«Δεν μπορείς να αποκτήσεις εμπειρία κάνοντας πειράματα. Δεν μπορείς να δημιουργήσεις εμπειρία, πρέπει να την υποστείς»

Γεννήθηκε στην Αλγερία στις 7 Νοεμβρίου 1913.

Γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας. Iδρυτής του Theatre du Travail (1935), για το οποίο δούλεψε ως σκηνοθέτης, διασκευαστής και ηθοποιός. Χρωστά σχεδόν εξίσου τη φήμη του στα μυθιστορήματά του Ο Ξένος και Η Πανούκλα, στα θεατρικά του έργα Καλιγούλας και Οι δίκαιοι και τέλος στα φιλοσοφικά του δοκίμια Ο Μύθος του Σίσυφου και Ο επαναστατημένος άνθρωπος. Τιμήθηκε το 1957 με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Ο Αλμπέρ κάνει τις σπουδές του έχοντας την υποστήριξη των καθηγητών του (μεταξύ των οποίων βρίσκουμε και τον Ζαν Γκρενιέ, που θα παρουσιάσει στο μαθητή του το έργο του Νίτσε).

Ξεκινάει να γράφει πολύ νέος και τα πρώτα του κείμενα φιλοξενούνται στο περιοδικό Sud το 1932. Μετά από το απολυτήριο λυκείου, παίρνει πτυχίο ανωτάτων σπουδών στη φιλολογία, της φιλοσοφικής σχολής, αλλά η φυματίωση τον εμποδίζει να περάσει τον διαγωνισμό πιστοποίησης που θα του επέτρεπε να ασχοληθεί με την εκπαίδευση.

To 1935, ιδρύει το Θέατρο της Εργασίας (le Théâtre du Travail) στο Αλγέρι που αργότερα μετονομάζει σε Θέατρο της Ομάδας. Στο μεσοδιάστημα, εγκαταλείπει το κομμουνιστικό κόμμα δύο χρόνια μετά την εγγραφή του σε αυτό. Εργάζεται στην εφημερίδα Front populaire (Το λαϊκό μέτωπο), του Πασκάλ Πιά.

Η έρευνα που κάνει Μιζέρια της Καμπυλίας θα συναντήσει αντιδράσεις και έτσι το 1940, η κυβέρνηση της Αλγερίας θα απαγορεύσει την εφημερίδα και θα φροντίσει να μη ξαναβρεί δουλειά ο Καμύ.

Εγκαθίσταται στο Παρίσι και εργάζεται ως γραμματέας σύνταξης στην εφημερίδα Paris-Soir. Εκείνη την περίοδο θα δημοσιεύσει τον Ξένο και το δοκίμιο Ο μύθος του Σίσυφου και θα αναπτύξει τις φιλοσοφικές του θέσεις. Σύμφωνα με την δική του άποψη περί ταξινόμησης του έργου του, αυτά τα έργα υπάγονται στον «κύκλο του παραλόγου» – ο οποίος θα συμπληρωθεί αργότερα με τα θεατρικά έργα Η παρεξήγηση και Καλιγούλας.

Το 1943 προσλαμβάνεται ως αναγνώστης από τον εκδοτικό οίκο Gallimard και αναλαμβάνει τη διεύθυνση της εφημερίδας Combat. Συνεχίζει το λογοτεχνικό έργο με της παραγωγή του «κύκλου της εξέγερσης», που περιλαμβάνει ένα από τα γνωστότερα μυθιστορήματά του, την Πανούκλα, αλλά και άλλα έργα,Οι δίκαιοι (1949) και Ο επαναστατημένος άνθρωπος.

 

Το 1952 έρχεται σε ρήξη με τον Ζάν Πώλ Σαρτρ με την δημοσίευση στο περιοδικό Μοντέρνοι καιροί (Les Temps modernes) του άρθρου από τον Ανρί Ζανσόν που προσάπτει στην εξέγερση του Καμύ ότι είναι «εκ προθέσεως στατική». Το 1956 εκδίδει την Πτώση και το 1957 τιμάται με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας.

Ο Καμύ ήταν ο πρώτος ο οποίος χαρακτήρισε τον 20ο αιώνα, αιώνα του άγχους και του στρες και τον 21ο αιώνα, αιώνα της κατάθλιψης και της μελαγχολίας.

