Site icon Frapress

O όρος “Indie” δεν υφίσταται ως αναφορά σε συγκεκριμένο είδος μουσικής!

Έφτασε η ώρα να ξεκαθαρίσουμε κάποια απλά και σαφή γεγονότα σχετικά με τον όρο Indie!

Τα τελευταία αρκετά χρόνια συνεχώς πληθαίνουν τα άτομα, που υποστηρίζουν πως ακούν “Indie μουσική”. Στο μυαλό μου αδυνατώ να καταλάβω για ποιον λόγο αυτά τα λόγια δεν ηχούν στα αυτιά μας, όπως η πασίγνωστη και ανεπανάληπτη πρόταση “ακούω τα πάντα”.

Τα σκέφτηκα και τα ξανασκέφτηκα, λοιπόν, κι αποφάσισα πως έφτασε η ώρα να ξεκαθαρίσουμε μεταξύ μας κάποια απλά και σαφή γεγονότα, ώστε να μπορούμε στο εξής να συνεννοούμαστε και καλύτερα – παρ’ όλο που αυτό μπορεί να έχει από λιγοστή έως καμία απολύτως σημασία για μερικούς.

Καταρχάς, εν γένει τα είδη μουσικής, που έχουμε δημιουργήσει, πολύ συχνά, έχουν υπερβολικά λεπτές γραμμές και δεν δύνανται να χαρακτηρίσουν πλήρως τις δημιουργίες στις οποίες αναφέρονται. Χρησιμοποιούνται καθαρά, ωστόσο, ως εργαλεία για να μπορούμε να δηλώσουμε με λέξεις τις ηχητικές κατευθύνσεις της εκάστοτε μουσικής δημιουργίας.

Άλλωστε καμία λέξη από μόνη της δεν μπορεί να χαρακτηρίσει στο έπακρο την κάθε μουσική, με τις αναφορές της, τις επιρροές της, την πολυπλοκότητά της και φυσικά τους δρόμους που χαράζει μέσα από τις κατευθύνσεις, που επιλέγει, συνειδητά ή ασυνείδητα ο δημιουργός της.

Εδώ ταιριάζουν και τα χαρακτηριστικά λόγια του Miles Davis, που δεν θα μπορούσε να έχει απαντήσει καλύτερα και πιο εύστοχα, όταν ένας δημοσιογράφος είχε απευθυνθεί στην μουσική του ως Jazz κι ο ίδιος είχε αποκριθεί: “Μην χρησιμοποιείς την λέξη Jazz. Αυτή είναι απλώς μία λέξη που έχουν επινοήσει. Μην αποκαλείς την μουσική μου Jazz.  Είναι σαν να προσπαθείς να περιορίσεις κάποιον.”

Το πρόβλημα, ωστόσο, σε αυτή την περίπτωση δεν έγκειται στην επιλογή των δημιουργιών, που μπορούμε να περιορίσουμε στον μουσικό χαρακτηρισμό Indie. Ακριβώς για τον πολύ απλό λόγο πως δεν υφίσταται χαρακτηρισμός Indie, που να υποδηλώνει κάποιο συγκεκριμένο μουσικό ύφος. Δύναται να χρησιμοποιηθεί μονάχα για να εκφράσει τον τρόπο παραγωγής, κυκλοφορίας και προώθησης της μουσικής.

Ο όρος Indie ξεκίνησε ως συνώνυμος του όρου DIY (Do It Yourself), άσχετα με το γεγονός πως σε αντίθεση με αυτόν στην πορεία εκφυλίστηκε εντελώς, χρησιμοποιούμενος σαφώς με τον καλύτερο εμπορικό τρόπο από τους χαμαιλέοντες marketeers των δισκογραφικών κολοσσών, καθώς κι όλων των μέσων, με τα οποία αν μη τι άλλο συνεργάζονται κι αλληλοεπηρεάζονται.

Ο όρος indie φέρεται να αναφέρθηκε πρώτη φορά στην Μεγάλη Βρετανία το 1977 για να χαρακτηρίσει την ιδιότητα της δισκογραφικής New Hormones, που δημιουργήθηκε την χρονιά εκείνη από τους Buzzcocks και τον τότε manager τους Richard Boon, και δεν βρισκόταν υπό το πατρονάρισμα κάποιας μεγαλύτερης θυγατρικής δισκογραφικής.

