Site icon Frapress

Μιλάς, μα η φωνή σου δεν ακούγεται

Ποιος αποφασίζει για εμάς εν τέλει; Ίσως αμα σηκωθούμε από το επαναπαυτικό κάθισμα και βγάλουμε επιτέλους φωνή, να το διαπιστώσουμε έμπρακτα.

Πιστεύω ότι το πρόβλημα είναι ότι δε μιλάμε

Ναι αναντίρρητα είναι ότι δε μιλάμε… Παραπονιόμαστε για τις ανεπαρκείς συνθήκες, την καταπάτηση ή παραμέληση των δικαιωμάτων μας, τις ασφυκτικές για εμάς αλλαγές, τα όσα αποφασίζουν για εμάς χωρίς εμάς.

‘’Χωρίς εμάς’’; Κατά πόσο σίγουροι είμαστε ότι σε όλα αυτά που γίνονται δεν ακούγεται η φωνή μας;

Όχι πολύ… Ίσως γιατί δεν έχουμε…

Στον πολιτικό τομέα, στον διοικητικό τομέα είμαστε έλλογα όντα στο γραφείο της δουλειάς μας και σ’ένα ανώτερο κατ’επίφασιν δωμάτιο  ξαφνικά μετατρεπόμαστε σε αμείληκτα ομόφωνα στρατιωτάκια

Μερικές φορές ,ότι παρουσιάζεται στην οθόνη, ως δημοσιοποιημένο και έγκυρα συμφωνημένο αντί να μας ωθεί να εκφράσουμε άποψη, μας ωθεί να σκύψουμε μια σκάλα περισσότερο το κεφάλι και να συμβιβαστούμε ακολουθώντας τα συμφωνημένα ενώ η αδικία που μας κεντρίζει, φτάνει να ηχεί μόνο στα αυτιά του κύκλου μας ή τους συμπάσχοντος-συμπολίτη μας.

Σε χωριό στη Κρήτη, ήταν ξακουστός ο πατέρας που κακοποιούσε την οικογένεια του και οι φήμες είχαν εξαπλωθεί σε όλη την περιφέρεια. Ωστόσο όταν κάποιος αρμόδιος προέβη να αναλάβει την υπόθεση κανείς δε μίλησε. Κανείς δεν έδωσε κατάθεση ή έστω κάποιο στοιχείο.

Στις καταγγελίες για την κακοποίηση ανηλίκου, πρέπει η κατάσταση να έχει φθάσει σε απελπιστικό σημείο για να φθάσει ο γείτονας να δηλώσει το συμβάν και να λάβει τα μέτρα του ο αρμόδιος φορέας.

Γιατί όμως σιωπούμε εκεί που η εσωτερική μας φωνή αναβοά πιο υψηλόφωνα από ποτέ;

Δύο είναι οι κοινωνικοί παράγοντες που οδηγούν σε αυτή την πανθολογούμενη ανθρώπινη ‘παθητική συμπεριφορά’.

Πρώτον, η λεγόμενη κοινωνική κατακραυγή.

Αναλυτικότερα, η κοινωνία ανέκαθεν ασκούσε τρανταχτή πίεση στο άτομο και ουκ ολίγες φορές οδηγούσε σε ενδοτικότητα, μια δηλαδή επιφανειακή, δημόσια, παροδική αλλαγή στην συμπεριφορά ή στις εκφραζόμενες στάσεις, ως απόκριση σε καταναγκασμό ή ομαδική πίεση, ενώ στην πραγματικότητα το ίδιο το άτομο δεν πείθεται καθόλου.

Το φαινόμενο αυτό λαμβάνει τόπο γιατί υφίσταται μια αέναη τύπου αγχογένεση σχετικά με το “τι θα πουν οι άλλοι” ή αλλιώς πως θα φανούμε μη παρεκκλίνοντες από εκείνο που η κοινωνία όρισε ως φυσιολογικό άτομο.

