Θα σου πω μια ιστορία. Για τη ζωή και το θάνατο. Για εκείνους που ζουν και εκείνους που νομίζουν ότι ζουν. Μια ιστορία για τις στιγμές, τις ασήμαντες, που έρχονται και φεύγουν. Αυτές οι λέξεις γράφτηκαν υπό την επήρεια του «Sous les draps». Πάτησε το play και άκουσε με.Έχω κάτι να σου πω.

17:45. Λάθος. Η ώρα ήταν 17:44. Εκείνο το απόγευμα συνειδητοποίησα ότι ο χρόνος μετράει, ότι ο χρόνος δεν περιμένει, ότι ο χρόνος φεύγει γρήγορα χωρίς να ρωτήσει.

Ήταν μια δύσκολη μέρα. Από εκείνες τις πολλές δύσκολες μέρες που έχουν αρχίσει να έρχονται όταν συνειδητοποιείς ότι μεγαλώνεις σιγά σιγά, ότι η ζωή σου είναι στο δικό σου χέρι, ότι εκτίθεσαι σε ένα στίβο χωρίς δίχτυ ασφαλείας.

Είχα μπεί στο παιχνίδι. Ένιωθα την πίεση, την ευθύνη και κυρίως τις προσδοκίες των άλλων να βαραίνουν την πλάτη μου. Αλλά και τις δικές μου να μου ψιθυρίζουν στο αυτί αυτά που θέλω να κάνω, αυτά που θέλω να ζήσω, αυτά που θέλω να διεκδικήσω.

Ξέρω τι θέλω να κάνω; Μπορώ; Φοβάμαι. Είναι εύκολο να φοβάσαι. Ακόμη πιο εύκολο να τα παρατάς και να συμβιβάζεσαι.

Το παιχνίδι της ζωής όμως είναι σχεδιασμένο να σου στήνει εμπόδια, να σε οδηγεί στην άκρη του γκρεμού, για να δει τι μπορείς να κάνεις, πώς μπορείς να ξεπεράσεις τον εαυτό σου, πώς μπορείς να σωθείς. Όμως, η ζωή είναι ωραία. Ειρωνικό ε; Μάλλον η ζωή είναι ωραία αν μάθεις να τη ζεις. Ή καλύτερα να την εκτιμάς.

17:44 και μερικά δευτερόλεπτα. Πάτησα το κουμπί του ασανσέρ. Είχε χαλάσει. Κατέβηκα βιαστικά τις σκάλες. Είχα αργήσει. Άκουσα μια φωνή να με καλεί. Η κυρία από τον τρίτο με πλησίασε με ένα ζεστό χαμόγελο για να με χαιρετήσει. Την αγνόησα, δεν είχα καιρό για χάσιμο.

Έβαλα τα ακουστικά μου. Είχε πιάσει βροχή. Σταγόνες άρχισαν να μουσκεύουν τα μαλλιά μου. Ξεκίνησα να τρέχω προς τη στάση. Άνθρωποι πηγαινοέρχονταν βιαστικοί, θυμωμένοι από τη βροχή. Δεν τους έδινα σημασία. Δεν με απασχολούσαν, είχα σοβαρότερα προβλήματα να ασχοληθώ. Όλα είχαν πάει στραβά σήμερα. Μόνο ατυχίες τον τελευταίο καιρό. Γιατί σε εμένα; Το τηλέφωνο μου χτύπησε. Ήταν η μαμά μου. Τι να θέλει πάλι; Θα την πάρω μετά. Μετά. Όχι τώρα. Δεν έχω χρόνο.

Φτάνοντας στη στάση, στριμώχνομαι ανάμεσα στον κόσμο. Ξαφνικά οι σταγόνες σταματούν να πέφτουν. Πάλι καλά σταμάτησε η βροχή, σκέφτομαι. Το επόμενο λεπτό βλέπω μια ομπρέλα να με σκεπάζει. Το χέρι που την κρατούσε μου χαμογέλασε. Κοκκίνισα. Δεν μίλησα. Έπρεπε να φύγω. Δεν θα περίμενα άλλο.

Έφυγα ή καλύτερα το έβαλα στα πόδια. Έφτασα στο φανάρι. Ήταν κόκκινο.

Το ρολόι έδειξε 17:45. Ένα αυτοκίνητο ερχόταν με φόρα κατά πάνω μου. Δεν το είδα. Δεν το πρόσεξα. Δεν άκουσα τις ρόδες να τριγγλίζουν στο βρεγμένο οδόστρωμα. Άκουγα τον Μίκ Τζάγκερ να τραγουδά στα αυτιά μου.

«have you see her dressed in blue see the sky in front of you»

She’s a rainbow. Rolling Stones. Εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε ουράνιο τόξο.

Οι περισσότεροι άνθρωποι φοβόμαστε το θάνατο. Μήπως όμως θα έπρεπε να φοβόμαστε τη ζωή; Είναι λογικό να φοβάσαι το τέλος, όταν έχεις ξεκινήσει ένα κύκλο.