Πιο συγκεκριμένα, ο όρος χρησιμοποιήθηκε για να εκφράσει την οικονομική -κι όλα όσα συνεπάγεται αυτή- ανεξαρτησία της συγκεκριμένης δισκογραφικής από θυγατρικές και εν συνεχεία του EP των Buzzcocks, “Spinal Scratch”, το οποίο αποτέλεσε και την πρώτη ανεξάρτητη παραγωγή της συγκεκριμένης δισκογραφικής.

Φυσικά, ο όρος χρησιμοποιήθηκε καθαρά ως μία καινούρια έκφραση για να τονιστεί η DIY παραγωγή και προώθηση του EP κι όχι η μουσική των Buzzcocks, που ιδίως στην συγκεκριμένη δουλειά τους δύναται να χαρακτηριστεί μονάχα ως Punk Rock.

Ναι, μπορεί να χαρακτηριστεί ως Indie Punk Rock λόγω της ανεξάρτητης παραγωγής του, όχι όμως ως Indie Rock λόγω των μουσικών του κατευθύνσεων!

Είναι εμφανές, επομένως, πως ο όρος Indie δεν αποτελεί παρά επίθετο που δύναται να συνοδέψει οποιοδήποτε είδος μουσικής, του οποίου η παραγωγή -κατά κύριο λόγο- είναι ανεξάρτητη και δεν υπόκειται σε όρους κάποιας θυγατρικής εταιρίας, της οποίας λαμβάνει την επιχορήγηση.

Φυσικά, μικρές ανεξάρτητες δισκογραφικές υπήρχαν επίσημα ήδη από την δεκαετία του ’50 και του ’60, όπως οι Motown, Chess και Atlantic, ιδίως στις αρχές τους, που σε αντίθεση με τις μεγάλες θυγατρικές προέβαιναν σε χαμηλότερου κόστους παραγωγές, ανακαλύπτοντας συχνά μερικούς από τους πιο εμβληματικούς κι εμπνευσμένους μουσικούς κάθε είδους, πολλούς από τους οποίους βέβαια στην πορεία τους απέσπασαν μεγαλύτερες δισκογραφικές, που αν μη τι άλλο είχαν να αντιπροτείνουν ιδιαίτερα ελκυστικά ποσά. Δεν ήταν λίγες, μάλιστα, και οι περιπτώσεις που μικρές ανεξάρτητες δισκογραφικές απορροφήθηκαν στο σύνολό τους από μεγαλύτερες.

Πλήθος μουσικών, παραγωγών και εν γένει καλλιτεχνών, επίσης, έχουν προβεί σε προσωπικές τους ανεξάρτητες παραγωγές και κυκλοφορίες, που συχνά άνοιξαν και τον δρόμο για την δημιουργία ανεξάρτητων δισκογραφικών από τους ίδιους.

Ένα τρανταχτό παράδειγμα, κυρίως λόγω της φήμης, που αποκόμισε αργότερα, όσο βέβαια και των ικανοτήτων του, είναι αυτό του Αμερικάνου DJ Shadow, ο οποίος δημιούργησε εξ ολοκλήρου μόνος του την παραγωγή του ντεμπούτου του “Endtroducing”, προτού το δώσει σε δισκογραφικές και γίνει ένας από τους πιο εμβληματικούς και καινοτόμους δίσκους της δεκαετίας του ’90.

Όσο τα χρόνια περνούν οι σχετικά χαμηλού κόστους home made DIY παραγωγές συνεχώς πληθαίνουν, όπως άλλωστε και η δημιουργία εξ ολοκλήρου μικρών home studios, που σαφώς, βέβαια, απαιτούν ακόμη μεγαλύτερη οικονομική ενίσχυση για τις ανάγκες ενός έστω επαρκούς εξοπλισμού.

