«Γράφω για εκείνους που δεν ξέρουν να διαβάσουν, για τους εργάτες που γυρίζουνε το βράδυ με τα μάτια κόκκινα από την άμμο. Γράφω να διαβάζουν αυτοί που μαζεύουνε τα χαρτιά απ’ τους δρόμους».

Νύχτα. Περπατάς κάτω από τα κίτρινα φώτα της πόλης. Ελαφρύς θόρυβος, σαν κάποιος να περπατάει πίσω σου. Γυρνάς. Κανείς. Και όμως. Ήταν ένας ποιητής, εκείνος που στέκεται εμπρός σου τώρα, στη γωνιά και ανάβει το τσιγάρο του και που, πριν προλάβεις να πλησιάσεις, θα χαθεί πάλι μέσα στη νύχτα. Ένας ποιητής. Ο Τάσος Λειβαδίτης.
Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 1922. Μεγάλωσε στην καρδιά της πολιτείας, στο Μεταξουργείο. Από πολύ νεαρή ηλικία, από το Γυμνάσιο της οδού Αγησιλάου κιόλας, είναι και δηλώνει ποιητής. Η νύχτα της Κατοχής τον βρίσκει στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Στη Νομική Σχολή, που δεν την τελείωσε. Μαζί με άλλους της γενιάς του, θα αφήσει τα πρώτα του γραπτά ίχνη, πάνω στους τοίχους της αδούλωτης πολιτείας, γράφοντας συνθήματα, παλεύοντας μέσα από τις γραμμές της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης. Ένας υπερήφανος λαός, πεινασμένος, ξυπόλυτος, ρακένδυτος, αλλά πάντα όρθιος, προσπαθεί, με το όπλο στο χέρι, με την καθημερινή του πάλη, με τη δημιουργία του, να ορίζει αυτός τα πεπρωμένα του. Κάποιοι δεν το ήθελαν αυτό. Μα, ο ποιητής επιμένει να τραγουδά:

«Τραγουδάω εσάς, αδέρφια μου
εσάς που χτίζετε τις μεγαλουπόλεις
τραγουδάω εσάς, μικρά μου αγόρια
που ξεπαγιάζετε πουλώντας σπίρτα στους δρόμους του χειμώνα,
εσάς που φοράτε εφημερίδες κάτω απ’ τα τριμμένα σας σακάκια,
τραγουδάω εσάς που ξεκινάτε κάθε αυγή
κουβαλώντας κάτω απ’ το τρύπιο πουκάμισό σας ένα κομμάτι ψωμί
κι ολάκερη την ισότητα του κόσμου».

Ανάμεσα στους ποιητές που περίγραψαν με αμεσότητα και ρεαλισμό το σκηνικό της εποχής, ξεχωρίζει και ο Τάσος Λειβαδίτης, κύριος εκπρόσωπος της Πρώτης Μεταπολεμικής Γενιάς, που με τους στίχους του εκφράζει την φρίκη από την εφιαλτική μνήμη των αδικαίωτων θυσιών. Ο Λειβαδίτης, ξεκίνησε από την κοινωνική καταγγελία για να ασχοληθεί αργότερα με πιο προσωπικά θέματα. Την περίοδο 1947-1951, ο ποιητής εξορίστηκε για τις πολιτικές του ιδέες. Στην ποίηση εμφανίστηκε ξανά το 1952 με δύο εκτενή ποιήματα που τον έκαναν αμέσως γνωστό, τα «Μάχη στην άκρη της νύχτας» και «Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας». Το 1953, κέρδισε το πρώτο βραβείο ποίησης στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ νεολαίας στη Βαρσοβία με το ποίημα «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου». Το έργο κατασχέθηκε από την ελληνική λογοκρισία και έγινε αιτία να δικαστεί ο ποιητής το 1955 στο Πενταμελές Εφετείο. Ο ποιητής υπερασπίστηκε από το εδώλιο, την ουσία της τέχνης του και αθωώθηκε πανηγυρικά.

[Aπό την Απολογία του Τάσου Λειβαδίτη]:

(…) Δεν δικάζομαι για κανένα συγκεκριμένο αδίκημα, αλλά γι’ αυτήν την ίδια την ποιητική μου ιδιότητα (…). Προσπάθησα να δείξω τη φρίκη και την αθλιότητα που επισωρεύει ο πόλεμος, να δείξω τη δραματική πείρα δύο παγκόσμιων πολέμων και τα εκατομμύρια ξύλινους σταυρούς που φύτεψαν στη γη, σκόρπισαν όμως και τους σπόρους για μια πλούσια άνθιση της μεταπολεμικής λογοτεχνίας (…).

Aκολούθησαν οι συλλογές Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο (1956), Οι τελευταίοι (1966), Νυκτερινός επισκέπτης (1972) και άλλες. Ο Τάσος Λειβαδίτης τιμήθηκε με το Α’ και Β΄ κρατικό βραβείο ποίησης για τις συλλογές του Βιολί με μονόχειρα (1976) και Εγχειρίδιο Ευθανασίας (1979).

1003346_597704146919329_127353272_n

Έφυγε από την ζωή, στις 30 του Οκτώβρη 1988. «Επιστρέφει», όμως, κάθε βράδυ στις λαϊκές γειτονιές που τραγούδησε. Ανάβει το τσιγάρο του από τα πυρακτωμένα όνειρά τους. Φτιάχνει ποιήματα από πεσμένα στο δρόμο όνειρα. Όνειρα, που τα πατούν ακόμα και ανύποπτοι περαστικοί…

Σχόλια