Site icon Frapress

Αφιέρωμα: Η λογοτεχνία της προσφυγιάς

Μια σύντομη εισαγωγή στη λογοτεχνία της προσφυγιάς

Πρόσφυγες και μετανάστες, ένας κόσμος τόσο επίκαιρος για τη σημερινή εποχή, και τόσο οικείος ιδίως για τη χώρα μας. Ένας κόσμος που παρατηρείται εξίσου μέσα στην ελληνική λογοτεχνία, η οποία επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό, από τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και από τις συνέπειές της στους πληθυσμούς που αναγκάστηκαν να αφήσουν τις εστίες τους, που έδωσαν πνοή και αστείρευτο υλικό στη λεγόμενη ‘’προσφυγική λογοτεχνία’’.

Στη λογοτεχνία των προσφύγων, λοιπόν, δοκιμάζονται οι πρώτες μνήμες και ερμηνείες των συλλογικών τραυμάτων, καθώς πεζογράφοι που κατάγονται από τη Μικρά Ασία γίνονται μάρτυρες αυτής της τόσο ολέθριας για τον ελληνισμό περιόδου, καταγράφουν, σχολιάζουν, περιγράφουν με τον πιο πειστικό τρόπο τις εντυπώσεις τους από όσα άκουσαν και όσα έζησαν οι ίδιοι.

Είναι φυσικό, λοιπόν, πολλοί συγγραφείς που ήρθαν από την Μικρά Ασία να αναφερθούν στο θέμα της χαμένης πατρίδας και της προσφυγιάς, αλλά και στην καχυποψία και πολλές φορές εχθρότητα από την πλευρά των ντόπιων.

Η οπτική γωνία των συγγραφέων αυτών δεν είναι δυνατόν να μην είναι επηρεασμένη από τις συνέπειες της ήττας και τις ταλαιπωρίες που υπέστησαν οι ίδιοι και οι οικογένειές τους. Οι εικόνες από τις πατρίδες που εγκατέλειψαν, ο πόλεμος, αλλά και οι ευτυχισμένες στιγμές, ακολουθούσαν εκείνους οι οποίοι έγιναν μετέπειτα συγγραφείς ή ποιητές, και καθόρισαν τη θεματική του λογοτεχνικού έργου τους.

Ας σημειωθεί ότι όσοι ήρθαν από τα μέρη αυτά διέθεταν ένα καταπληκτικό εργαλείο, την αφηγηματική δεινότητα, την εκφραστική άνεση. Και με ανάμεικτα συναισθήματα απέδωσαν την πραγματικότητα όπως την είχαν ζήσει εκείνοι.

Μιαν αφήγηση με παρηγορητική λειτουργία, που βοήθησε τους επιζήσαντες να προσδώσουν νόημα στο οδυνηρό παρελθόν και να το συνδέσουν με το δύσκολο παρόν τους. Ο πόνος, ο φόβος, η πίκρα, η αγωνία για την επόμενη ημέρα, η αποδοχή του διαφορετικού και η αναγνώριση της προσφοράς του στη ζωή των Ελλήνων που έφυγαν από τις πατρίδες τους είναι μερικά από τα συστατικά τα οποία δίνουν την ταυτότητα στο έργο πολλών συγγραφέων που αναφέρονται σε όσα έζησαν οι ίδιοι ή άκουσαν να τους διηγούνται άλλοι για τη ζωή στη Μικρά Ασία, στον Πόντο, στην Τουρκία εν γένει. Μέσω των μυθιστορημάτων τους κρατούν ζωντανή τη μνήμη γιατί γνωρίζουν καλά ότι υπάρχει κάτι όσο το θυμόμαστε.

Είναι προφανές ότι η µνήµη των γεγονότων γύρω από τη Μικρασιατική Καταστροφή διατηρείται άσβηστη µέσα στη λογοτεχνία µας και κυρίως στην πεζογραφία, που έχει να παρουσιάσει αρκετά πολύ αξιόλογα σχετικά έργα.

Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφερθούμε σε συγκεκριμένους συγγραφείς και να μιλήσουμε για το έργο τους και πώς σ’ αυτό παρουσιάζονται τα γεγονότα που σημάδεψαν τη σύγχρονη ιστορία μας.

