Άραγε πώς μπορεί να «σπάσει» η σιωπή στην πόλη;

Η μέρα ξημέρωσε λιγάκι παράξενη στην πόλη, που την αγγίζει απαλά στα μάγουλα το γαλάζιο του Αιγαίου και την φυσούν συχνά στο πρόσωπο οι παγωμένοι αγέρηδες.
Οι πολυκατοικίες αγουροξυπνημένες άνοιγαν τα ξεφλουδισμένα τους παραθυρόφυλλα, ενώ στους γκρίζους δρόμους είχαν ήδη  σχηματιστεί οι πρώτες πολύχρωμες μεταλλικές ουρές, στριφογυριστές, λυγερές, φιδίσιες, να χάνονται στα ατελείωτα στενά της πόλης. Κορναρίσματα, απότομα φρεναρίσματα και ταλαιπωρημένα λάστιχα να τρίβονται στην τραχιά άσφαλτο έπλεκαν τις δικές τους θορυβώδεις μελωδίες, ενώ η σφυρίχτρα του τροχονόμου έδινε το ρυθμό.
Άνθρωποι με μάγουλα κόκκινα απ’ τη πρωινή δροσιά και μάτια γεμάτα απ’ την κίτρινη σκόνη του ύπνου, άνθρωποι ντυμένοι με καλοσιδερωμένα ρούχα, μα και τσαλακωμένες φόρμες εργασίας, παιδιά μικρά με βουνά γεμάτα γνώσεις φυτρωμένα στην πλάτη, περπατούν με ώμους γυρτούς και μάτια να κοιτούν τις τριμμένες σόλες των παπουτσιών τους.

Φωτογραφία: Αλεξία Χάμουζα- Γιοβανοπούλου

Περπατούν στη σειρά, σχεδόν ο ένας πίσω απ’ τον άλλο σχηματίζοντας ένα τρένο με ανθρώπους για βαγόνια.
Τα πρόσωπα τους θαμπά, γαριασμένα, δίχως ίχνος κίνησης, που να μαρτυρά την υποψία κάποιου συναισθήματος.
Κι η συναισθηματική αυτή σιωπή πέφτει βαριά σα σύννεφο πάνω απ’ την πόλη και διαρκώς απλώνει, πετρελαιοκηλίδα που καλύπτει την επιφάνεια της και εμποδίζει το ταξίδι κάθε ήχου.

Φωτογραφία: Αλεξία Χάμουζα- Γιοβανοπούλου

Η πόλη βουβαίνεται.
Ανάπηρη από συναισθήματα συνεχίζει να βαδίζει έστω και κουτσή στα μονοπάτια του χρόνου. Οι μέρες έρχονται βιαστικές, μα φεύγουν αργοπορημένες. Στοιβάζονται άτσαλα η μια πάνω στην άλλη, καρτερώντας την επόμενη.
Το ανθρώπινο τρένο όλο και μακραίνει…
Τα ράφια των σούπερ μάρκετ κενά ακόμη από συναισθήματα κι οι πωλήτριες στέκουν καθημερινά απαθείς, περιμένοντας πότε θα εμφανιστούν τα φορτηγά για να τα γεμίσουν.

Τα πρόσωπα στράγγιξαν. Απ’ το πιο σακουλιασμένο, μέχρι το αρυτίδωτο και πιο σφριγηλό λείπει η έκφραση. Οι κουβέντες έπαψαν. Εκείνες που έσταζαν γλύκα και τρυφερότητα έγιναν πουλιά κι αποδήμησαν σε κόσμους ζεστούς, κι εκείνες οι άγριες, οι θυμωμένες ανακατεύτηκαν με τ’ απόβλητα και χύθηκαν στη θάλασσα.

«Πώς να μιλήσουν λοιπόν, οι άνθρωποι της βουβής πόλης;
Μήπως, η κάθε συλλαβή που σχηματίζει μια λέξη, ή κι οι λέξεις που στοιχίζονται και δημιουργούν μια φράση δεν ντύνονται κάθε φορά με συναισθήματα για να αποκτήσουν ουσία; »

Μεσ’ τα κολλώδη νερά λοιπόν, της εκνευριστικής πια σιωπής, στην πόλη που την αγγίζει απαλά στα μάγουλα το γαλάζιο του Αιγαίου και την φυσούν συχνά στο πρόσωπο οι παγωμένοι αγέρηδες, ξημερώνει άλλη μια παράξενη μέρα, ίσως λιγάκι πιο παράξενη απ’ αυτές που είχαν δύσει…

Το ανθρώπινο τρένο έχει καλύψει πλέον κάθε σπιθαμή των δρόμων.
Οι κάτοικοι της κινούνται ρομποτικά. Στο βλέμμα τους έχει καθίσει ομίχλη, ενώ μάγουλα, χείλη κι εκφραστικές ρυτίδες έχουν αρχίσει να ατροφούν. Κι η μέρα αυτή κάποια στιγμή φτάνει σχεδόν στη δύση της. Ο ουρανός γεμίζει κεχριμπαρένια χρώματα κι η θάλασσα σκουραίνει, φορώντας το βραδινό της ρούχο. Τα ξεφλουδισμένα παραθυρόφυλλα κλείνουν σιγά-σιγά, κι οι δρόμοι αδειάζουν.
Το σκοτάδι ξετυλίγει τα αφέγγαρα πέπλα του πάνω απ’ την πόλη.
Φαίνεται πως και σήμερα τίποτα δεν θα την ταράξει, τι κι αν η μέρα ξημέρωσε λιγάκι πιο παράξενη από χθες…

Φωτογραφία: Αλεξία Χάμουζα- Γιοβανοπούλου

Μα, ξαφνικά ένα κελαριστό γέλιο, γέλιο δροσερό ρυτιδώνει την γαλήνια λίμνη της ατελείωτης σιωπής. Παραθυρόφυλλα ανοίγουν, κιτρινιάρικοι γλόμποι ανάβουν, πρόσωπα που μόλις πριν από λίγο ξάπλωσαν φυτρώνουν στα παράθυρα.

Το γέλιο όσο η ώρα περνάει, ηχεί πιο δυνατό!
Αμυδρές ρυτίδες έκφρασης αναδύονται στην επιφάνεια των προσώπων. Τα χείλη συσπώνται αδύναμα προσπαθώντας να σχηματίσουν χαμόγελα. Το γέλιο σιγά-σιγά μεταδίδεται από στόμα, σε στόμα.
Μια αφρισμένη θάλασσα, θάλασσα γέλιου δημιουργείται και παρασέρνει μακριά την θρυμματισμένη πια σιωπή…

Σχόλια