Ο Ξαβιέ Ντολάν,το  εκκεντρικό παιδί του  σινεμά επιστρέφει με ένα οικογενειακό χρονικό που ακροβατεί ανάμεσα στη θλίψη και την αγάπη, την οργή και τη συγχώρηση,ακριβώς στο τέλος του κόσμου.

Κάποιες στιγμές πρέπει να επιστρέφεις εκεί από όπου ξεκίνησες για τους ίδιους λόγους που έφυγες”, μας εξομολογείται ο Λουί  επιτυχημένος συγγραφέας που επιστρέφει μετά απο δώδεκα χρόνια απουσίας στο πατρικό σπίτι για να κάνει μια σημαντική ανακοίνωση.

Η οικογένεια τον υποδέχεται  σαν άγνωστο, προσπαθεί να κρύψει  κάτω απο το χαλί την αγάπη της λόγω της απόρριψης που νιώθει γιατί εκείνος έφυγε, εκείνος τους άφησε, εκείνος στέλνει μόνο κάρτ ποστάλ με δυο λέξεις στα γενέθλια τους.

Ο Λουί προσπαθεί να εγκλιματιστεί σε αυτό το ψυχρό περιβάλλον που στέκεται απέναντι του, πρέπει να βρεί το θάρρος να πει αυτά που θέλει. Ο χρόνος τρέχει αστάματητα για εκείνον.Όμως  κάποιες φορές πρέπει να τον αφήσεις να περάσει και να μείνεις στη σιωπή. Σε μια οδυνηρή σιωπή που τα λέει όλα.

Ο αμφιλεγόμενος σκηνοθέτης για πρώτη φορά μετά απο έξι  ταινίες  επιλέγει να χρησιμοποιήσει  ξένη πρώτη ύλη, διασκευάζοντας  το θεατρικό έργο του Ζαν Λικ Λαγκάρς.

Στήνει ένα σκηνικό που τον περιορίζει θα έλεγε κανείς- πρόκεται για  ένα δράμα δωματίου γνωρίζοντας την αστείρευτη κινηματογραφική του ενέργεια.  Ωστόσο ο ίδιος κατορθώνει να βάλει τη δική του σφραγίδα με τη γνωστή καλλιτεχνική του αυθάδεια.

Με διαρκή γκρο-πλαν που καταλύουν  τη θεατρική υφή του έργου, με θλιμμένα βλέμματα που σιωπούν  προκλητικά και αφοπλιστικά μπροστά στην αλήθεια, η κάμερα εστιάζει εμφατικά και υπερβατικά στα υγρά μάτια του Λουί ,ή αλλιώς  Γκασπάρ Ουλιέλ ο  οποίος παραμένει παρατηρητής στο οικογενειακό τραπέζι.

Δεν διστάζει να θαμπώσει τα πλάνα του για να κεντράρει στα πρόσωπα που τον ενδιαφέρουν, να βάλει χρώμα και χαρούμενη μουσική στη νοσταλγία μέσω των φλασμπακς.

Μαριόν Κοτιγιάρ, Λέα Σειντού, Βενσάν Κασέλ, Γκασπάρ Ουλιέλ επιστρατεύονται  για να ενσαρκώσουν ένα πολύπλοκο δραματουργικό κράμα καταπιεσμένων  σκέψεων και αισθήσεων.Τα καταφέρνουν περίφημα.

Η τυπική νευρωτική  μητέρα –σημείο αναφοράς πλέον στο ντολανικό σινεμά -η  μικρή αδερφή που δεν πρόλαβε να γνωρίσει τον αδερφό της  και προσπαθεί να τον καταλάβει, ο κυκλοθυμικός οργισμένος αδερφός που ωρύεται  λεκτικά και συναισθηματικά με την επιστροφή του  και η συγκαταβατική σύζυγος του αδερφού του που αν και ξένη μοιάζει να είναι πιο κοντά στο Λουί συνθέτουν ένα οικογενειακό παζλ  που παλεύει να ενωθεί.

Μια οικογένεια που προσπαθεί να βρεί τους οικογενειακούς δεσμούς που έχουν διαρρηχθεί,να νιώσει ξανά την τρυφερότητα,την αγάπη.Υπάρχουν στιγμές που φτάνουν σε μια φαινομενική ένωση γιατί δεν χρειάζεται να καταλαβαίνεις κάποιον για να τον αγαπάς, όπως  λέει η μητέρα του.

Υπάρχουν όμως και στιγμές που τα πράγματα ξεφεύγουν από τον έλεγχο και η πληγωμένη ψυχή είναι ασυγκράτητη,ψάχνει την τιμωρία.Ψάχνει τα λόγια που θα πονέσουν.

Οι διάλογοι προσεγγίζουν την ακρότητα και την υπερβολή κεντημένοι με ολοφάνερη ειρωνία.Ο Ντολάν δεν φοβάται να είναι σκληρός με τις λέξεις.Ξέρει  καλά να γρατσουνά τις ψυχές.

Το «Juste la fin du monde»  κέρδισε το Μεγάλο βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ των Καννών  παρά τις αντιδράσεις των αμερικανών κριτικών.

Ένα βήμα πριν τη μετάβαση στο αμερικάνικο σινεμά με το “The death and life of J.Donovan” ο καναδός σκηνοθέτης επιστρέφει με ένα επιφανειακά, μετριοπαθές δράμα που κορυφώνεται σταδιακά και ανεξέλεγκτα σε ένα αποστομωτικό κρεσέντο συναισθημάτων που δείχνει ότι ο αιρετικός Ξαβιέ ωριμάζει κινηματογραφικά.

 

Σχόλια