Ανελέητοι άνεμοι σκίζουν το σκοτεινό βρετανικό αιθέρα στο μακρινό και ορεινό Yorkshire.
Μέσα από το παχύ πέπλο ομίχλης, διακρίνεται πλήθος εκστασιασμένων θεατών να κατακλύζουν την κεντρική πλατεία για να απολαύσουν το βάρβαρο θέαμα του απαγχονισμού.
Φωνές περιφρόνησης του οργισμένου πλήθους απέναντι στο άτυχο νεαρό δυναμώνουν και έπειτα η αποπνικτική σιγή.
Ο νεαρός πέφτει απότομα, τα πόδια του τρέμουν ανεξέλεγκτα ώσπου να γείρει το κεφάλι του. Αναστεναγμοί χαράς και περιπαικτικού γάργαρου γέλιου του αισχρού πλήθους ακολουθούν.
Αυτή ήταν η καθημερινότητα στο Yorkshire, ιδιαίτερα κατά την γεωργιανή περίοδο (1714-1830).H έντονη τότε οικονομική εξαθλίωση επέφερε την αύξηση των εγκλημάτων όπως κλοπών, με αποτέλεσμα να εφαρμοστεί ο γνωστός «ματωμένος κώδικας» που όριζε τις δημόσιες εκτελέσεις ως τιμωρία ακόμα και για μικρά πταίσματα για σκοπούς αποτρεπτικότητας.
Περίπου στα τέλη της γεωργιανής περιόδου,1770-1802 εκεί στο ατέρμονα βροχερό και ανεμοδαρμένο Yorkshire παρά τη ζοφερή καθημερινότητα, θα εξελιχθεί η πιο δυνατή ρομαντική ερωτική ιστορία του Χιθκλιφ και της Κάθριν που θα πλαισιώσει το πρωτότυπο μυθιστόρημα «Ανεμοδαρμένα ύψη» της Έμιλυ Μπροντέ.
Ο χρονικός πυρήνας της ιστορίας συμπίπτει με την άνθιση των κύριων τότε λογοτεχνικών ρευμάτων ,εκείνου του γοτθικού και ρομαντισμού. Η Έμιλυ Μπροντέ είναι προφανώς επηρεασμένη από τα δύο αυτά λογοτεχνικά μοτίβα εφόσον εκείνα ορίζουν το κλίμα μέσα στο οποίο διαδραματίζεται η ιστορία.
H πλοκή όπως προανέφερα εκτυλίσσεται στο βροχερό, δύσβατο τότε Yorkshire, υποταγμένο στους συνεχείς αδάμαστους ανέμους. Η τοποθεσία και η ατμόσφαιρα συνάδει με τα μοτίβα της γοτθικής και ρομαντικής λογοτεχνίας όπου οι άγριες καιρικές συνθήκες μαζί με τα απόμερα τοπία δημιουργούν αισθήματα φόβου για να αντικατοπτρίσουν τον εσωτερικό κόσμο των βασανισμένων ψυχών των πρωταγωνιστών.
Οι πρωταγωνιστές Χιθκλιφ και Καθρίν μεγαλώνουν μαζί από την παιδική τους ηλικία εγκλωβισμένοι στη βία με βάρβαρα ψυχολογικά τραύματα λόγω της ενδοοικογενειακής και της κοινωνικής τότε βαρβαρότητας. Έτσι βρίσκει ο ένας στον άλλο καταφύγιο. Εύκολα λοιπόν η σχέση τους διακατέχεται από κτητικότητα, εφόσον η ανάγκη τους για τη λύτρωση από την καθημερινή βία δημιουργεί αισθήματα αλληλεξάρτησης. Για το λόγο αυτό, καθώς ενηλικιώνονται, όταν διάφορα «εμπόδια» χωρίζουν τους δρόμους τους, η σχέση τους εκφυλίζεται σε τοξική, τραγική και καταστροφική με τους πρωταγωνιστές να στοιχειώνονται από την έντονη επιθυμία τους να αναβιώσουν την πιο τρυφερή και ήπια παιδική τους ηλικία, γεγονός που αποτελεί στοιχείο γοτθικού λογοτεχνικού μοτίβου.
Το μυθιστόρημα δημιούργησε τέτοια απήχηση εφόσον έκτοτε κυκλοφόρησαν πολυάριθμες θεατρικές παραστάσεις, ταινίες και άλλα βιβλία μέχρι και δύο σχεδόν αιώνες μετά.
Φέτος, σάρωσε στον κινηματογράφο, η ταινία «Ανεμοδαρμένα ύψη» βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο διεκδικώντας μέσα στις τρεις πρώτες μόλις μέρες από την κυκλοφορία της, την πρώτη θέση σε box office παγκόσμια.
Παρόλα αυτά όμως οι, φανατικοί αναγνώστες δεν επιδοκίμασαν την ταινία διότι παρατήρησαν πως υπήρχαν πολλές διαφορές σε σχέση με την λογοτεχνική πηγή.
Για λόγους αποφυγής spoiler και επειδή θέλω να προτρέψω τους αναγνώστες να παρακολουθήσουν την ταινία, δε θα αναφέρω καθόλου τις διαφορές στην πλοκή ανάμεσα στο βιβλίο και στην ταινία αλλά θα επικεντρωθώ στην μια κύρια διαφορά.
