Ο Γιώργος Μπελαούρης γράφει fantasy λογοτεχνία και μας συστήνει το art project της ψυχοπλάνης. Αποποιείται τον τίτλο του συγγραφέα και πιστεύει πως βρίσκεται πιο κοντά στην ιδιότητα του δημιουργού.

Η περίληψη του «Lenore Corpse»:Έλληνες συγγραφείς του σήμερα: Γιώργος Μπελαούρης

Αν μπορούσες να ζωγραφίσεις την ουτοπία σου και να χαθείς μέσα στον καμβά, θα το έκανες; Αν εκεί έβρισκες το άλλο σου μισό και απόλυτη γαλήνη, θα τα άφηνες όλα πίσω σου; Αν τα έχανες όλα, πώς θα αντιδρούσες;

Βίαια ξεριζωμένη από τον παράδεισο της, επιστρέφει στην πραγματικότητα ορκισμένη για εκδίκηση, διψασμένη για καταστροφή!

Διεφθαρμένοι καλλιτέχνες, μανιακοί γκαλερίστες, σαλεμένοι επιστήμονες, στρατιές ενόπλων και αυτή, μόνη εναντίον όλων, σε μια μανιώδη και άνευ προηγουμένου καταδίωξη θανάτου που εξελίσσεται από την Αθήνα και την Αίγυπτο έως τη Μόσχα και τη Νέα Υόρκη… Τ’ όνομά της είναι Lenore Corpse και αυτή είναι η ιστορία της…

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα: Έλληνες συγγραφείς του σήμερα: Γιώργος ΜπελαούρηςΟ Γιώργος Μπελαούρης γεννήθηκε το 1990 στην Αθήνα, έχει πτυχίο Μουσειολογίας και ξεκίνησε να γράφει στα 7 του. Πρώτη φορά παρουσίασε κείμενό του σε κοινό τον Οκτώβριο του 2011, στη Μυτιλήνη, ως σύνεδρος στο 5ο Διεθνές Συνέδριο Λογοτεχνίας. Το κείμενο είχε τίτλο: «Οι παράλληλοι βίοι του Καζανόβα και του Ντε Σαντ» και στο ακροατήριο υπήρχαν ομιλητές από όλο τον κόσμο και προσωπικότητες όπως ο τρισέγγονος του Τολστόι και η μικρανηψιά του Καβάφη. Έκτοτε είναι μόνιμα ενεργός, στο καλλιτεχνικό χώρο. Είναι ο «μπαμπάς/βιογράφος» της Λενόρ Κορπς, ο δημιουργός της μυθολογίας ψυχοπλάνης και του art project LC DLVI.Έχουν παιχτεί 16 θεατρικά κείμενά του σε σκηνές της Αθήνας και της Μυτιλήνης, με τα περισσότερα σε σκηνοθεσία του ιδίο

Σκοπός του είναι η  δημιουργία μιας ευρύτερης κοινότητας, όπου άλλοι νέοι καλλιτέχνες θα μπορούν να προωθήσουν τη δουλειά τους.

Για το πλήρες βιογραφικό του συγγραφέα μπείτε εδώ.

 

Ο ίδιος o συγγραφέας απαντά στις ερωτήσεις μας:

1)Ποιο ήταν το έναυσμα για να ξεκινήσεις να συγγράφεις; Ποιοι παράγοντες στη ζωή σου έπαιξαν ρόλο σε αυτό;

Θέλω να ξεκαθαρίσω, ευθύς εξ αρχής, ότι δε με θεωρώ ούτε καλλιτέχνη ούτε συγγραφέα. Τεχνίτη και γραφιά ναι, δημιουργό ίσως, μα έχω ακόμα δρόμο μέχρι να με θεωρήσω συγγραφέα. Ελπίζω να μην ακούγεται επιθετικό αυτό ή «δήθεν», γιατί ολόψυχα το πιστεύω. Τώρα, ως αναφορά το έναυσμα, σίγουρα ευθύνεται» η μητέρα μου, (χεχε). Ήμουν από τα μωρά, που κοιμούνταν τη μέρα και ήταν ξύπνια τη νύχτα, δεν έκλαιγα πολύ, μα ήμουν σαν κουκουβάγια: γουρλωμένα μάτια όσο ήταν σκοτεινό το στερέωμα!

Έλληνες συγγραφείς του σήμερα: Γιώργος ΜπελαούρηςΕ, η μαμά, όντας ποιήτρια, το βράδυ έγραφε και συχνά με έπαιρνε ο ύπνος υπό τους ήχους της γραφομηχανής. Το ιδανικό νανούρισμα! Όταν έπαψαν τα «αγκού» και μπορούσε το κουκουβαγάκι να μιλήσει με ανθρώπινη λαλιά, τη ρώτησα σχετικά με τη νυχτερινή της ασχολία: «Τι κάνεις με αυτό το πράμα;» δείχνοντας με καχυποψία την λευκή γραφομηχανή, «Γράφω ιστορίες.», «Αυτό θα κάνω κι εγώ όταν μεγαλώσω!» της είπα και το εννοούσα.

Από τα εφτά μου έτη, τρόμαζα τους συμμαθητές με χαζομαρούλες που σκαρφιζόμουν στη στιγμή και το απόγευμα, όντας μονάχους μονάχους δίποδο, με όσα είχα μάθει από το σχολείο, πάλευα να γράψω. Έκτη δημοτικού ξεκίνησε να σχηματίζεται η βασική μυθολογία μου στο νου μου κι έκτοτε βρίσκομαι συνεχώς εκεί.