Πόσοι όμως πραγματικά ζούμε και δεν αφήνουμε απλά τον χρόνο να τρέξει; Πόσοι κυνηγάμε τις ευκαιρίες που προκύπτουν και δεν προσπερνάμε απλά στιγμές και ανθρώπους; Πόσοι αναβάλλουμε διαρκώς πράγματα γιατί πιστεύουμε ότι πάντα θα υπάρχει το μετά, το αύριο, το μέλλον; Πόσοι δεν τολμάμε να δράσουμε με το φόβο της απογοήτευσης;

Περιμένουμε να συμβεί κάτι ξεχωριστό για να εκτιμήσουμε τη ζωή. Παλεύουμε για κάτι σπουδαίο που μπορεί να μην έρθει ποτέ- και δεν χρειάζεται να έρθει- αγνοώντας τη χαρά που υπάρχει καθημερινά γύρω μας. Βλέπουμε μόνο ό,τι γυαλίζει. Ό,τι δεν γυαλίζει θεωρείται δεδομένο, ασήμαντο. Πολλή σκέψη, λίγη δράση. Αμέτρητοι φόβοι, λίγη ζωή. Αν δεν μπείς στο παιχνίδι, αν δεν ρισκάρεις, το παιχνίδι έχει ήδη τελειώσει.

48 ώρες πριν δεν έβρεχε. Και εγώ ήμουν στο παιχνίδι. Απλώς δεν το ήξερα.

Μισή ώρα πριν πέσει ο ήλιος. Μισή ώρα πριν έρθει το τέλος άλλης μιας μέρας. Μισή ώρα πριν εκείνη τη μαγική στιγμή που ο ουρανός γίνεται ροζ. Νιώθω να πνίγομαι. Και όταν πνίγομαι, πηγαίνω στη θάλασσα. Παράδοξο. Και τρέχω. Για να ξεφύγω από τα προβλήματα.

Περαστικοί απολαμβάνουν την βόλτα τους. Άραγε έχουν και αυτοί προβλήματα; Σίγουρα ναι, αλλά αυτή τη στιγμή είναι εδώ μόνοι τους μπροστά στον ήλιο και στη θάλασσα. Αν κλείσουν τα μάτια θα νιώσουν τον αέρα να τους χαϊδεύει. Αν κοιτάξουν γύρω τους θα δουν γαλάζια κύματα, να εξαγριώνονται και να ηρεμούν ανάλογα με τη φόρα του ανέμου. Ίσως για αυτό μας ηρεμεί η θάλασσα. Μας θυμίζει εμάς. Είναι σαν την ανθρώπινη διάθεση.

Δίπλα μου ένα μικρό κοριτσάκι κάνει τα πρώτα του βήματα. Σκοντάφτει και πέφτει. Δεν κλαίει, γελάει. Γελάει και σηκώνεται. Ξαναπέφτει αλλά δεν τα παρατάει. Γελάω και εγώ. Είναι σημαντικό να γελάς. Είναι σημαντικό να γελάς όταν όλα πάνε στραβά ή όταν νομίζεις ότι πάνε.

Οι τελευταίες αχτίδες ξεπροβάλλουν πίσω από τα σύννεφα και σχηματίζουν ένα φωτεινό διάδρομο στο νερό. Το βλέμμα μου ακολουθεί το διάδρομο. Με οδηγεί στον ήλιο. Το φως είναι μονόδρομος. Ακόμη και όταν τα σύννεφα είναι πυκνά. Ακόμη και όταν βρέχει καταρρακτωδώς.

Το ουράνιο τόξο μπορεί να αργήσει να εμφανιστεί αλλά θα εμφανιστεί. Το ουράνιο τόξο μπορεί να είναι οτιδήποτε. Αυτός/ή, μια βόλτα, ένα χαμόγελο, μερικές λέξεις. Σημασία έχει να το αναγνωρίσεις όταν έρθει.

Μακάρι να μπορούσαμε να αρπάξουμε τις στιγμές σαν αυτή. Μια στιγμή που δεν την είχαμε σχεδιάσει. Που δεν ήταν φαινομενικά σπουδαία. Μια στιγμή που δεν είχε τίποτα αλλά ήταν υπέροχη. Λίγα δευτερόλεπτα μετά ο ήλιος χάθηκε, μαζί και η στιγμή.

Θα ξανάρθουν οι στιγμές απλώς δεν θα είναι οι ίδιες. Κάθε μέρα είναι μια ξεχωριστή μέρα. Κάθε μέρα είναι μια μοναδική ευκαιρία. Για ζωή και πλάκα.

17:46. Ένα χέρι με τραβά βίαια προς τα πίσω ενώ ένα αυτοκίνητο περνά με ιλιγγιώδη ταχύτητα από μπροστά μου. Τρόμαξα. Πολύ. Και ύστερα έβαλα τα γέλια. Δυνατά. Αντί για μένα είχε πατήσει σε μια τεράστια λακούβα με νερό. Με είχε κάνει μούσκεμα αλλά δεν με ένοιαζε. Ήμουν ζωντανή. Βιολογικά. Βιωματικά όμως;

Όλα είχαν πάει λάθος εκείνη τη μέρα. Τίποτα δεν είχε πάει λάθος εκείνη τη μέρα, εγώ τα έβλεπα λάθος. Δεν ζούσα τη μέρα, απλώς υπήρχα μέσα σε αυτή. Την έβλεπα να με προσπερνά. Την αγνοούσα και γκρίνιαζα. Τώρα καταλαβαίνω γιατί δεν τελείωσε το παιχνίδι. Γιατί δεν έφυγα. Μάλλον δεν ήμουν αρκετά ζωντανή για να χάσω σήμερα.

Υ.Γ.: Εσύ; Έζησες αρκετά σήμερα;

Σχόλια