Η Κατερίνα Γώγου γεννήθηκε την 1η Ιουνίου 1940. Γνωστή ηθοποιός σε δευτερεύοντες ρόλους κυρίως, αντισυμβατική ποιήτρια με αναρχικές ιδέες που τασσόταν υπέρ του αντιεξουσιαστικού χώρου με κάθε τρόπο διαμαρτυρίας. Στις 3 Οκτωβρίου 1993, σε ηλικία 53 ετών αυτοκτονεί λαμβάνοντας υπερβολική δόση χαπιών και αλκοόλ.

***

Θέλω να κουβεντιάσω σ’ ένα καφενείο

που νάχει πόρτα ανοιχτή

και να μην έχει θάλασσα

μονάχα άντρες άνεργους

σκόνη με ήλιο και σιωπή

να μπαίνει ο ήλιος στο κονιάκ

κι η σκόνη μαζί με τα τσιγάρα στα πλεμόνια μας

και ας μην πάρουμε και σήμερα βρε αδερφέ

προφύλαξη για την υγεία μας

κι ούτε να δίνεις συμβουλές

το πώς το κατεβάζω έτσι

και πως σκορπιέμαι έτσι

και να αφήσεις ήσυχα στα μούτρα

τις μπογιές τις μύξες και τα κλάματα

να τρέξουνε.

Μονάχα να κοιτάζεις ήρεμα

τα νύχια τα μαλλιά μου και τα χρόνια

πούναι βρώμικα

και γω

να μη δίνω φράγκο για όλα αυτά

Μόνο το κόμμα, το χριστουλάκο τους

γιατί δε φτιάχτηκε το κόμμα τόσα χρόνια

και συ νάσαι φίλος. Φίλος-φίλος

έτσι όπως το λέει ο Καζαντζίδης

και το κονιάκ νάναι σκατά

και εργολάβος πουθενά δεν φάνηκε

έχει δωμάτιο για παράνομους

πάνω απ’ το καφενείο

θα σου τα ρίξω σε μια δόση

το συνηθίζω άμα μεθάω – έτσι για να σε λιανίσω –

να σε δω χωρίς βρακί να δούμε τι θα κάνεις

εσύ όμως λέει δεν θάσαι απ’ αυτούς

θα σηκωθείς και θα χορέψεις παραγγελιά

…βεργούλες και με δείρανε…

και θα κρατάς στις χούφτες σου

μ’ αγάπη και με προσοχή το μυαλό μου

είναι έτοιμο να διαλυθεί στα χίλια. Με πονάει.

Κι όταν

έρθουνε να σου πουν

εδώ δεν είναι

τόπος

και χρόνος

για τέτοια πράγματα

τράβηξε τη φαλτσέτα και θέρισε.

Είχανε δίκιο οι Κοεμτζήδες.

***

Το πρώτο βιβλίο της Κατερίνας Γώγου με τίτλο «Τρία Κλικ Αριστερά» εκδόθηκε το 1978 και πούλησε πάνω από 40.000 αντίτυπα, αριθμός σπάνιος για ποιητικές συλλογές, που μόνο ο Ελύτης και ο Ρίτσος είχαν καταφέρει να φτάσουν.

***

Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά

που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών

Εξάρχεια Πατήσια Μεταξουργείο Μετς

Κάνουν ό,τι λάχει

Πλασιέ τσελεμεντέδων και εγκυκλοπαιδειών

φτιάχνουν δρόμους και ενώνουν ερήμους

διερμηνείς σε καμπαρέ της Ζήνωνος

επαγγελματίες επαναστάτες

παλιά τους στρίμωξαν και τα κατέβασαν

τώρα παίρνουν χάπια και οινόπνευμα για να κοιμηθούν

αλλά βλέπουν όνειρα και δεν κοιμούνται.

Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα

στις ταράτσες παλιών σπιτιών

Εξάρχεια Βικτώρια Κουκάκι Γκύζη.

Πάνω τους έχετε καρφώσει εκατομμύρια σιδερένια

 μανταλάκια

τις ενοχές σας αποφάσεις συνεδρίων δανεικά φουστάνια

σημάδια από καύτρες περίεργες ημικρανίες

απειλητικές σιωπές κολπίτιδες

ερωτεύονται ομοφυλόφιλους

τριχομονάδες καθυστέρηση

το τηλέφωνο το τηλέφωνο το τηλέφωνο

σπασμένα γυαλιά το ασθενοφόρο κανείς.

Κάνουν ό,τι λάχει.

Όλο ταξιδεύουν οι φίλοι μου

γιατί δεν τους αφήσατε σπιθαμή για σπιθαμή.

Όλοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουνε με μαύρο χρώμα

γιατί τους ρημάξατε το κόκκινο

γράφουνε σε συνθηματική γλώσσα

γιατί η δική σας μόνο για γλύψιμο κάνει.

Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά και σύρματα

στα χέρια σας. Στο λαιμό σας.

Οι φίλοι μου.

***

Αυτός εκεί

ο συγκεκριμένος άνθρωπος

είχε μια συγκεκριμένη ζωή

με συγκεκριμένες πράξεις.

Γι’ αυτό και

η συγκεκριμένη κοινωνία

για το συγκεκριμένο σκοπό

τον καταδίκασε

σ’ ένα αόριστο θάνατο.