Συχνά έλεγε πως δεν υπάρχει τίποτα πιο σκανδαλώδες από τον θάνατο ενός παιδιού και τίποτα πιο παράλογο από τον θάνατο σε τροχαίο ατύχημα.

Στις 4 Ιανουαρίου 1966 σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα όπου οδηγός ήταν στενός συνεργάτης του εκδότη του Γκιλμάρ, ο Αλμπέρτ Καμύ σκοτώθηκε ακαριαία.

Ο Φιλέλληνας Αλμπερτ Καμυ:

Η γαλλική εφημερίδα «L’ Express» δημοσίευσε στις 6 Δεκεμβρίου του 1955, άρθρο του  με τίτλο: «L’enfant grec» («Το ελληνόπουλο»). Στο άρθρο αυτό ο Αλμπέρ Καμύ φανερώνει τον φιλελληνισμό του. Εκλιπαρεί την διεθνή κοινή γνώμη να πιέσει, ώστε να δοθεί χάρη στον καταδικασμένο από τους Άγγλους σε θάνατο Μιχάλη Καραολή, (αγωνιστή της ΕΟΚΑ) και τάσσετε υπέρ του αγώνα για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Ιδιαίτερη βαρύτητα στο άρθρο δίνει το διεθνές κύρος του συγγραφέα αλλά και το γεγονός ότι ένας ακόμα διακεκριμένος λογοτέχνης «αριστερών» πεποιθήσεων τάσσεται υπέρ του αγώνα της ΕΟΚΑ.

(Το γνήσιο χειρόγραφο με το συγκεκριμένο άρθρο του συγγραφέα βρίσκεται στην κατοχή του Μουσείου Αγώνος ΕΟΚΑ 1955-1959, στη Λευκωσία.)

Ακολουθεί μια βασική παρουσίαση του κεντρικού άξονα των 4 πιο γνωστών έργων του Καμυ:

 

Ο επαναστατημένος άνθρωπος 

Σ αυτό το βιβλίο ο Αλμπέρ Καμύ  εξετάζει τα μεγάλα στάδια του επαναστατικού πνεύματος, από τη Γαλλική ως τη Ρωσική Επανάσταση, από το Σαντ μέχρι τους σουρεαλιστές, περνώντας μέσ από τους αναρχικούς, τους μηδενιστές, το Μαρξ και το Νίτσε. «Επαναστατώ, άρα υπάρχουμε»» επιβεβαιώνει ο Αλμπέρ Καμύ. Η εξέγερση είναι ο μόνος τρόπος για να ξεπεράσουμε το παράλογο.

Αλλά το αληθινό θέμα του «Επαναστατημένου ανθρώπου» είναι τα ερωτήματα που θέτει το διεισδυτικό πνεύμα του Καμύ: Πώς ο άνθρωπος, στο όνομα της εξέγερσης, συμβιβάστηκε με το έγκλημα; Πώς η εξέγερση κατέληξε στα αυταρχικά κράτη του 20ου αιώνα που αντιγράφουν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης; Πώς η ανθρώπινη περηφάνια αλλαξοδρόμησε; 

Ο «Επαναστατημένος άνθρωπος» είχε ευθύς εξαρχής τεράστιο αντίκτυπο, προκάλεσε όμως και πολλές αντιδράσεις από διάφορες πλευρές: κομουνιστές, σουρεαλιστές, υπαρξιστές, χριστιανούς… Οι σύγχρονοι του Καμύ δεν ήταν αρκετά ώριμοι για να παραδεχτούν αλήθειες που επιβλήθηκαν τα κατοπινά χρόνια, καθιστώντας τον «Επαναστατημένο άνθρωπο» έργο επίκαιρο όσο ποτέ άλλοτε.

