Site icon Frapress

Χριστούγεννα στο … χειρουργείο

Μια πραγματική ιστορία για κάτι περασμένα Χριστούγεννα στο χειρουργείο και στα νοσοκομεία.

Χριστούγεννα.

Εγώ, η μητέρα, η Χρυσούλα και η Βίκυ να μιλάμε συνέχεια, ξανά και ξανά, προσπαθώντας η φλυαρία να ξορκίσει τη γρουσουζιά, την αγωνία, τον θάνατο.

Οι ελπίδες στον γιατρό. Στον κοντόχοντρο με τα τρεμάμενα χέρια που η μητέρα φρόντισε να του εκμυστηρευτεί “σας παρακαλώ γιατρέ, θέλω το καλύτερο για τον αδερφό μου”. Και ύστερα πρόσθεσε “και από εμάς μετά ό,τι χρειαστεί”. Το μήνυμα είχε διαβιβαστεί. Ζήτω ο καπιταλισμός.

Πέρασε ο φύλακας, η κοιλιά εξείχε ελαφρά κάτω από το αλεξίσφαιρο. Τον κοίταξα τόσο έντονα, τόσο άδεια, που αισθάνθηκε την ανάγκη να με χαιρετίσει ευγενικά και εγώ ανταπέδωσα. Ύστερα, χάθηκε στα σκαλιά για τον έβδομο και εγώ συνέχισα το διάβασμα δίπλα από την είσοδο στο χειρουργείο, δίπλα από τον κάδο σκουπιδιών.

Η Βίκυ έβγαλε ένα πλεχτό και συνέχισε. Θα τον τελείωνε τον λαιμό απόψε, μεγάλη νύχτα. Στραβή ανάποδη, στραβή ανάποδη.

Θα γράψεις τίποτα από αυτά;” με ρωτά, “μπορεί και να το κάνω, ποιος ξέρει“, “ε παράτα την επιστημονική φαντασία και γράψε για αυτά“. Στραβή ανάποδη, στραβή ανάποδη.

Η Χρυσούλα με κοιτά ακόμα έκπληκτη, πεπεισμένη πως εγώ και η κοπέλα μου είμαστε ζόρικος συνδυασμός, παρθένος αυτή, λέων εγώ. Δεν μπορούσα να την πείσω για την ζεστή της αγκαλιά, ούτε για την γεύση των χειλιών. “Έχω ωροσκόπο παρθένο“, αυτό της έκοψε τη φόρα, την έπεισε παρά τη θέληση της, πως τη σχέση μου θα την καταστρέψει – αν την καταστρέψει – ανθρώπινο χέρι και όχι αστερισμός.

Περπάτησε μέχρι τον πατέρα και την αδερφή μου και άρχισαν να μιλάνε για τον Καλλιφατίδη, για τα Λατινικά, ύστερα ποιος ξέρει για τι.

Μια στο τόσο άνοιγαν οι πύλες του χειρουργείου και ξέρναγαν έναν αναισθησιολόγο ή καμιά νοσοκόμα. Πέρναγαν δίπλα μας κουρασμένα και αθόρυβα ψιθυρίζοντας “έχει λίγη δουλίτσα ακόμα, ναι, έχει λίγη δουλίτσα ακόμα“.

Τότε ο θείος γίνονταν βάρκα, σκαρί, σκουριασμένο mustang, κάτι που ήθελε λίγη δουλίτσα ακόμη, πριν ορμήσει ξανά μπροστά.

Έρχεται ο Νίκος. Λίγο φαλακρός, φορώντας φόρμες, χαμογελαστός. Σκορπίζει αισιοδοξία και μιλάει μόνο για το μέλλον, ατού, σε μια στιγμή αδυναμίας που η μητέρα ξεχνιέται και βουρκώνει.