Έλληνες συγγραφείς του σήμερα: Γιώργος Μπελαούρης

2)Για ποιο λόγο επέλεξες να ασχοληθείς με το είδος του fantasy;

Θεωρώ ότι η φανταστική λογοτεχνία επέλεξε εμένα, όχι το αντίθετο. Ήμουν το είδος του παιδιού με το κεφάλι στα σύννεφα: ονειρευόμουν περιπετειώδεις αποδράσεις, μύες στο σώμα μου και σπαθί ή τσεκούρι στο χέρι μου, πολυβόλα και δράκους, βαμπίρια και νεράιδες, ξωτικά και νάνους, ζόμπια και αλαφροΐσκιωτους…

Οπότε, όταν έπιανα να σκαρώσω κάποια ιστορία, αυτά έβγαιναν στην επιφάνεια. Ονειροπολήσεις και απωθημένα… Με τον καιρό, έμαθα τους κανόνες, τον τρόπο, τον πυρήνα του να γράφεις και να αναπτύσσεις μια μυθολογία και μεταπήδησα στην έμμεση απόδραση της γραφής, αποστασιοποιημένος πλέον από τα θέλω μου ή τα αυτοβιογραφικά παραληρήματα.

3)Γιατί θεωρείς ότι στην Ελλάδα το είδος του fantasy δεν έχει γνωρίσει την ίδια απήχηση, την οποία γνωρίζει στο εξωτερικό;

Η συγκεκριμένη ερώτηση τίθεται πολύ συχνά σε όσους καταπιάνονται με αυτό το είδος. Να σου πω τι πιστεύω εγώ: είμαστε μία χώρα, όπου γαλουχείται από τα μικράτα της με τα ομηρικά έπη (την ρίζα κάθε φάνταζι), τις παραδόσεις, τα δημοτικά, τις παραλογιές κοκ. Οπότε με την ενηλικίωση, σαν αντίδραση, θέλουμε να στείλουμε στον Καιάδα «αυτές τις ανωριμότητες» και να περάσουμε ή σε πιο «σοβαρά» αναγνώσματα ή να αποτινάξουμε το ζυγό της ανάγνωσης εντελώς, στοιχειωμένοι από τη μαθητική και την ακαδημαϊκή ζωή μας. Αυτό πιστεύω στέκεται κυρίως ως τροχοπέδη για να προσεγγίσει κάποιος το είδος.

Αν όμως λάβουμε υπόψιν τα «λόγια της πλώρης» του Καρκαβίτσα (νεράιδες και στοιχειά στη θάλασσα), «το αμάρτημα της μητρός μου» του Βιζυηνού (εφιαλτικές παρακρούσεις στον ναό), τη «γυφτοπούλα» του Παπαδιαμάντη ή την «πάπισσα» του Ροΐδη (γοτθική αισθητική τρόμου και ειδικά στο δεύτερο το τελευταίο κεφάλαιο) , ίσως το φάνταζι και η αλληγορία να μην απέχουν πολύ, το πρίσμα που τα εξετάζει εξαρτάται πόσο «αφήνεται» να τα δεχτεί με τη μία μάσκα ή την άλλη.

Επίσης, την ίδια περίοδο, στους νεότερους χρόνους της ιστορίας και της λογοτεχνίας μας, είχαμε κι ένα μυθιστόρημα φαντασίας του 19ου αιώνα, τον «Πίθηκο Ξουθ» που όλοι το λησμονούν… Για να μη μιλήσω για το Θανάση Βάγια ή το Βρικόλακα του Πολιντόρι (Έλληνας γιατρός του Βύρων)… Είναι καθαρά θέμα οπτικής, προσέγγισης και γρήγορης/λαθεμένης κρίσης θεωρώ, μα θέλω να πιστεύω ότι το αναγνωστικό κοινό θα αλλάξει άποψη εν καιρώ…

Έλληνες συγγραφείς του σήμερα: Γιώργος Μπελαούρης

4)Τι μήνυμα προσπαθεί να περάσει ένα συγγραφέας που γράφει φανταστικές ιστορίες;

Κάθε συγγραφέας, θέλει να γράψει πάνω απ’ όλα την αλήθεια του. Ανεξάρτητα από είδος, θέλει να εκφράσει όλα όσα νιώθει, να σχολιάσει όσα βλέπει, να δείξει τα αποτελέσματα του πρίσματός του και πως αντιλαμβάνεται τον κόσμο… τη ματιά του στα πράγματα!

Οι φανταστικές ιστορίες, ως επί το πλείστον, ή κριτικάρουν αλληγορικά τα κακώς κείμενα της εποχής ή είναι η προσωπική ανάγκη του κάθε συγγραφέα να νιώσει μοναδικός ή ηρωικός σε μία κοινωνία που αυτά παραπετιούνται ή έχουν χαθεί. Αν σκεφτούμε ότι ο πυρήνας κάθε μυθολογίας έχει συνήθως κάποιο Εκλεκτό και πολλές μάχες, αυτό μεταφράζεται απλά ως τις ανησυχίες μιας μονάδας εντός μαζών απρόσωπου συνόλου (ο εκάστοτε δημιουργός) ενάντια στη τραχύτητα τις ζωής (μικρές καθημερινές μάχες για επιβίωση, μέσα σε κάποιο περιοριστικό κοινωνικό σύστημα, με μέγιστο κακό την συντριβή της καθημερινότητας για ένα δημιουργικό νου).

Δείτε τη συνέχεια της συνέντευξης στην επόμενη σελίδα!

 

Σελίδες: 1 2

Σχόλια

1 2