dr.Cawley (Ben Kingsley) μαζί με τον φιλοναζιστή ψυχίατρο (Dr. Naehring) δεν είναι συνεργάσιμοι για την διαλεύκανση της υπόθεσης.

Ο Daniels ανακαλύπτει πως χρησιμοποιούνται παράνομες πειραματικές θεραπείες στους ασθενείς και αρχίζει να διαισθάνεται πως βρίσκεται σε εχθρικό μέρος, μέσα σε μια περίπλοκη συνομωσία με πολλά ψέματα και πολλά υπονοούμενα. Η κατάσταση που επικρατεί επηρεάζει και τον ψυχικό του κόσμο με αλλεπάλληλες ημικρανίες, ενώ ταυτόχρονα εγκλωβίζεται σε ένα λαβύρινθο σκέψεων και παραισθήσεων.

Βλέπουμε σκηνές από την προσωπική του ζωή, από την τραυματική του εμπειρία να σκοτώνει ναζί σε στρατόπεδο συγκέντρωσης μέχρι αναμνήσεις από τη νεκρή σύζυγό του, Dolores (Michelle Williams). Ψάχνει να βρει μια άκρη στην υπόθεση Solando και παράλληλα παραπαίει σωματικά και ψυχολογικά. Αρχίζει να υποπτεύεται τους πάντες, πιστεύει πως υπάρχει μια σκευωρία εναντίων του και πως ο φυσικός αυτουργός για το θάνατο της γυναίκας του βρίσκεται στο ψυχιατρείο…

Ο Martin Scorsese  δημιουργεί ένα θρίλερ που ταξιδεύει τον θεατή πίσω στο χρόνο, όχι μόνο επειδή η ταινία χρονικά αναφέρεται στην εποχή του 1954, αλλά και γιατί επηρεασμένος από τον Alfred Hitchcock δίνει αυτό το ‘κάτι άλλο’ στην ταινία του οδηγώντας στην επιτυχία. Η ατμόσφαιρα είναι υποβλητική, σκοτεινή, μυστηριώδης.

Οι ήρωες τρέχουν στο σκοτάδι μέσα στη βροχή, κρύβονται σε εγκαταλειμμένα κτίρια και σε σπηλιές, είναι απομονωμένοι σε ένα νησί χωρίς καμία εξωτερική επικοινωνία και όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι ο καθένας κρύβει από ένα επτασφράγιστο μυστικό. Από τα πρώτα λεπτά της ταινίας κιόλας ο Μάρτιν Σκορτσέζε καταφέρνει να παρασύρει τον θεατή και να τον βάλει στον παιχνίδι επίλυσης του μυστηρίου.

Οι ρυθμοί προς την επίλυση του γρίφου είναι αργοί και σταθεροί, (πολύ αργοί θα έλεγα) , η αγωνία του θεατή παρατείνεται ολοένα και περισσότερο και το έδαφος για το grand finale έχει ήδη καλλιεργηθεί. Το τέλος της ταινίας διχάζει  το κοινό, έξω από την κινηματογραφική αίθουσα ακολουθούν συζητήσεις επί των συζητήσεων σχετικά με το τι έγινε. Το ωραιότερο σε αυτή την ταινία είναι ότι, για να την παρακολουθήσεις, θα πρέπει να είσαι παρών σε κάθε της σκηνή, να ανατρέχεις στην προηγούμενη και έτσι να βρίσκεσαι ένα βήμα πιο κοντά στην λύση του μυστηρίου.

Όσον αφορά την ερμηνεία του Leonardo Di Caprio ήταν εξαιρετική. Η ταινία φαίνεται σαν να έγινε ακριβώς στα μέτρα του ή ακόμα καλύτερα σαν να την έφερε πλήρως στα μέτρα του. Οι ερμηνευτικές του δυνατότητες είναι σε πολύ υψηλά επίπεδα (πλέον) και κάθε φορά δίνει την αίσθηση ότι προσπαθεί να ξεπεράσει αυτά τα όρια που θέτει ο ίδιος.

Συχνά ο πρωταγωνιστής βυθίζεται στις σκέψεις του, τις οποίες δείχνει ο σκηνοθέτης μέσα από “flash back. Μέσα από αυτά τα όνειρα  γνωστοποιείται στον θεατή η θλίψη του κεντρικού ήρωα μετά τον χαμό ενός πολυαγαπημένου του προσώπου. Ακόμα, ο έντονος σουρεαλισμός της ταινίας φαίνεται κυρίως στην σκηνή, όπου ο ήρωας προσπαθεί να φωτίσει το σκοτάδι με ένα σπίρτο,  η φλόγα του όμως δεν είναι αρκετή για να φωτίσει το σκοτάδι.

της Λίτσας Δημηνάκη

The Wolf of Wall Street (2014) 

wolf_wall_street2

Η τελευταία ταινία του Μάρτιν Σκορσέζε βασίζεται στην αληθινή ιστορία του χρηματιστή Jordan Belfort, από τα πρώτα βήματα της καριέρας του μέχρι και την φυλάκισή του λόγω της παράνομης δραστηριότητας που είχε αναπτύξει. Ο σκηνοθέτης προβληματίζεται γύρω από την χρυσή εποχή της Wall Street, των ναρκωτικών και του χρήματος.

Δημιουργεί έναν κόσμο ατασθαλίας, ματαιότητας και καταναλωτισμού, όπου τα πάντα έχουν να κάνουν με το χρήμα, θέτοντας τον πρωταγωνιστή του, Leonardo DiCaprio, στον ρόλο του πρωτοπρόσωπου αφηγητή, γεγονός που προσδίδει στην ταινία σφιχτή δομή, διατηρώντας το ενδιαφέρον του θεατή, πράγμα δύσκολο να επιτευχθεί σε μία τρίωρη ταινία. Ο Scorsese αναπλάθει το κλίμα μιας ολόκληρης εποχής και μιας πολύ συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης, αποκαλύπτοντας μία από της μεγαλύτερες απάτες που έλαβαν ποτέ χώρα.

Ο Leonardo DiCaprio βρίσκεται στην ακμή της καριέρας του, με την Ακαδημία να του αρνείται το πολυπόθητο Όσκαρ, αλλά με κοινό και κριτικούς να αναγνωρίζουν την εξαιρετική ερμηνεία του. Πολύ καλή και η εμφάνιση του Jonah Hill στο ρόλο του συνεργάτη του  Belfort. Αν εξαιρέσουμε την ερμηνεία των δύο, η ταινία δεν πρόκειται για κάτι το εξαιρετικό και μπορεί να κουράσει σε κάποια σημεία της, ενδιαφέρουσα ωστόσο η πλοκή της και οι χαρακτήρες της. Με έναν σκηνοθέτη του βεληνεκούς του Σκορτσέζε, αξίζει να την δείτε μόνο και μόνο επειδή φέρει την υπογραφή του.

 της Μαρίας Τσαουσίδου 

Προτείνουμε επίσης τις ταινίες  : Κακόφημοι δρόμοι (Mean Streets-1973), Συμμορίες της Νέας Υόρκης (2002), ο Πληροφοριοδότης (2006) 

 

Τέλος σας παραθέτουμε τις ταινίες που προτείνει ο ίδιος ο Σκορτσέζε σε κάποιον που ενδιαφέρεται να διεισδύσει στην κουλτούρα του κινηματογράφου : 

image_21

Σχόλια