Κεφάλαιο πρώτο. Γνωριμία με τους μαθητές.
Γεια σου.
Διεισδύω με σκοπό να καταστρέψω κάθε τι σοβαρό στο βωμό της βλακείας και της υπέρμετρης ηλιθιότητας, στις οποίες θα είμαι παντοτινά ταγμένος. Σαν ένας ψυχικά διαταραγμένος πολεμιστής με το ροζ πλαστικό σπαθί του απο τα jumbo, που νομίζει οτι οι κυλιόμενες σκάλες (των Jumbo) του ανήκουν δικαιωματικά. Σαν ενα κουνούπι με αόρατες υπερφυσικές δυνάμεις (τελείως άσχετο με τα Jumbo) που πρωτοεμφανίζεται μια ζεστή ημέρα του καλοκαιριού και που θα σε στοιχειώνει αιωνίως μέχρι να αλλάξεις δωμάτιο, ή να σφραγιστεί ο χώρος ως ακατάλληλος, ή να καλέσει ο ιδιοκτήτης του δωματίου τους απεντομωτές (αν υπάρχει τέτοια λέξη) σε μια απέλπιδα προσπάθεια να το εξαφανίσουν για πάντα, αφήνοντας εφιαλτικές αναμνήσεις στο διάβα του (παλιομαλακισμένα αχάριστα όντα! Γιατί δε με αγαπήσατε ποτέ;) και παραχωρώντας τον θρόνο του και παράλληλα το υπουργείο αυνανισμού, στα υπόλοιπα τερατουργήματα που θα έχει δημιουργήσει η μυητική δράση του.
Ειλικρινά αρχίσαμε καλά, πρέπει να με πιστέψεις.
Και επειδή θέλω το καλό σου, σε παρακαλώ να με ξεχάσεις, ξέχνα ο,τι διάβασες, ξέχνα οτι υπάρχω , μπορείς ακόμα να σώσεις τον εαυτό σου.
Συνεχίζεις και γι΄αυτό σε αγαπάω! Ειλικρινά πιστεύω οτι μπορούμε να γίνουμε καλοί φίλοι. Λοιπόν άρχισα απότομα, το παραδέχομαι. Οχι, δε θα ζητήσω συγγνώμη, δεν είμαι άλλωστε αυτός ο άνθρωπος. Μπορεί να δεχθώ με ενα ψεύτικο χαμόγελο το εισιτήριο του metro απεριορίστων διαδρομών που θα μου δώσεις (αφου είναι απεριορίστων γιατί μου το δίνεις;), αλλά για κανένα λόγο δε θα σου δώσω ουτε 10 λεπτά του ευρώ για να αγοράσεις μια ληγμένη μπαμπαλού απο το περίπτερο, τρισάθλιο κατασκεύασμα που θέλεις να αυτοαποκαλείσαι «ανθρωπος», φτιάχτηκες μόνο και μόνο για να με βασανίζεις, ΣΕ ΜΙΣΩ!
Βαρέθηκα τον μονόλογο. Πες μου για εσένα. Μίλησε μου για την απίστευτα απίστευτη ζωή σου που ξεπροβάλλει εδώ και δύο (;) δεκαετιές στους δέκτες των συνανθρώπων σου. Νεολαίος δεν είσαι; Αν οχι μη με διαβάζεις, δε θέλω ρε πρώην Πασόκε, ασε με ήσυχο.
Δεν έχω όρεξη να αποκαλύψω τη ταυτότητα μου, και απο τη στιγμή που έχεις διάβασει πλεον τοσες σειρές ενος κειμένου που αποδεικνύει περίτρανα οτι η μεγαλομανία και τα παραισθησιογόνα κάνουν κακό, δε νομίζω πως έχει και πολυ σημασία οτιδήποτε άλλο. Ασε τη σιωπή να μιλήσει και μείνε μακριά μου.
Νιώθω οτι δεν έχω γράψει κάτι ουσιώδες και φοβάμαι ότι οι ιστορικοί του μέλλοντος θα με κατακρίνουν καθώς θα μελετάνε την σπάνια μοναδική περίπτωση μου.
Ας μιλήσουμε λοιπόν για τα Εξάρχεια! Τα μεσημέρια στα Εξάρχεια έχουν αυτή την αποπνικτική αύρα, που σε μεθάει με το πικρό νέκταρ της ζωής και σε κάνει να νιώθεις μέσα σου, τη σαπίλα του απέναντι τοίχου, στον οποίο με υπερηφάνεια αφοδεύει ένας μακρυμάλλης άστεγος. Θέλεις να βγάλεις το δεξί σου πόδι (το καλό) και να ρίξεις μια δυνατή κλωτσιά στον εαυτό σου για να σε στείλει για φρεντο με μαύρη ζάχαρη στης Κηφισιάς το γκέτο. Και πάνω που έχεις πάρει φόρα για τη λυτρωτική κλωτσιά, πετάγετε κυριολεκτικά απο το πουθενά ενας «ψηλός», λάτρης της τυρόπιτας. Αρχίζει μια μυθική συζήτηση λίγων δευτερολέπτων που έχει ειπωθεί εκατομμύρια φορές. H επιτομή της ασυνεννοησίας. Σα να παραγγέλνεις βρώμικο στη πλατεία Μαβίλης, ο Βρωμερός (ειλικρινά δε μπορώ να βρω καλύτερο τίτλο για αυτόν που δουλεύει ως σαντουιτσάς σε ένα βρώμικο) να σε ρωτάει τι να βάλει μέσα και εσύ να του λες «μη με πιέζεις, χώρισα σήμερα και δεν είμαι για πολλά»
Αυτά.
Γειά σου.

Σχόλια