Κάποτε η Μαρία Πολυδούρη έγραψε σε μια φίλη της για τον Κώστα Καρυωτάκη: «Στο κάτω κάτω εγώ αγάπησα έναν ποιητή. Δεν αγάπησα έναν ήρωα.»

Λυρικός ποιητής, σύγχρονος, της γενιάς του 1920, ο Κώστας Καρυωτάκης γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1896. Ακολούθησε τη δημοσιοϋπαλληλική μοίρα του πατέρα του και γι’ αυτό μετακόμιζε συχνά σε διαφορετικές ελληνικές πόλεις.

Ήδη από τα εφηβικά του χρόνια άρχισε να δημοσιεύει σε ελληνικά περιοδικά. Τελείωσε τη Νομική σχολή Αθηνών και εξέδωσε την πρώτη ποιητική συλλογή του, «Ο πόνος του ανθρώπου και των πραμάτων«.

Έπειτα, ο Κώστας Καρυωτάκης ξεκίνησε τη δική του δημοσιοϋπαλληλική καριέρα με πρώτους σταθμούς την Σύρο και την Άρτα. Εξέδωσε τη δεύτερη ποιητική συλλογή του, «Νηπενθή» και αρκετά χρόνια αργότερα, το 1927, την τελευταία,»Ελεγεία και Σάτιρες«.

Κώστας ΚαρυωτάκηςΤο 1922 γνώρισε την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, όταν άρχισε να εργάζεται στη Νομαρχία Αττικής. Μία χρονιά που χάραξε την μοίρα τους. Συνάπτουν μια αδιευκρίνιστη ερωτική σχέση.

Δυο ποιητές αγαπήθηκαν.

Η Μ. Πολυδούρη, αντισυμβατική και χειραφετημένη νεαρή, του κάνει πρόταση να ζήσουν μαζί, αλλά εκείνος την απορρίπτει. Ο έρωτας τους θα περάσει στον θρύλο γιατί πέθαναν νέοι κι οι δύο.

Έχουν γραφεί πολλά για την σχέση τους και την άρνηση του στις διαδοχικές προτάσεις της να παντρευτούν. Μήπως αποτελεί επαρκή εξήγηση η πιθανότητα, ο Καρυωτάκης να είχε προσβληθεί από αφροδίσιο νόσημα;

18 Ιουνίου 1928, έφτασε με καράβι στην Πρέβεζα για να εργαστεί στην τοπική Νομαρχία.

Έφτασε μετά από μακρά διαμονή στο Παρίσι και κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, που η Αθήνα ανθούσε. Δεν θα μπορούσε να του αρέσει η μικρή επαρχιακή Πρέβεζα που την χαρακτήριζαν, όπως έγραφε, οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους.

Πάντως αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι το γεγονός ότι στην Πρέβεζα έμεινε λίγο περισσότερο από ένα μήνα. Τόσο αφόρητη ήταν γι’ αυτόν η πόλη; Ή άλλα γεγονότα τον οδήγησαν στον θάνατο;

Κώστας Καρυωτάκης, »Πρέβεζα»

Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίση μια «ελλειπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ’ ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«Υπάρχω;» λες, κ’ ύστερα «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία…
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

Λίγες μέρες μετά αποστέλλει το τελευταίο γράμμα στη γυναίκα που κάποτε αγάπησε, στη Μαρία Πολυδούρη.

Ξεκίνησε με τη φράση: «Δεσποινίς είναι μια βδομάδα που βρίσκομαι εδώ και δεν έχω τίποτα άξιο λόγου να σας πληροφορήσω…» και έκλεισε ρωτώντας την: «εσείς τι γίνεσθε» και παρακαλώντας την: «αν δεν κουράζεσθε μου γράφετε λίγες λέξεις.»

Η Πολυδούρη νοσηλευόταν στο «Σωτηρία»,

Κώστας Καρυωτάκης

Οικία Κ. Καρυωτάκη στην Πρέβεζα

σε δωμάτιο μελλοθανάτων λόγω της φυματίωσης, που την είχε προσβάλει.

Ήδη από το 1924, μετά την ρήξη της σχέσης τους με τον Κ. Καρυωτάκη είχε παντρευτεί έναν δικηγόρο. Ο Καρυωτάκης την επισκέφθηκε στο νοσοκομείο καθώς η φιλική τους σχέση δεν έπαψε.

20 μέρες μετά το γράμμα αυτό ο Κώστας Καρυωτάκης έκανε την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας δια θαλάσσης, στην παραλία Μονολιθίου.

21 Ιουλίου 1928, γυρίζει για τελευταία φορά στο σπίτι του μετά την αποτυχημένη προσπάθεια πνιγμού.

Βγαίνει ξανά από το δωμάτιο και αγοράζει ένα περίστροφο. Περπατάει άσκοπα στην πόλη και ύστερα από λίγες ώρες δίνει τέλος στη ζωή του.

Ξάπλωσε κάτω από έναν ευκάλυπτο στην παραλία του Αμβρακικού και αυτοκτόνησε ρίχνοντας με το πιστόλι στην καρδιά. Εκείνο τον Ιούλιο η Πολυδούρη πληροφορήθηκε ένα τραγικό γεγονός. Ο αγαπημένος της Κώστας Καρυωτάκης είχε αυτοκτονήσει. 

Σχόλια