«Ένα από τα σπουδαιότερα μανιφέστα ανθρωπισμού» (The Times)

Ο μύθος του Σίσυφου 

Ο Όμηρος δεν αποκαλύπτει ποιο ήταν το παράπτωμα του Σισύφου, και στις αρχαίες πηγές βρίσκουμε διαφορετικές εκδοχές. Ωστόσο, για όλους τους αρχαίους, ο Σίσυφος ήταν αξιολύπητος. Για τον Καμύ, είναι αξιοθαύμαστος. Ο Σίσυφος, αντί να ενσαρκώνει τη μοίρα που περιμένει εκείνα τα λίγα ανθρώπινα όντα που τολμούν να αψηφούν τους θεούς, συμβολίζει τη μοίρα όλων των ανθρώπων που βρίσκονται καταδικασμένοι να ζουν σ’ ένα κόσμο χωρίς θεούς.
Είναι αξιοθαύμαστος γιατί δείχνει τον παραλογισμό της ανθρώπινης ύπαρξης, που είναι περισσότερο άσκοπη παρά άδικη.
Αντί να τα παρατήσει και να αυτοκτονήσει, εξακολουθεί να μοχθεί, μολονότι έχει πλήρη επίγνωση πως η κάθε προσπάθειά του θα αποβεί μάταιη. Ο δικός του ηρωισμός είναι ο μόνος που επιτρέπει ένας κόσμος δίχως νόημα, χωρίς θεούς δηλαδή.
Ο Καμύ χρησιμοποιεί το μύθο του Σισύφου για να δραματοποιήσει την ανθρώπινη κατάσταση.
Αντιμετωπίζει το μύθο ως κείμενο αυτόνομο, αποκομμένο από κάθε εφαρμοζόμενη, θεσμοθετημένη θρησκεία. Ο μύθος είναι ένα φιλοσοφικό παραμύθι γιατί στο κάτω κάτω, ο μύθος γι’ αυτόν είναι φιλοσοφία.
Η αδιαφορία ταυτίζεται στον Camus με τη λιθοποίηση. Η έννοια δίνεται με την εικόνα της σισύφειας προσπάθειας. Ο αδιάφορος έχει ισοπεδώσει τις αξίες, λιθοποιήσει το δεδομένο. Σαν την πέτρα, δεν διαβρώνεται εσωτερικά, αλλά εξωτερικά. Όπως ο ασθενής που προσαρμόζεται στην αρρώστια του, όπως ο οξυδερκής αλλ’ άφωνος εργάτης, ο Σίσυφος εξαντλείται στην προσπάθειά κρατώντας αδιάβρωτη την ψυχή του.
Για τον επαναστάτη όμως, που από ανάγκη υποστασιακή πρέπει να κάνει το άλμα, παρ’ όλη τη γνώση πως η φωτιά θα γίνει στάχτη κι όλα θα μείνουν ανάλλαχτα μετά τη θυσία, η ελευθερία της αδιαφορίας είναι και χαμηλός βαθμός ελευθερίας και καταναγκασμός, και η ταύτιση της έννοιας της συνετής καρτερίας με την έννοια της ανταρσίας δεν είναι θεμιτή. Μπορεί το δυναμικό της μιας να μην είναι πολύ διαφορετικό από εκείνο της άλλης, αφού είναι δυνατό να στασιάζει κάποιος με την ίδια ένσταση που υπομένει. Οι έννοιες όμως δεν είναι ταυτόσημες.
Η αναγκαιότητα του παράλογου υποχωρεί μπροστά στην ιδέα της πνευματικής ελευθερίας: «Καθήκον των πνευματικών ανθρώπων», λέει ο Camus («Γράμματα σ’ ένα φίλο γερμανό») «είναι να κρατηθούν στον αγώνα, να βοηθήσουν τον άνθρωπο ενάντια σε ό,τι τον καταπιέζει, να βοηθήσουν την ελευθερία του ενάντια στο μοιραίο που τον κυκλώνει».
Καμύ

