Site icon Frapress

Ίμβρος και Τένεδος: Οι ”άγνωστες” χαμένες πατρίδες (Μέρος 1ο)

Δανείστηκα την εμφανιζόμενη εικόνα από το ομώνυμο ντοκιμαντέρ των Ειρήνη Σαρίογλου και Πάνου Αγγελόπουλου για το παρόν άρθρο που πραγματεύεται την ιστορία των δύο μικρών νησιών του Βορειοανατολικού Αιγαίου, της Ίμβρου και της Τενέδου. Δύο μέρη της μνήμης και της λήθης.

Της μνήμης λόγω των ανεξίτηλων πληγών που έχουν αφήσει όλες οι τραγικές καταστάσεις που έλαβαν χώρα στους τόπους αυτούς. Της λήθης εξ’ αιτίας της ιστορικής απάθειας που έδειξε η ελληνική πλευρά, οδηγώντας στην αλησμονιά των γεγονότων αυτών. Θεώρησα, λοιπόν, κατάλληλη την σημερινή ημέρα, την Παγκόσμια, δηλαδή, ημέρα των προσφύγων, για να εστιάσω σε αυτό το ζήτημα. Μιλώντας, δε, για πρόσφυγες, ίσως το πρώτο πράγμα που έρχεται  στο μυαλό του Έλληνα είναι οι μελανές εικόνες από τη Μικρασιατική Καταστροφή ή τη Γενοκτονία των Ποντίων. Λίγα, όμως, έχουν γραφτεί για την μοίρα των δύο αυτών μικρών νησιών, της Ίμβρου και της Τενέδου και των κατοίκων τους. Οι κάτοικοι των νησιών αυτών βίωσαν ένα χειρότερο είδος προσφυγιάς. Ήταν ξένοι μέσα στον τόπο τους, μέσα στην ίδια τους την πατρίδα. Η συστηματική δίωξή τους, τους ανάγκασε να αποξενωθούν με την βία από τα πάτρια εφάφη τους και να οδηγηθούν στην μητέρα πατρίδα Ελλάδα. Η αποδοχή τους, δυστυχώς, φάνηκε, εν τέλη, πως δεν ήταν και η πιο ευνοϊκή.

 

Η θέση των δύο νησιών στο χάρτη

ΙΣΤΟΡΙΑ

Ας κάνουμε, αρχικά, μια ιστορική αναδρομή. Η Ίμβρος και η Τένεδος, άρρηκτα συνδεδεμένα νησιά με τον ελληνικό πολιτισμό, από τα αρχαία κιόλας χρόνια, γνώρισαν σημαντική ακμή. Η Ίμβρος συγκεκριμένα, ανήκε, μαζί με τη Λήμνο, στην Αθηναϊκή Συμπολιτεία. Στην Τένεδο εγκαταστάθηκαν κάποια από τα πρώτα ελληνικά φύλα, όπως Τυρρηνοί και Πελασγοί.  Κατά τα βυζαντινά χρόνια και ύστερα, τα δύο νησιά και ιδιαιτέρως η Τένεδος λόγω της γεωπολιτικής στρατηγικής της θέσης, αποτέλεσαν πόλο έλξης μεταξύ Οθωμανών και Ενετών, οι οποίοι διεκδικούσαν την κυριαρχία τους επ’ αυτών. Το 1920, χρονιά υπογραφής της Συνθήκης των Σεβρών, τα νησιά αυτά κατοικούνταν αποκλειστικά και μόνο από Έλληνες και κατόπιν της επιτυχημένης εξωτερικής πολιτικής Βενιζέλου κατάφεραν να προσαρτιστούν στην ελληνική επικράτεια. Η Μικρασιατική Καταστροφή, όμως, ανάγκασε την ελληνική κυβέρνηση να τα επιστρέψει στο τουρκικό, πλέον, κράτος.