Κοινός παρονομαστής αυτών των έργων, είναι η συμπάθεια η οποία εκφράζεται προς τον τουρκικό λαό. Άλλωστε, οι αναφορές στην ειρηνική συνύπαρξη Ελλήνων και Τούρκων πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή δεν είναι λίγες. Aντίστοιχα στο επίπεδο των ηρώων κυριαρχούν δύο µεγάλες πληθυσµιακές οµάδες, οι γηγενείς και οι πρόσφυγες.

H ιδεολογική, πνευµατική, κοινωνική και πολιτική σύγκλιση ή απόκλιση µεταξύ των δύο αυτών οµάδων διακρίνεται πολύ καθαρά στα έργα και εξαρτάται κυρίως, από την καταγωγή του συγγραφέα. Σε σχέση µε τους λογοτεχνικούς ήρωες ένα άλλο στοιχείο, που επαναλαµβάνεται σε όλα τα έργα που αναφέρονται στο 1922, είναι ο εξευτελισµός του ανθρώπου, όχι απλώς ο θάνατος, αλλά τα βασανιστήρια, οι βιασµοί, η σωµατική και ψυχική κατάπτωση των θυµάτων, η κτηνώδης βαρβαρότητα των διωκτών τους και η προσπάθεια να γιατρεφτούν οι πληγές, ενώ τα αισθήµατα που κυριαρχούν είναι ο φόβος και η ντροπή.

Τέλος, οι συγγραφείς διαβεβαιώνουν τους αναγνώστες τους αφενός ότι όσα γράφουν στηρίζονται σε προσωπικά τους βιώµατα και δεν αποτελούν µυθοπλασία και αφετέρου ότι στόχος της αφήγησής τους είναι να διατηρήσουν άσβηστη στη µνήµη τους τη µεγάλη εκείνη εποχή.

Ηλίας Βενέζης

 γράφει η Φένια Τσιαλούκη

Ο Ηλίας Βενέζης (1904-1973) γεννήθηκε στο Αϊβαλί ή αλλιώς στις Κυδωνιές της Μ.Ασίας και η ζωή του σημάδεψε το λογοτεχνικό έργο του. Μέχρι και το 1921 μοίραζε τη ζωή του ανάμεσα από Μυτιλήνη και Αϊβαλί και όταν η Μικρασιατική καταστροφή σηματοδότησε τον οριστικό  ξεριζωμό του ελληνικού πληθυσμού της περιοχής, ο Ηλίας Βενέζης υπήρξε ένας από τους άτυχους Έλληνες που αιχμαλωτίστηκαν από τους Τούρκους και  κατόπιν οδηγήθηκαν στα  «αμελέ ταμπουρού», τάγματα εργασίας που συνίσταντο από ξένους πληθυσμούς.

Υπήρξε κρατούμενος για δεκατέσσερις μήνες και αυτή η εμπειρία του έμελλε να αποτελέσει έμπνευση για το βιβλίο του «Το Νούμερο 31328», ένα από τα πιο σημαντικά αναγνώσματα της ελληνικής λογοτεχνίας και μία αληθινή καταγραφή της σκληρής εμπειρίας του πολέμου.

Ο Ηλίας Βενέζης αντλεί τη θεματολογία του από τη Μ.Ασία και αυτό είναι εμφανές στα περισσότερα έργα του και κυρίως στη  «Γαλήνη», που μεταφέρθηκε μάλιστα στη μικρή οθόνη και είναι η ιστορία μίας μικρής μερίδας Μικρασιατών που προσπαθούν να ξαναχτίσουν τη ζωή τους στην περιοχή της Αναβύσσου. Πρόκειται για ένα βαθιά απαισιόδοξο βιβλίο, το οποίο βραβεύτηκε μάλιστα και με Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας.

Η «Αιολική Γη» έρχεται να επισφραγίσει αυτή την άτυπη μυθιστορηματική τριλογία που έχει ως άξονα της τη Μικρασιατική καταστροφή. Η μνήμη και οι σκληρές εμπειρίες που αποκόμισε από τα τάγματα εργασία και τον διωγμό της οικογένειας του αποτέλεσαν όχι μόνο κομμάτι της ζωής του αλλά και του έργου του.

Θεωρητικά ο Ηλίας Βενέζης υπάγεται στη «γενιά του ‘30» μαζί με τον Σ.Μυριβήλη, τον Μ.Καραγάτση και τον Α.Τερζάκη. Πολυγραφότατος και πολυπράγμων, ο Ηλίας Βενέζης έγραψε ακόμη πολλά διηγήματα, αρθρογραφούσε τακτικά στις εφημερίδες Βήμα και Ακρόπολις και έγραψε και κάποια ιστορικά μυθιστορήματα καθώς και ένα θεατρικό έργο «Μπλοκ C» που έχει σχέση με την εμπειρία του συγγραφέα από τη σύλληψη του από τους Γερμανούς κατά το Β’Παγκόσμιο Πόλεμο.