Ο ξένος 

Το βιβλίο αυτό είναι η μυθιστορηματική απεικόνιση του φιλοσοφικού συστήματος του παραλόγου, που διατύπωσε ο Καμύ στο βιβλίο του: «Ο μύθος του Σίσυφου». Στη θεωρία αυτή ισχυρίζεται ότι ο άνθρωπος τη στιγμή που πρόκειται να κάνει κάτι, παρατηρεί συχνά ότι μπορεί να κάνει το ένα ή το άλλο και ότι του είναι αδιάφορο ποιον τελικά δρόμο θα ακολουθήσει. Ο άνθρωπος δεν έχει  ψευδαισθήσεις για τις καθιερωμένες αξίες και φέρεται σαν να μην έχει η ζωή κανένα νόημα.
Ο Μερσώ (ο πρωταγωνιστής του έργου) είναι ξένος προς τον εαυτό του και ξένος προς την κοινωνία. Δεν έχει κάποιο ιδεολογικό σχήμα πάνω στο οποίο να κρατηθεί, δεν πιστεύει στη μετά θάνατον ζωή και μόνο ο φόβος του θανάτου τον ταρακουνά.
Το έργο είναι γραμμένο (1942) σε μία εποχή που οι συγγραφείς αισθάνονται ανίσχυροι μπροστά στον παραλογισμό του πολέμου και στις φρικαλεότητες που μπορεί να προξενήσει ένας άνθρωπος.
Ο Καμύ μαζί με τον Σάρτρ θέτουν τις βάσεις για τον υπαρξισμό, σύμφωνα με τον οποίο ο άνθρωπος βρίσκεται εγκλωβισμένος σε μια ζωή που του προκαλεί ανασφάλεια, δεν αισθάνεται ότι μπορεί ν’ αλλάξει την γύρω του κατάσταση με την δική του επέμβαση και πρέπει να αντιπαρατεθεί με την ίδια του την ύπαρξη για να βρει έναν αυτόνομο τρόπο σωτηρίας.
Το ρεύμα του υπαρξισμού άσκησε μεγάλη επιρροή στην εποχή του ψυχρού πολέμου, αλλά δεν θα πάψει ποτέ να είναι επίκαιρο. Ο  Καμύ θέλει να διακηρύξει μέσα από την αδράνεια του ήρωα του, την κατάφαση στη ζωή και την ανάγκη αναζήτησης της ευτυχίας μέσα από ένα απλό χάδι ή την ζεστή αγκαλιά της θάλασσας.
Ο ξένος γυρίστηκε και σε ταινία με πρωταγωνιστή τον Μαρτσελο Μαστρογιαννι.

Η Πανούκλα

Ένα μυθιστόρημα που μιλά για το χωρισμό, την απομόνωση και την ανασφάλεια σε ένα κόσμο δίχως μέλλον και σκοπό, σε ένα τόπο που οι κάτοικοί του πολεμούν για να ζήσουν. Το ύφος που χρησιμοποιεί άλλες φορές περιγραφικό, άλλες ειρωνικό και άλλες ποιητικό, μα πάντα με έμφαση στον άνθρωπο και τα βιώματά του.
Το μυθιστόρημα αυτό γράφτηκε το 1947. Η συγγραφή του συμπίπτει, με την απειλή του ναζισμού καθώς ο Καμύ κατακρίνει το σταλινικό και κάθε άλλο απολυταρχικό καθεστώς της εποχής, όπως και με τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, που καθορίζει τη συγγραφική του πορεία.
Όπως αναφέρει και ο ίδιος στα σημειωματάριά του, το έργο αυτό, μοιάζει με «λίμνη ύστερα από κατακλυσμό». Στην Πανούκλα, ο Καμύ, θέλει να μεταδώσει τη φιλοσοφική του σκέψη αφήνοντας στο τέλος ένα ηθικό δίδαγμα.

Eκτός από τον «Ξένο» σε ταινία γυρίστηκαν και «Οι Δίκαιοι»

Οι δίκαιοι του Αλμπέρ Καμύ: μια πραγματεία περί της ηθικής της επανάστασης (ΜΕΡΟΣ 1o)