ΣΥΝΘΗΚΗ ΛΩΖΑΝΗΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΙΣ 

Με την Συνθήκη της Λωζάνης ορίζονταν επακριβώς οι όροι παράδοσης των νησιών. Η συνθήκη, όμως, εξαίρεσε τους Έλληνες κατοίκους των δύο νησιών από την ανταλλαγή των πληθυσμών που ακολούθησε και πρόβλεψε γι’ αυτούς εκτενή αυτονομία. Για τα δύο νησιά, είχε προβλεφθεί η θέσπιση ενός καθεστώτος ειδικής διοικητικής οργάνωσης, ένα είδος δηλαδή τοπικής αυτονομίας και αυτοδιοίκησης, με τη συμμετοχή του τοπικού πληθυσμού, ως παροχή εγγυήσεων στον γηγενή μη-μουσουλμανικό πληθυσμό, που εκείνη την εποχή εξακολουθούσε να αποτελεί την συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων. Όμως, οι προβλέψεις του άρθρου αυτού  δεν εφαρμόσθηκαν, παρά πολύ περιορισμένα τα πρώτα μόνο χρόνια. Από την δεκαετία του ’50 και του ’60, μάλιστα, όπου οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας φαίνονταν να είναι ιδιαίτερα τεταμένες, οι κάτοικοι της Ίμβρου και της Τενέδου αποδείχτηκαν  αποδιοπομπαίοι τράγοι. Μπορεί οι άνθρωποι αυτοί να μην γνώρισαν την προσφυγιά το 1922 και για μερικά χρόνια να κατάφεραν να ζήσουν στην θαλπωρή της πατρίδας τους, όμως δεν ξέφυγαν από τα πολιτικά παιχνίδια και τις παγίδες των διεθνών σχέσεων και συμφερόντων.

Βασικά σημεία της Συνθήκης της Λωζάνης

 Τον Σεπτέμβριο του 1923, αμέσως μετά την παράδοση των νησιών στην Τουρκία, το άρθρο 14 παραβιάστηκε με τον διορισμό Τούρκου διοικητή αντί κάποιου που θα προερχόταν από τον τοπικό ελληνικό πληθυσμό, όπως προβλεπόταν σαφώς στη Συνθήκη. Το 1926, ο νέος Αστικός Κώδικας της Τουρκίας ανακάλεσε όλα τα δικαιώματα των μειονοτήτων, μεταξύ αυτών και των κατοίκων της Ίμβρου και της Τενέδου, κατά παράβαση της Συνθήκης. Παραβιάζοντας το ίδιο αυτό άρθρο, ο έλεγχος της αστυνομίας, των δικαστηρίων, των τελωνείων και των λιμενικών αρχών περιήλθε στους Τούρκους. Ο επίσκοπος των νησιών και οι ηγέτες των τοπικών κοινοτήτων συνελήφθησαν και εξορίστηκαν στην Ανατολία, αφήνοντας με τον τρόπο αυτό ακέφαλο τον τοπικό πληθυσμό.Τα επόμενα έτη, η προσπάθεια εξόντωσης του ελληνικού στοιχείου ενταντικοποιήθηκε. Κατά τη δεκαετία του ’40, επιβλήθηκε φόρος ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τον οποίο το ύψος των φόρων καθοριζόταν με τρόπο αυθαίρετο και πολλαπλάσιο της συνολικής αξίας της ιδιοκτησίας των νησιωτών. Ταυτόχρονα, οι ακίνητες περιουσίες των χριστιανικών μοναστηριών, που προσέφεραν τα προς το ζην σε πλήθος οικογενειών, απαλλοτριώθηκαν και παραχωρήθηκαν σε Τούρκους και κυρίως Κούρδους που μεταφέρθηκαν εκεί από τα βάθη της ανατολής στα πλαίσια της Τουρκικής πολιτικής για την επάνδρωση του νησιού. Οι νέοι αυτοί πληθυσμοί κατεδάφισαν τις εκκλησίες και άλλα κτίρια που ανήκαν στα μοναστήρια. 