***

Η ποίησή της, ένα ακόμη μέσο της αντισυμβατικής της δράσης, των διαμαρτυριών και των αγώνων του αντιεξουσιαστικού χώρου, της άσχημης σχέσης που είχε με την αστυνομία. Η «οργισμένη ποιήτρια των Εξαρχείων» ήταν έξω από κάθε λογής εκδοτικά και καλλιτεχνικά κυκλώματα και κλίκες, και επέλεξε να χαράξει μόνη της την πορεία της.  Γνήσια επαναστάτρια, άφησε πίσω της στίχους, που αποτελούν πηγή έμπνευσης και συνεχίζουν να συγκινούν.

***

Η ελευθερία μου είναι στις σόλες
των αλήτικων παπουτσιών μου.
Φέρνω τον κόσμο άνω κάτω.
Μπορώ να σεργιανίσω ότι ώρα μου γουστάρει.
Π.χ. την ώρα που βάζετε τις μασέλες σας
Στο ποτηράκι με το νερό πριν κοιμηθείτε
την ώρα που απαυτωνόσαστε
την ώρα που κάνετε το χρέος σας
στα παιδιά σας, στο σωματείο σας
την ώρα που σας έχουν χώσει την ιδέα
πως τρώτε αυγολέμονο
και τρώτε σκατά
μπορώ και περπατάω,
με τα αλήτικα παπούτσια μου
πάνω από τις στέγες σας
-όχι ρε παιδάκι μου σαν εκείνη
την ηλίθια με τη σκούπα, τη Μαίρη Πόπινς-
δεν πιάνετε το κανάλι μου
μόνο όσοι έχουμε το ίδιο μήκος κύματος
ανθρωπάκια χέστες, κατά βάθος σας λυπάμαι
αλλά τώρα δε χάνω το χρόνο μου μαζί σας
δεν θέλω παρτίδες με κανέναν σας
η ελευθερία σας
είναι στις σόλες των τρύπιων παπουτσιών μου
θάρθει η ώρα που θα τις γλύφετε
και θα ουρλιάζετε κλαίγοντας «θαύμα, θαύμα»
αυτά τα παπούτσια
ποτέ δεν ξεκουράζονται και ούτε βιάζονται
όταν εγώ καθαρίσω από εδώ
θα τα φορέσει ο Παύλος, η Μυρτώ, φοράμε το ίδιο νούμερο, δεν λειώνουν,
όσες πρόκες και αν ρίχνετε στο δρόμο.
Σας βαράνε στο δόξα πατρί σας
θα έρθει η ώρα
που θα τρέχετε απεγνωσμένα στο στιλβωτήριο
«συνοδοιπόροι» και «αποστάτες»
να βάψετε τα δικά σας
μα η μπογιά
δεν θα πιάνει
ότι και αν κάνετε, όσα και αν δίνετε
τέτοιο άτιμο κόκκινο είναι το δικό μας.

 ***

Οι καταγγελτικοί στίχοι της αποτελούν μια κραυγή διαμαρτυρίας για έναν κόσμο που την έκανε να ασφυκτιά απελπιστικά. Οργισμένη για μια κοινωνία, ένα σύστημα με μοναδικό στόχο την πνευματική σκλαβιά. Παρ’ όλη όμως την εσωτερική αγωνία, την ευαισθησία και τις εντάσεις που εκφράζονται στα ποιήματά της, δεν χάνεται η ελπίδα γι’ αυτούς που συνεχίζουν να αγωνίζονται.

***

Ναι. Έτσι είναι όπως τα λες.
Άμα ψάξεις βαθιά
βρίσκεις σπίτια δίπατα
πούχουν στο κατώι πύλινα δοχεία
λίγη ώρα μακρυά απ’ τη θάλασσα
και κοψοχρονιάς.
Και στο βουνό είν’ όμορφα
με δέντρα και ποτάμια
με γυναίκα και μια γίδα είσαι εντάξει.

Μόνο που εμείς είχαμε αποφασίσει
ν’ αλλάξουμε τον κόσμο
κι αυτό δεν γίνεται με εξοχή.
Τόχαμε πει αυτό.
Ψάχναμε να βρούμε όπλα
ξέραμε
πως όλοι πεθαίνουνε
αλλά υπάρχουνε θάνατοι που βαραίνουνε
γιατί διαλέγουμε οι ίδιοι τον τρόπο.

Και μείς αποφασίσαμε
το θάνατο στο θάνατο
γιατί αγαπάγαμε πολύ τη ζωή.
Ξέρω πως υπάρχουνε ατέλειωτες ακρογιαλιές
και δέντρα μες στη θάλασσα
κι ο έρωτας είναι σπουδαίο πράγμα.
Άλλα έπρεπε πρώτα να τελειώνουμε με τα
γουρούνια.

Ήρθες εδώ και κάπνιζες
κοιτώντας τα σανίδια.
Ήσουν αόριστος και μακρινός
κοκκίνιζες σαν τα κορίτσια
ούτε κουβέντα για όλα αυτά
ούτε και γω σου μίλησα
σούπα μονάχα «μη χάνεσαι»
και συ μου είπες «ναι μωρέ»
κι έφυγες ξεχνώντας τα τσιγάρα σου.

Έδωσα μια και γω
έτσι όπως έχω δει να κάνετε οι άντρες
και τρύπησα με το δάχτυλο
πέρα για πέρα το πακέτο.
Δεν ήτανε κι η μάρκα μου «μωρέ».

 

 »Αισθανόμουνα μια μουγκαμάρα. Επικοινωνία από πουθενά, από τίποτα. Είχαν πονέσει οι μασέλες μου από το να μη μιλάω. Κι όταν άρχισα να γράφω, νόμισα ότι θα σπάσει το στιλό. Τόσο πάθος είχα γι’ αυτά που ήθελα να πω. Δεν ξέρω πώς γράφουν οι άλλοι. Εγώ ζούσα και έγραφα.» 
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σχόλια