Untitled-7_136

Στις 13 Δεκεμβρίου 1957 ο Camus δηλώνει στη Στοκχόλμη: «Καταδίκασα πάντα την τρομοκρατία. Οφείλω να καταδικάσω επίσης μια τρομοκρατία, που επικρατεί στους δρόμους του Αλγέρι, και που μια μέρα μπορεί να πλήξει τη μάνα και την οικογένειά μου. Πιστεύω στη δικαιοσύνη, αλλά θα υπερασπιστώ τη μάνα μου πριν από τη δικαιοσύνη».
Στους «Δίκαιους», έργο όπου κατακρίνεται η βία ακόμη και όταν νομιμοποιείται σαν επανάσταση, ο Kaliajev (πρόσωπο που επανέρχεται στον «Επαναστατημένο άνθρωπο»), ο ποιητής εραστής της ζωής, της ομορφιάς και της ευτυχίας, γίνεται επαναστάτης για την αγάπη της ζωής – κι αυτή είναι γι’ αυτόν η ύψιστη δικαιοσύνη.
Η ζωή και ο στοχασμός του Camus συναντώνται σε μια ίδια αρχή, την αρχή του σεβασμού της ζωής: ο φιλόσοφος καταδικάζει την αυτοκτονία, ο πολιτικός τον φόνο («Carnets») – απήχηση της θέσης αυτής είναι η εναντίωση του Ταρρού στην θανατική ποινή. Ο ίδιος ο Camus σημειώνει πως είναι ανίκανος να κάνει πολιτική, γιατί δεν μπορεί να θελήσει να δεχτεί τον θάνατο του αντιπάλου.
Ο σεβασμός της ζωής, ο οποίος εκφράζεται στο επίπεδο του ατόμου ως αντίσταση στο διαβρωτικό αίσθημα της ματαιότητας, ως γενναιόφρονη στάση απέναντι στο παράλογο, μετατρέπεται σε ηθική της ποιότητας, σε ιεράρχηση των αξιών («Ο επαναστατημένος άνθρωπος»).
Η αντίφαση δεν αίρεται, γίνεται όμως καλύτερα γνωστή, μετριάζεται εκεί όπου υπάρχουν ελεύθερες ψυχές, όπου το πράττειν παίρνει δικαιωματικά τη θέση του φαίνεσθαι και όπου η αληθινή ελευθερία ταυτίζεται με την εσωτερική υποταγή σε μια αξία.
Στο έργο «Les Amandiers» (1940) ο Camus γράφει: «Ας γνωρίζουμε τι θέλουμε… ας μείνουμε με στέρεο πνεύμα… το πρώτιστο είναι να μην απελπιζόμαστε. Είναι αλήθεια πως ζούμε σε μια τραγική εποχή. Πάρα πολλοί συγχέουν το τραγικό με την απελπισία». Την ίδια εποχή ο Camus προσθέτει: «Είναι άσκοπο να κλαις για το πνεύμα, αρκεί να εργαστείς γι’ αυτό»
Η ελευθερία που ζητά ο επαναστάτης Camus, η ελευθερία που δεν ταπεινώνει κανένα, είναι η ελευθερία που ζητά κάποιος για τον εαυτό του, δίχως να μειώνει την ελευθερία του άλλου. Είναι η ελευθερία που συνεργάζεται με τη δικαιοσύνη, νοημένη ως προσπάθεια περιορισμού της αδικίας, ως αγώνα για την αξιοπρέπεια της ανθρώπινης κατάστασης, φροντίδα αριθμητικής μείωσης της δυστυχίας, ως καθάρια γλώσσα που αντιστέκεται στην αναγκαστική σιωπή, το προμελετημένο ψέμα και το υπολογιστικό πνεύμα. «Η απόλυτη ελευθερία χλευάζει τη δικαιοσύνη. Η απόλυτη δικαιοσύνη αρνιέται την ελευθερία. Για να γίνουν γόνιμες οι δύο αυτές έννοιες πρέπει να βρουν το όριό τους η μια μέσα στην άλλη: κανένας δεν εκτιμά την ελεύθερη θέση του αν δεν είναι δίκαιη, ούτε μπορεί αυτή να είναι δίκαιη, αν δεν είναι ελεύθερη.Η ελευθερία δεν είναι κατανοητή, χωρίς τη δυνατότητα να εκφράσει κάποιος καθαρά το δίκαιο και το άδικο».
Η ιδέα του σεβασμού της ζωής και η ιδέα της απόκρουσης της ακρότητας προσανατολίζουν τον Camus στη συσχέτιση των εννοιών ελευθερίας – δικαιοσύνης και αυτή η συσχέτιση φωτίζει και το περιεχόμενό τους, που, διαφορετικά, θα έμενε μετέωρο σε μια απλώς θεωρητική αντιμετώπιση.

Τέλος, παραθέτουμε ένα απόσπασμα από ένα ντοκιμαντέρ για τον Καμυ και τον Σαρτρ:

 

Πηγές: Εκδόσεις Καστανιώτη, Wikipedia, gerasimospolitisblogspot.com 

Σχόλια