ΠΕΡΙΟΔΟΣ 1955-1974 

Τα γεγονότα στην Κων/πολη, τα «Σεπτεμβριανά», αποτέλεσαν την μεγαλύτερη αφορμή για ακόμα σκληρότερη δίωξη των Ελλήνων με σκοπό  να ξεριζώσουν τον ελληνισμό από την Τουρκία γενικότερα. Τα γεγονότα του 1955, άλλωστε, συνδέονται με την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα των Κυπρίων, στα οποία η Τουρκία έδρασε με άμεσο τρόπο, προειδοποιώντας για το τι έμελλε να ακολουθήσει. 

Το 1964,  λοιπόν, όπου πάλι υπάρχει όξυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων λόγω της κρίσης στο Κυπριακό, τα μέτρα της τουρκικής διοίκησης στην Ίμβρο και στην Τένεδο λαμβάνουν πιο οργανωμένη μορφή.Μάλιστα, το 1964, οι τουρκικές αρχές απαγόρευσαν την μειονοτική εκπαίδευση, δηλαδή την διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, κατέσχεσαν τα σχολικά κτίρια της τοπικής κοινότητας, δάσκαλοι απολύθηκαν και δεν τους επετράπη η ανάληψη θέσης ούτε στα σχολεία των μειονοτήτων στην Κωνσταντινούπολη. Η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, μάλιστα, απαγορεύτηκε ακόμη και κατ’ οίκον και τα παιδιά των Ελλήνων υποχρεώθηκαν να διδάσκονται μόνο την τουρκική, με αποτέλεσμα ο κύριος όγκος των μαθητών να μεταναστεύσει στην Κωνσταντινούπολη και την Ελλάδα. Το 1964, επιπλέον, το τουρκικό κοινοβούλιο ψήφισε τον νόμο 6830 «περί απαλλοτριώσεων». Με το καιρό, απαλλοτριώθηκε σχεδόν όλο το συνόλο των γόνιμων εκτάσεων, οι οποίες άνηκαν σε Έλληνες, με πενιχρό, βέβαια, οικονομικό αντάλλαγμα. Επιπλέον, βοσκότοποι που παραδοσιακά χρησιμοποιούνταν για τη βοσκή των προβάτων χαρακτηρίστηκαν ως «δασικές περιοχές» ή ως «αναδασωτέες» καθιστώντας αδύνατη την καλλιέργεια και την κτηνοτροφία, σε συνάρτηση και με την στέρηση άρδευσης. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, στην Ίμβρο δημιουργήθηκαν «ανοιχτές αγροτικές φυλακές», όπου μεταφέρθηκαν μερικοί από τους πιο επικίνδυνους κατάδικους από φυλακές άλλων περιοχών της χώρας, οι οποίοι κυκλοφορούσαν ελεύθεροι τρομοκρατώντας και βλάπτοντας τους κατοίκους, αλλά και μεταφέρθηκαν στρατιωτικά τάγματα με σκοπό να εντείνουν τον φόβο των νησιωτών. 

Ορόσημο στην ανθελληνική πολιτική της Τουρκίας εναντίον των δύο νησιών αποτελεί το έτος 1974, με την εισβολή και κατάληψη της βόρειας Κύπρου. Από το 1974 και μετά η φυγή των Ελλήνων της Ίμβρου και της Τενέδου, πλέον, γίνεται μαζική, ώστε στο τέλος της δεκαετίας να έχουν μείνει ελάχιστοι Έλληνες. Οι περισσότεροι εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα και οι υπόλοιποι έγιναν μετανάστες στην Αυστραλία ή στην Αμερική. Σήμερα, οι μόνιμοι Έλληνες κάτοικοι είναι μια δεκάδα.