Διδώ Σωτηρίου

 γράφει η Αριάδνη Πολυχρονίου 

«Ενάμισι εκατομμύριο άνθρωποι βρεθήκανε ξαφνικά έξω από την προγονική τους γη. Παράτησαν σκοτωμένα παιδιά και γονιούς άταφους. Παράτησαν περιουσίες, τον καρπό στα δέντρα, το φαΐ στη φουφού, τη σοδειά στην αποθήκη, το κομπόδεμα στο συρτάρι, τα πορτρέτα των προγόνων στους τοίχους. Και βάλθηκαν να τρέχουν, να φεύγουν κυνηγημένοι απ’ το τούρκικο μαχαίρι και τη φωτιά του πολέμου. Και λογίζονταν τυχεροί που αντάλλαξαν το έχει τους, την πατρίδα τους, το παρελθόν τους με μια στάλα σιγουριά… Άρπαξαν βάρκες, καΐκια, σχεδίες, βαπόρια και πέρασαν τη θάλασσα σ’ έναν ομαδικό, φοβερό ξενιτεμό. Κοιμήθηκαν αποβραδίς νοικοκυραίοι στον τόπο τους και ξύπνησαν φυγάδες, θαλασσοπόροι, άστεγοι, άποροι, αλήτες και ζητιάνοι στα λιμάνια του Πειραιά, της Σαλονίκης, της Καβάλας, του Βόλου, της Πάτρας.»

Πλήρως περιγραφικό της σημερινής οξείας προσφυγικής κρίσης, το απόσπασμα αυτό από το μυθιστόρημα της Διδώς Σωτηρίου, Μέσα στις φλόγες, που αφηγείται το αιματοκύλισμα, τις κακουχίες και τη νοσταλγία των μικρασιατών προσφύγων του 1922, κλονίζει με τη διαχρονικότητα του, θυμίζοντας μας μέσω της λογοτεχνικής γραφής, πως ο πόνος της προσφυγιάς, άρρηκτα συνδεδεμένος με την ιστορία και συνακολούθως με τη λογοτεχνική παραγωγή αυτής της χώρας,  δε γνωρίζει σύνορα, έθνη και θρησκείες, μα απαιτεί μονάχα αρωγή και αλληλεγγύη με κάθε μορφής πράξη εμπέδωσης ενός ουσιαστικού ανθρωπισμού.

Δημιουργός κάποιων εκ των εμβληματικότερων βιβλίων της σύγχρονης ελληνικής γραμματείας (Ματωμένα Χώματα, Οι νεκροί περιμένουν, Κατεδαφιζόμεθα), ενεργή αγωνίστρια της Αριστεράς, δημοσιογράφος, λογοτέχνης, ερευνήτρια, θεατρική συγγραφέας, η Διδώ Σωτηρίου,- αδελφή της επίσης αγωνίστριας και συντρόφου του Νίκου Μπελογιάννη, Έλλης Παππά-,  έχει αφιερώσει το μεγαλύτερο μέρος του πλούσιου έργου της στο μαρτύριο της προσφυγιάς.

Τόσο οι βασικοί άξονες των λογοτεχνικών της πονημάτων, όσο και το επίκεντρο των ιστορικών της μελετών, περιστρέφονται γύρω από τα αίτια και τις θλιβερές επιπτώσεις της Μικρασιατικής καταστροφής, βασιζόμενα στα τραυματικά προσωπικά της βιώματα καθώς και σε μια σειρά πηγών και μαρτυριών των επιζώντων.

Ο Βρεττάκος έλεγε για εκείνη και το έργο της που έχει σφραγίσει όσο κανένα άλλο την ελληνική προσφυγική λογοτεχνία «χαιρόμαστε ένα συγγραφέα που δεν κάνει φιλολογία αλλά ζωή. Ένα συγγραφέα που ξέρει να ανακαλύπτει τις πτυχώσεις του ατομικού και του ομαδικού ανθρώπινου δράματος».