Από την άλλη πλευρά τόσο μειώνεται η δημιουργία και εξ ολοκλήρου αντίστοιχων μικρών ανεξάρτητων δισκογραφικών, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει πως δεν εξακολουθούν να ξεφυτρώνουν μικρές ομάδες, που συσπειρώνονται γύρω από έναν δικό τους σκοπό και αφιερώνονται σε ανεξάρτητες παραγωγές εξεχουσών καλλιτεχνών, που πιθανώς δεν θα είχαν βρει ποτέ τον δρόμο για την μεγαλύτερη αναγνώριση.

Ίσως η μεγαλύτερη ανεξάρτητη δισκογραφική, ιδίως από την οπτική της εξέλιξης, που υπήρξε ποτέ ήταν η A&M, η οποία δημιουργήθηκε το 1962, αλλά στην συνέχεια απορροφήθηκε από την Universal.

Κάποια από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα σύγχρονων πραγματικών Ιndie (Ιndependent) δισκογραφικών είναι η αμερικάνικη Fat Wreck Chords, η οποία ανήκει στον Fat Mike, των NoFx και ειδικεύεται σε πλήθος παρακλαδιών του Punk Rock, οι Chinese Man Records και Banzai Lab στην Γαλλία, η Golden Era Records στην Αυστραλία, που δημιουργήθηκε από τους Hilltop Hoods και έχει αναλάβει τις καλύτερες ντόπιες Hip Hop παραγωγές των τελευταίων χρόνων, όπως βέβαια και οι Cast-a-Blast, Carnibal, Timewarp Inc, Inner Ear, Bashment και Beatquick στην Ελλάδα.

Όπως γίνεται κατανοητό κι από το πλήθος των μουσικών κατευθύνσεων των ανεξάρτητων αυτών δισκογραφικών, η λέξη “Indie” προστίθεται και αντίστοιχα αφαιρείται μπροστά από κάθε πιθανό είδος μουσικής, ακριβώς με σκοπό να δηλώσει την παραγωγική, οικονομική και δικαιωμάτων ανεξαρτησία της εκάστοτε δουλειάς και να την διαχωρίσει από αυτές οι οποίες λιγότερο ή περισσότερο έχουν παραχωρηθεί σε μεγάλες δισκογραφικές, που αποτελούν και τους επιχειρηματικούς κολοσσούς του χώρου.

Όταν ακούς, επομένως, Stone Roses και Smiths δεν ακούς Indie. Όταν ακούς Strokes και Libertines δεν ακούς Indie. Όταν ακούς Kills, Yeah Yeah Yeahs και Vampire Weekend δεν ακούς Indie. Όταν ακούς Arctic Monkeys σίγουρα δεν ακούς Indie. Μπορεί να άκουγες Indie όταν είχαν κυκλοφορήσει σε ανεξάρτητη δική τους παραγωγή το πρώτο τους single “Five Minutes with Arctic Monkeys”, πλέον όμως δεν ακούς σε καμία περίπτωση Indie.

Όταν κάποιος υποστηρίζει πως ακούει μονάχα “Indie μουσική” είναι αναγκαίο να αντιλαμβάνεται πως αυτό σημαίνει ότι ακούει μονάχα ανεξάρτητες παραγωγές, οι οποίες φυσικά μπορεί να είναι κάθε είδους. Κάτι τέτοιο φυσικά και δεν συμβαίνει, παρά με απειροελάχιστους ανθρώπους. Και μάλιστα δεν είμαι από αυτούς που υποστηρίζουν πως θα έπρεπε οπωσδήποτε να συμβαίνει κάτι ανάλογο.

Το ζήτημα είναι να καταστεί σαφές πως το “Indie” στις περισσότερες περιπτώσεις δεν αντιπροσωπεύει καν την μουσική που πράγματι ακούει κάποιος, ο οποίος το χρησιμοποιεί, και πως εν γένει ο όρος “Independent”, του οποίου προφανώς αποτελεί συντομογραφία, είναι ένας όρος ο οποίος πρέπει να χαίρει ιδιαίτερου σεβασμού, όταν τοποθετείται μπροστά από το αντίστοιχο είδος μουσικής, καθώς σημαίνει αυτόματα, πολύ περισσότερη δουλειά και ρίσκο από μέρους των δημιουργών και της παραγωγής.

Σχόλια

Exit mobile version