Ενώ στο βιβλίο, οι πρωταγωνιστές ζουν τον έρωτα με πλατωνικό ρομαντισμό, στην ταινία σχεδόν όλες οι σκηνές είναι επιφορτισμένες με άκρως σεξουαλική «εγκεφαλική» διέγερση και σαρκικό πάθος. Η βραβευμένη σεναριογράφος και σκηνοθέτης Emerald Fennel κατάφερε με πρωτότυπο καλλιτεχνικό τρόπο να προσδώσει έντονη αισθησιακή ατμόσφαιρα μέσα από την χρήση παραστατικών οπτικοακουστικών συμβολισμών.
Σκηνές που στην καθημερινότητά μας δεν θα τις εκλαμβάναμε ούτε στοιχειωδώς αισθησιακές. Όπως για παράδειγμα χέρια να πλάθουν και να χτυπάνε δυνατά το ζυμάρι πάνω στο τραπέζι , δάχτυλα να διατρέχουν μέσα από κολλώδεις κρόκους.
Άλλη χαρακτηριστική σκηνή είναι ο Heathcliff να γλείφει μανιωδώς τον περίφημο τοίχο του δωματίου της Catherine στο πολυτελές σπίτι Thrushcross Grange του συζύγου της. Ο τοίχος που ήταν βαμμένος στην ίδια απόχρωση με το δέρμα της (ιδέα και επιθυμία του συζύγου της), έφερε επάνω ακόμα και τις φακίδες και τις φλέβες της.
Κάθε άγγιγμα, κάθε βλέμμα είναι επιφορτισμένο με ερωτικό πάθος και φυσικά πέρα από τα «παίγνια» υπάρχουν σκηνές με την καθαυτή καυτή πράξη.
Σκηνές που δεν θα αφήσουν τίποτε και κανέναν συναισθηματικά αμέτοχο. Ακόμα και οι εξωτερικοί τοίχοι είναι βρεγμένοι, ιδρωμένοι…
Καλά διαβάσατε. Η Emerald Fennel διάλεξε τους τοίχους του πατρικού σπιτιού της Κάθριν να είναι κατασκευασμένοι από μαύρα τούβλα με λαμπερή επίστρωση ώστε να φαίνονται πάντα βρεγμένοι.
Συμβολισμοί γοτθικού και ρομαντισμού λογοτεχνικού ρεύματος με το twist της σαρκικής λαγνείας.
Ως προς την ακουστική επένδυση, η Fennel διάλεξε μια νέα ταλαντούχα Βρετανίδα τραγουδίστρια και στιχουργό, την Charlie CXC που με μεγάλη μαεστρία δημιούργησε τραγούδια εμπνευσμένα από το σενάριο της Fennel.Η μελωδία των τραγουδιών συντίθεται κατά κύριο λόγο από ορχήστρα βιολιών ενώ οι στίχοι είναι άρρηκτα συνυφασμένοι με τον πυρήνα της πλοκής. Ξεχωρίζω τα τραγούδια “Chains of love”, “Wall of sound”,”Always Everywhere” και κυρίως το “House”που ακούγοντάς το ειδικά με την τραχιά φωνή του John Cale, άμεσα φαντάζεται κανείς τον Heathcliff να μιλάει στην Cathrin με μένος και πάθος. Η μουσική επένδυση ωσάν σειρήνα επιτυγχάνει την συναισθηματική επίκληση των ακροατών παρασύροντάς τους στην δίνη του τυφλού ωμού πάθους και της αυτοκαταστροφής.
Είναι αδιαμφισβήτητο πως το μυθιστόρημα καθώς και η ταινία έχουν ήδη κερδίσει διαχρονική υπόσταση. Δεν είναι απλώς η θεματική του μονότονου απαγορευμένου παθιασμένου έρωτα με τραγικό τέλος. Κάθε άλλο, καθώς η γοτθική-ρομαντική χροιά συνάμα με το γεγονός ότι ο έρωτάς τους είχε ήδη γεννηθεί μέσα από το λίκνο της παιδικής αγάπης καθιστά το μυθιστόρημα ξεχωριστό, εφόσον ο έρωτάς τους διέρχεται από πολλά στάδια και παλινδρομεί.
Ως παιδιά έτρεφαν ο ένας για τον άλλο ανιδιοτελή αγάπη, με τα χαρακτηριστικά της φιλίας και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Στην ενηλικίωσή τους η αγάπη αυτή μεταμορφώθηκε σε παιχνιδιάρικο έρωτα ή “ludus” που με τη σειρά του, όταν η σχέση τους δοκιμαζόταν από εμπόδια μετατράπηκε σε παράλογο τοξικό πάθος όπως οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν την «μανία».
Για το λόγο αυτό, στην τελευταία σκηνή η Fennel με τρόπο ιδιαίτερα συγκινητικό δείχνει τον Heathcliff να αναπολεί την αθωότητα της αγάπης τους κατά την παιδική τους ηλικία. Ίσως για
να εννοηθεί πως τον έρωτα τον κερδίζει η αγάπη, διότι η αγάπη κάμπτει τον εγωισμό και για αυτό αντέχει στον χρόνο νικώντας ακόμη και τον θάνατο.
Κράτησα όσο μπορούσα την υπόσχεσή μου για no spoilers.
Εσείς είστε πρόθυμοι να παρασυρθείτε από τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» ;
Από Μαρία Νικολέτα Σουλούνια.