Γιώργος Ιωάννου 

γράφει η Μαρία Στρατήγη

Νοσταλγία, πόνος κι αγάπη για την πατρίδα. Αυτά είναι μερικά απ’ τα συναισθήματα που συνθέτουν την προσφυγιά. Και σίγουρα, ένας από τους καταλληλότερους λογοτέχνες ως προς την απόδοση της προσφυγιάς είναι ο Γιώργος Ιωάννου.

Αν και ο ίδιος δεν υπήρξε ποτέ πρόσφυγας, μεγάλωσε ακούγοντας τις ιστορίες της προσφυγιάς από το οικογενειακό του περιβάλλον, καθώς κατάγεται από οικογένεια προσφύγων.

Αντιμετωπίζοντας πάντα με ευαισθησία και σεβασμό, τολμά πολλές φορές να παρουσιάσει τον πόνο της προσφυγιάς κι από άλλες οπτικές γωνίες εκτός αυτής των Ελλήνων. Στα κείμενά του πάντα φροντίζει να αποδώσει με δίκαιο τρόπο την αμοιβαιότητα του πόνου τόσο στους Έλληνες όσο και στους Τούρκους, οπότε και λειτουργεί ως ευαίσθητος ακροατής όλων των επίπονων ιστοριών της προσφυγιάς που μεταφέρει.

Καταφέρνει και μεταδίδει με τον πιο συγκλονιστικό τρόπο τη μαρτυρία και το βίωμα της προσφυγιάς καθώς ο λόγος του παίρνει τη μορφή μιας συγκλονιστικής εξομολόγησης. Έργα του όπως τα Στου Κεμάλ το σπίτι, Μες στους προσφυγικούς συνοικισμούς, Η μόνη κληρονομιά, Ψηλά στο Εσκί Ντελίκ είναι χαρακτηριστικά δείγματα της ταύτισης του Ιωάννου με το θέμα της προσφυγιάς ενώ καταφέρνουν να δημιουργήσουν στον αναγνώστη το ίδιο αίσθημα συμπόνιας και ταύτισης, καθώς με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συνειδητοποιεί πως η προσφυγιά είναι κάτι που μας αφορά όλους.

Μέλπω Αξιώτη 

γράφει ο Θεόδωρος Δαγλής

Η Μέλπω Αξιώτη γεννήθηκε στις 15 Ιουλίου 1905, στην Αθήνα και ήταν κόρη του Μυκονιάτη µουσικοσυνθέτη και τεχνοκριτικού Γεωργίου Αξιώτη και της αριστοκράτισσας Καλλιόπης Βάβαρη. Οι γονείς της χώρισαν το 1908 και η Μέλπω µεγάλωσε ανά διαστήματα στη Μύκονο µε τον πατέρα της (και την μητριά της), και αργότερα στην Αθήνα με την μητέρα της.

Το 1936 προσχώρησε στο Κ.Κ.Ε., εγκαινιάζοντας τη δια βίου πολιτική της προσχώρηση στην Αριστερά. Ένα χρόνο αργότερα γνωρίστηκε µε το δικηγόρο Νίκο Αλεξίου µε τον οποίο συνδέθηκε ερωτικά. Το 1933 πρωτοεµφανίστηκε στη λογοτεχνία µε τη δηµοσίευση του διηγήµατος ”Απ’ τα χτες ως τα σήµερα” στο περιοδικό Μυκονιάτικα Χρονικά του Γιαννούλη Μπόνη.

Ακολούθησαν κι άλλες δηµοσιεύσεις στο ίδιο περιοδικό και το 1938 κυκλοφόρησε το πρώτο της µυθιστόρηµα, που είχε τίτλο ”∆ύσκολες Νύχτες” και τιµήθηκε ένα χρόνο αργότερα µε το πρώτο βραβείο του Γυναικείου Συλλόγου Γραµµάτων και Τεχνών.

Κατά την προπολεµική περίοδο ήρθε σε επαφή µε τους αθηναϊκούς λογοτεχνικούς κύκλους και γνωρίστηκε µε το Νίκο Εγγονόπουλο, το Γιώργο Θεοτοκά, το Νίκο Καββαδία, τον Κλέωνα Παράσχο, το Γιώργο Σεφέρη, ενώ κατά τη διάρκεια της γερµανικής κατοχής εντάχτηκε στην Εθνική Αλληλεγγύη του ΕΑΜ και συνεργάστηκε στον παράνοµο Τύπο, µαζί µε τις ∆ιδώ Σωτηρίου, Έλλη Αλεξίου, Έλλη Παππά, Τιτίκα ∆αµασκηνού και άλλες ελληνίδες της αντίστασης.

Στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ελλάδα και έζησε αυτοεξόριστη στην Γαλλία, την Ιταλία, την Σοβιετική Ένωση, την Πολωνία και την πρώην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, όπου ήρθε σε επαφή με διάσημους συγγραφείς, όπως ο Louis Aragon, Elsa Trionet, Paul Elyard, Andre και Alice Bonnard, Pablo Neruda κ.α. Δίδαξε Νεοελληνική Λογοτεχνία στο πανεπιστήμιο του Ανατολικού Βερολίνου της Γερμανίας το 1958.

Το ∆εκέµβριο του 1964 επισκέφτηκε την Ελλάδα µετά από επίπονες προσπάθειες τεσσάρων χρόνων και το καλοκαίρι του επόµενου χρόνου επαναπατρίστηκε µε απόφαση του τότε υπουργού εξωτερικών Ηλία Τσιριµώκου. Μετά την εγκατάστασή της στην Αθήνα συνέχισε τα ταξίδια της στην Ιταλία και τη Γαλλία.

Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Παπαδόπουλου αντιµετώπισε οικονοµικά προβλήµατα, βοηθήθηκε κυρίως από φίλους όπως η Νανά Καλλιανέση, ο Αντρέας Φραγκιάς και ο Γιάννης Ρίτσος. Το 1971 µετά από νέα επιδείνωση της υγείας της και εµφάνιση προϊούσας αµνησίας και σωµατικής καχεξίας έζησε στην κλινική Λυµπέρη και τον επόµενο χρόνο µετακόµισε στην πανσιόν Maison de repos, όπου και πέθανε.

Μενέλαος Λουντέμης 

γράφει η Μαγδαληνή Γκόγκου

Σε όλες τις εποχές, όταν ο πολιτικός καταναγκασμός γίνεται αφόρητα βαρύς, η ελευθερία αναζητά καταφύγιο στο λογοτεχνικό Τύπο”, έλεγε ο Jean-Noël Jeanneney κι εμείς στη θέση του “λογοτεχνικού Τύπου” τοποθετούμε τη λογοτεχνία στην ευρύτερή της μορφή. Βρίσκουμε στα βιβλία του Μενέλαου Λουντέμη την ελευθερία που αναζητά ο άνθρωπος σε όλο το φάσμα της ζωής του, παράλληλα με μια νοσταλγία και τρυφερότητα. Με το Λουντέμη μεγάλωσαν πολλές γενιές. Βιβλία του πέρασαν από παππούδες σε γονείς και από γονείς σε παιδιά.

Η γοητεία που αποπνέουν τα μυθιστορήματά του, η συγγραφική του δεινότητα αλλά και η δυσχερής ζωή του συγγραφέα, η οποία αποτυπώνεται στα έργα του, είναι ίσως αυτά που έλκουν τον αναγνώστη. Ο Λουντέμης γεννήθηκε στο χωριό Αγία Κυριακή της Μικράς Ασίας το 1912, από εύπορη οικογένεια, η οποία όμως κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή έχασε όλα της τα υπάρχοντα.

Ο Λουντέμης με την οικογένειά του βίωσε το βίαιο επαναπατρισμό των προσφύγων της Μικράς Ασίας, όταν ήρθε από τη Γιάλοβα στην Ελλάδα για να εγκατασταθεί, έπειτα από αδιάκοπη περιπλάνηση, στο χωριό Εξαπλάτανος της Πέλλας. Η προσφυγιά και οι συνθήκες που αυτήν επιφέρει ανάγκασαν το μεγάλο συγγραφέα να δοκιμάσει διάφορα επαγγέλματα, προκειμένου να επιβιώσει.

Η “προσφυγική ζωή” δεν τελείωσε για το Λουντέμη με τον ερχομό του στο ελληνικό έδαφος. Συγγραφέας αριστερών πεποιθήσεων και ενεργό μέλος της Εθνικής Αντίστασης κατά την Κατοχή, το 1958 δικάστηκε για το βιβλίο του “Βουρκωμένες Μέρες”, με την αιτιολογία της εσχάτης προδοσίας. Εκπατρίστηκε στο Βουκουρέστι και το 1967 έχασε την ελληνική ιθαγένεια, για να την αποκτήσει ξανά το 1976 και να επιστρέψει στην Ελλάδα. Πέθανε το 1977 από καρδιακή προσβολή.

 

Σελίδες: 1 2

Σχόλια

Exit mobile version