Το χειρουργείο είναι ακόμα σε εξέλιξη, ο θείος πρέπει να κάνει το αντίθετο από την πεταλούδα. Να πάρει την απιθωμένη στο μηχάνημα καρδιά ξανά μέσα στο ραγισμένο κουκούλι του, να επουλώσει το ράγισμα και να γυρίσει σπίτι χωρίς φτερά.

Η μητέρα θα του πάρει σκυλί όταν βγει. Στα αλήθεια, οι επαναστάσεις και τα τάματα γίνονται βράδυ έξω από χειρουργεία. Τι είναι ένα σκυλί μπροστά σε μια ξεβουλωμένη αρτηρία; Τίποτα.

Βγήκε τώρα και ένας κυριούλης με ψαρά, σηκωμένα από τον κακό ύπνο, μαλλιά. Τα πόδια του τυλιγμένα με επιδέσμους. Του πήραν αγγεία και από τα δύο, από τον αστράγαλο μέχρι τους μηρούς. Τετραπλό by pass. “Σας κρατάμε ξύπνιο;” “εμείς δεν μπορούμε να κοιμηθούμε” λέει και κάθεται ανάμεσα μας.

Είμαστε τώρα πια πολλοί, μια χορωδία ψιθύρων, ένα συνονθύλευμα λέξεων. Μυτιλήνη,  Άγιος Ραφαήλ, ύπουλο πράμα, θείος, σιδερένιος, ποιος χειρουργεί.

Ο Μυτιληναίος φεύγει, ανοίγει ο ανελκυστήρας, ένας άντρας με βλέμμα κενό σε μια αναπηρική, τον σπρώχνει ο γαμπρός του, το ξέρω πως αυτός είναι ο γαμπρός του γιατί τον σπρώχνει με απεριόριστη προσοχή και χωρίς φόβο, η κόρη όμως ακολουθεί, με μάτια γουρλωμένα, υγρά, βατραχίσια, που κρυφοκοιτάζουν κιόλας το μέλλον. Ναι. Αυτή είναι ο δεσμός αίματος που ουρλιάζει.

Το βράδυ προχωρά, οι σελίδες μου προχωρούν, ο λαιμός του πλεχτού της Βίκυς υφαίνεται, οι σόλες του πατέρα λιώνουν, τα μάτια της μητέρας άμπωτη και παλίρροια, η αδερφή μου σταυροπόδι στο σιδερένιο κάθισμα, μιλάει και μιλάει και μιλάει.

Τι λέει; Ένα συνεχές βουητό γεμίζει τον διάδρομο. Μαγνητίζει τον Νίκο και την Χρυσούλα, τους αποσπά την προσοχή, από τι; Από εμάς; Από τον θείο; Από τον φόβο; Δεν ξέρω. Η αδερφή μου σε λίγο θα μπορούσε ακόμα και κορίνες να βγάλει από την τσάντα για να μας διασκεδάσει.

Η πόρτα ανοίγει, βγαίνει ο χειρούργος, κομμάτια. Μας κάνει απλά ένα κουρασμένο νόημα με το χέρι, η μάσκα ακόμα στο πρόσωπό του.

Ελάτε η οικογένεια παρακαλώ“.

Οι γονείς μου τον ακολουθούν. Ύστερα εγώ, ύστερα η αδερφή μου, αφήνοντας πίσω μας τον έναν θάλαμο μετά τον άλλον, για να γίνουμε τα παιδιά που ακούν τα νέα από τον γιατρό, εμείς που κάποτε περιμέναμε τα νέα από τον πατέρα.

Και το ορκίζομαι, ήμουν αισιόδοξος μέχρι που επέμεινε όλοι μας να πάρουμε από μία καρέκλα πριν ξεκινήσει.

Πετάει τη μάσκα με το ένα χέρι στα σκουπίδια.

“Ο θείος σας σώθηκε”

Φτου ξελευτερία.

Αν όμως, αν όμως δεν άκουγα αυτές τις λέξεις, και άκουγα την συνέχεια που διηγήθηκε ο γιατρός, θα νόμιζα πως ο θείος στα αλήθεια πέθανε.