Το κάστρο της Τενέδου με την τουρκική σημαία

ΝΟΜΙΚΗ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Σ’ αυτές τις ενέργειες  η Ελλάδα έδειξε παθητική στάση, αδιαφορώντας για τα συμφέροντα των ομογενών Ελλήνων. Η χουντική κυβέρνηση, συγκεκριμένα, κατά την διακυβέρνηση της οποίας εκτυλίχθηκαν τα δραμματικότερα γεγονότα σχετικά με την δίωξη του ελληνισμού στα δύο νησιά, είχε δηλώσει πως «δεν θα χαλάσει τις σχέσεις της με την Τουρκία για μια χούφτα ψαράδες» . Παρ΄όλα αυτά, η Ελλάδα κατέφυγε στο ΝΑΤΟ και στην UNESCO, όμως οι ενέργειες αυτές ήταν ατελέσφορες. Οι διεθνείς θεσμοί συνέβαλαν δίνοντας απλά και μόνο οδηγίες και συστάσεις στις τουρκικές κυβερνήσεις, που ποτέ όμως δεν υλοποιήθηκαν. Το ελληνικό Πατριαρχείο, στην κεφαλή του οποίο βρίσκονταν Πατριάρχης Βαρθολομαίος, γεννημένος στην Ίμβρο, φαίνεται πως δεν έδρασε ούτε εκείνο σχετικά με το ζήτημα υπεράσπισής των ομογενών.


 Έπρεπε να φτάσουμε στο 2004, όπου η Eυρωπαϊκή Eπιτροπή, έπειτα από πρωτοβουλία των ιμβριακών σωματείων, ζητάει από την Tουρκία να λάβει μέτρα για την αποκατάσταση των δικαιωμάτων των νησιωτών, δίνοντας διεθνή και νομική υπόσταση στο ζήτημα. Το 2012 ενεκρίθη το αίτημα αδειοδότησης ελληνικού μειονοτικού σχολείου στην Ίμβρο και πρόκειται για ιστορική εξέλιξη καθώς μετά από 47 χρόνια επετράπη η λειτουργία ελληνικού σχολείου στην Ίμβρο. Τον Σεπτέμβριο 2013 άνοιξε ξανά ελληνικό δημοτικό σχολείο και σήμερα λειτουργεί με 4 μαθητές. Σήμερα, οι Έλληνες κάτοικοι στην Ίμβρο είναι περίπου 200 και ακίνητη περιουσία στο νησί έχουν συνολικά 27 άτομα χωρίς να είναι μόνιμοι κάτοικοι, ενώ στην Τένεδο οι μόνιμοι κάτοικοι δεν ξεπερνούν τους 20. Όλα τα Ελληνικά χωριά στην Ίμβρο έχουν χαρακτηριστεί ως διατηρητέα. Σημαντικό είναι, τέλος, πως οι Ίμβριοι και οι Τενεδιοί που δεν έχουν την τουρκική υπηκοότητα δεν μπορούν να κληρονομήσουν περιουσία, μεταβιβάζοντας την περιουσία αυτή στο τουρκικό δημόσιο. Ως ανάμνηση στις χαμένες πατρίδες τους, έχουν δημιουργηθεί τα χωριά Νέα Ίμβρος και Νέα Τένεδος στην περιοχή της Χαλκιδικής. Πως μπορεί, όμως, να γιατρευτεί το κενό της απώλειας της πατρίδας σου και ο πόνος της προσφυγιάς;

Στο δεύτερο μέρος, ακολουθεί συνέντευξη από άτομο που γεννήθηκε και μεγάλωσε στα μέρη αυτά. Μοιράζεται μαζί μας τα βιώματά του, τις εμπειρίες του αλλά και τις αναμνήσεις του. Συντονιστείτε στο frapress.gr για νεώτερα!

Πηγές: ΥΠ.ΕΞ., Σύλλογος Ιμβρίων και Τενεδιών

Σχόλια

Exit mobile version