Ένα κείμενο αφιερωμένο σε τέσσερις πολύ σημαντικούς Έλληνες ποιητές, τα ονόματα των οποίων αναμοχλεύει η μνήμη στο άκουσμα της συνύπαρξης του ποιητικού λόγου με την καταθλιπτική διάθεση.

Η ποιητική δημιουργία, όπως και κάθε μορφή τέχνης τροφοδοτείται από το συναίσθημα, το βίωμα και τις σκέψεις του ίδιου του δημιουργού. Γίνεται επομένως κατά κάποιο τρόπο κατανοητό γιατί πολλές φορές η ποίηση συνυπάρχει με τη μελαγχολία.

Πάντοτε πίστευα άλλοτε ότι το γράψιμο γεννιέται από ένα προσωπικό έλλειμμα και όχι πλεόνασμα, χτίζοντας παράλληλα ένα καταφύγιο για όλες εκείνες τις ευαίσθητες ψυχές που αναζητούν και αναζητούσαν ένα διέξοδο για το αδιέξοδο τους.

“η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε”  (Κ.Καρυωτάκης)

Ποιητές ακραίοι, αυτοκαταστροφικοί και για πολλούς «καταραμένοι». Παρά τα σκοτεινά πάθη που μπορεί να έκρυβαν στους βυθούς του εσωτερικού τους κόσμου, κατάφεραν μέσα από τις λέξεις τους να φωτίσουν το σκοτάδι που μας πλακώνει, ακροβατώντας ανάμεσα σε μια άσβεστη δίψα  για ζωή και στη μελαγχολία που μπορεί να κρύβει μέσα της η άρνηση μιας αταίριαστης για αυτούς πραγματικότητας.

1. Κωνσταντίνος Καρυωτάκης

Ο Κ. Καρυωτάκης γεννήθηκε στην Τρίπολη, στις 30 Οκτωβρίου του 1896. Η παρουσία του στα ελληνικά γράμματα ξεκίνησε από το 1922, κατατάσσοντας τον σήμερα στους σπουδαιότερους ποιητές της γενιάς του 1920.

Η ποίηση έπαψε να αποτελεί το καταφύγιο του στις 21 Ιουλίου του 1928, οπότε και έγραψε μόνος του το τέλος της  προσωπικής του περιπέτειας, στην Πρέβεζα.

Οι άδικες μεταθέσεις, η πλήξη της επαρχίας, οι πολιτικές διώξεις, η ασθένεια της σύφιλης και ο ατελέσφορος έρωτας του με τη Μαρία Πολυδούρη ήταν μερικά από τα γεγονότα που το έκαναν να «σκύψει πολύ στο χείλος των αβύσσων», όπως γράφει ο ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος.

Η ποίηση του, η οποία κάθε άλλο παρά παραδοσιακή ήταν, αντικατοπτρίζει πιστά το μελαγχολικό απόηχο της ιστορικής εκείνης περιόδου (εποχή του Μεσοπολέμου), το προσωπικό αδιέξοδο του ποιητή και την αιώρηση ανάμεσα στην ύπαρξη και την ανυπαρξία.

Θα έλεγε κανείς ότι η καταθλιπτική του διάθεση ήταν το λίπασμα για τη γέννηση και την ανάπτυξη του έργου του.

2. Κ.Π.  Καβάφης

Ο Κ.Π. Καβάφης είναι ένας μοναδικά πρωτότυπος ποιητής. Ο Αλεξανδρινός της ελληνικής ποίησης μνημονεύει μέσα από τα ποιήματα του τόσο το ιστορικό όσο και το προσωπικό του βίωμα.

Παρά κάποιες εκλάμψεις αισιοδοξίας, η ποίηση του καλύπτεται συνήθως από ένα πέπλο απαισιοδοξίας. Έτσι, πίσω από τον φαινομενικά ψυχρό του λόγο κρύβεται η μοναξιά , τα ίδια πάθη του, όπως και η απομόνωση του από τον κόσμο. Πρόκειται για έναν ποιητικό λόγο, ο οποίος έρχεται να εκφράσει την αναμέτρηση του ποιητή με την ιδιοσυγκρασία του, τον ίδιο του δηλαδή τον εαυτό.

Μάλιστα ο Καβάφης φαίνεται να έχει αποδεχτεί αυτή του τη  μελαγχολική πλευρά προσφεύγοντας στην «Τέχνη της Ποίησης» («Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου») για να απαλύνει τον πόνο του.

3. Ναπολέων Λαπαθιώτης

Μια από τις πιο αινιγματικές σελίδες της ελληνικής ποίησης φέρει το όνομα Ναπολέων Λαπαθιώτης ∙ ένας εκ των «καταραμένων» του ελληνικού ποιητικού λόγου.

Ο Αθηναίος ποιητής γεννήθηκε στις 31 Οκτωβρίου του 1888 και ξεκίνησε να γράφει από παιδί. Το μικρό σε όγκο, αλλά μεγάλο σε αξία ποιητικό του έργο τον κατέταξε στους κορυφαίους Έλληνες ποιητές της νέοσυμβολιστικής και νεορομαντικής σχολής.

Ο ίδιος ήταν λάτρης της ηδονής και υποστηρικτής του κινήματος του Αισθητισμού. Ευαίσθητος, διακριτικός, κλεισμένος στον εαυτό του, αλλά και συγκρατημένος παρά το ότι έζησε και ποίησε -όπως λέγεται- χωρίς κανόνες.

Επέλεξε να ζει ελεύθερος αδιαφορώντας για την εύρεση του κλειδιού του βιοπορισμού. Ο εθισμός του στα ναρκωτικά τον οδήγησε να ξεπουλήσει την εξαιρετικά πλούσια σε περιεχόμενο βιβλιοθήκη, ενώ στις 7 Ιανουαρίου του 1944 αποφάσισε να δώσει τέλος στη ζωή του, μαρτυρώντας κατά αυτό τον τρόπο το αδιέξοδο στο οποίο είχε επέλθει.

Η ποίηση του αντισυμβατικού αυτού ποιητή αποκρυσταλλώνει τη ψυχολογική του διάθεση και τη θλίψη που φαίνεται ότι χαρακτήριζε τη ζωή του.

4. Μηνάς Δημάκης

Ο Μηνάς Δημάκης είναι ένας ακόμη Έλληνας ποιητής που φαίνεται ότι δεν κατάφερε να βρει τη χαραμάδα φωτός που αναζητούσε, αφαιρώντας τη ζωή του τον Ιούλιο του 1980.

Μια γρήγορη μόνο ματιά σε μερικούς από τους τίτλους των ποιημάτων του αρκεί για να εντοπίσει κανείς την αγωνία του Ηρακλειώτη ποιητή. Το προσωπικό αδιέξοδο είναι έκδηλο και αυτή τη φορά, ενώ η πεσιμιστική του διάθεση, αλλά και η εσωτερική αναζήτηση αποτελούν κατά κάποιο τρόπο το κίνητρο της δημιουργίας του.

Η φιλοσοφική του αγωνία, η οποία κατ’ όπως γίνεται φανερό τον σημάδεψε  και η βαρυθυμία είναι μερικά από τα στοιχεία που μπορεί να συναντήσει κάποιος βουτώντας στις ποιητικές του συλλογές.

Σχόλια