Ένας συγκλονιστικός κατάλογος από όλα τα πράγματα που πήγαν στραβά, καρδιές που δεν έπαιρναν μπροστά, πνευμόνια “σκατά“, ακατάσχετες αιμορραγίες, φάρμακα που δεν έπιαναν, οριακές αποφάσεις και εξετάσεις που προμήνυαν σίγουρο θάνατο μέχρι αύριο το πρωί αν ο θείος δεν είχε χειρουργηθεί εκείνη ακριβώς τη στιγμή που χειρουργήθηκε.

Ένα πλεχτό καταστροφής υφάνθηκε με προσοχή και μας εξιστορήθηκε με όρους απόλυτους, αδιανόητους, που σίγουρα θα θυμάμαι μέχρι να πεθάνω.

Ωστόσο ο θείος σώθηκε. Και ο γιατρός ήταν αισιόδοξος πως αφού κατάφεραν να βγουν από το χειρουργείο τα πράγματα θα κυλήσουν ομαλά.

Και ίσως πάρουμε σκυλί.

Ίσως.

Αργότερα σκέφτηκα πως το “έχει ακόμα λίγη δουλίτσα” που καρτερικά μας έλεγε ο αναισθησιολόγος δεν είχε καμία σχέση με αυτό που γίνονταν εκεί μέσα.

Και πρώτη φορά αισθάνθηκα ανακούφιση που κάποιος μας είπε τόσο ξεδιάντροπα ψέμματα. Γιατί όταν βγήκε και τον ρώτησε κάποιος, αν απαντούσε με ειλικρίνεια για την κατάσταση στην οποία επέστρεφε, ε τότε ο θείος θα είχε το δικό του κρεβάτι στο χειρουργείο και όλους εμάς απ’έξω θα μας μοίραζαν στους υπόλοιπους ορόφους.

Η υπόλοιπη νύχτα άρχιζε. Η αναμονή. Η μητέρα μας έδιωξε, με όλη τη βία της καλής της ψυχής μας έστειλε να ξεκουραστούμε.

Εκείνη θα έμενε γιατί αν κάτι έμαθε με τον καιρό, είναι πως το ξενύχτι είναι πολύ καλύτερο από τον αβέβαιο ύπνο. Όχι. Θα περίμενε μέχρι το πρωί. Ήταν καλύτερα έτσι.

Και τώρα κάθομαι μπροστά στο δεντράκι μας. Ελπίζοντας για μία νύχτα ανέραστη, άνευρη, ντεκαβλέ, τυπική από κάθε άποψη, χωρίς εξάψεις, χωρίς τηλέφωνα, χωρίς τον πατέρα μου να με ξυπνά χαράματα για να ντυθούμε βιαστικά. Χωρίς τον θείο ξανά στο χειρουργείο.

Κάποιες σκόρπιες σκέψεις:

Με το που βγήκα από το σπίτι για να πάω στο νοσοκομείο είδα στα πέντε μέτρα μία μαύρη γάτα. Της φώναξα να φύγει αλλά εκείνη νωχελικά με αγνόησε και πήδηξε στην γειτονική αυγή.

Κράτησα τη συνάντηση αυτή για τον εαυτό μου και δεν το είπα σε κανέναν παρόλο που το θεώρησα γρουσουζιά και έφτυσα πολλές φορές στον κόρφο μου φέρνοντας στο μυαλό μου διάφορα πράγματα.

Όταν έξι ώρες μετά έφευγα από το νοσοκομείο, λίγο πριν περάσω την πύλη, μία παρέα από τρεις γάτες μου νιαούρισε δυνατά. Πολύ δυνατά. Μόνο σε εμένα. Και κατάλαβα πως, με κάποιον τρόπο, απαιτούσαν τη συγνώμη μου.

Συγνώμη.

Ωστόσο πάλι θα πάρουμε σκύλο.

Ίσως.

Σχόλια

Exit mobile version