Το ερώτημα όμως είναι ότι πέρα από τις προσωπικές και άμεσες υποθέσεις μας, κατά πόσο λειτουργούμε με το εγώ και τα θέλω μας και σε ποιο σημείο οι νόρμες της κοινωνίας μπαίνουν εμπόδιο σ’ αυτό το έργο;

Στην ταινία “Experiment” περιγράφεται το πείραμα του Στάνφορντ όπου φοιτητές καλούνται να λάβουν ρόλους, φυλάκων και κρατουμένων σε μια υποτιθέμενη φυλακή. Το πείραμα σχεδιάστηκε να διαρκέσει 2 εβδομάδες αλλά σταμάτησε στις 6 ημέρες γιατί η ταύτιση των ατόμων με τους κοινωνικούς ρόλους που τους είχαν δοθεί, είχε αυτό- και αλληλο-καταστρεπτικά αποτελέσματα. Ισάξια άτομα συμμετείχαν σε ένα παιχνίδι και οι φύλακες επέδειξαν σαδιστική και βίαιη συμπεριφορά στους ‘’κρατούμενους’’ οι οποίοι στο πλαίσιο του ρόλου τους, ασυναίσθητα ανέπτυξαν μια συμπεριφορά παθητική, ενώ όποιος επιχειρούσε να επαναστατήσει δεν θεωρούταν ήρωας αλλά προβληματικός.

Η μακροσκελής αυτή παρένθεση και σύνοψη του εν λόγω πειράματος, μας δείχνει ότι ίσως ένας από τους λόγους που συμπεριφερόμαστε κατά αυτόν τον τρόπο και υπακούμε, είναι ότι διαδραματίζουμε κοινωνικούς ρόλους οι οποίοι γίνονται ένα με την προσωπικότητα μας και όταν πρόκειται να αντιτεθούμε σε κάτι ανώτερο ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ από εμάς, επαναπαυόμαστε στην παγίδα του “είμαι απλά ένας μέσος μικροαστός που η γνώμη μου μετράει όσο ένας κόκκος άμμου σε μια ατέρμονη παραλία”, οπότε μόνος μου τι θα μπορούσα να κάνω πέρα απ’το να μου καρφιτσώσω ένα κοινωνικό στίγμα;

Εάν όμως ο καθένας που συλλογιζόταν την παραπάνω περίοδο, έβγαζε τις παρωπίδες και ενωνόταν με τον διπλανό του θα είχαμε σχηματίσει μια αξιοπρεπή αλυσίδα που θα διαδραμάτιζε έναν διαφορετικό ρόλο, πιο ρισκοφόρο.

Και κάπως έτσι έρχεται ο δεύτερος παράγοντας τον οποίο θα παραθέσουμε πιο περιφραστικά.

Γιατί υπακούμε στις εντολές, στους νόμους και στις σκευωρίες ακόμη κι αν γνωρίζουμε ότι πρόκειται να μας ζημιώσουν σε κάποιον/ους τομείς;

Σύμφωνα με την Νομιμότητα της Αρχής, όταν η κυβέρνηση δίνει εντολές στους ανθρώπους, ένα μεγάλο ποσοστό υπακούει πάντα στην βαρβαρότητα αρκεί η κυβέρνηση να θεωρεί ότι είναι νομιμοποιημένη. Με άλλα λόγια, ο ψυχολογικός όρος “Ισχύς της νομιμοποίησης” αναφέρεται στο ότι ο μέσος πολίτης (στην προκειμένη άτομο-στόχος) υπακούει στο νόμο παρά την προσωπική του κρίση ακόμη και μακροπρόθεσμα, καθώς έχει την ασφάλεια ότι το άτομο που ασκεί την επιρροή (νομοθέτης) έχει εξουσιοδοτηθεί από μια δομή ισχύος αναγνωρισμένη να διατάζει και να λαμβάνει αποφάσεις.

Ο Βέμπερ μίλησε για τις μορφές εξουσίας και στην (3η) κυριαρχία του νόμου, είπε συγκεκριμένα  πως oι άνθρωποι υπακούουν σε αυτή τη μορφή κυριαρχίας επειδή δημιουργείται η αίσθηση ότι είναι για το καλό τους και για το καλό της κοινωνίας.

Επομένως, το γεγονός ότι είμαστε παθητικά κοινωνικά ανθρωπάρια που ακολουθούν ένα άδικο και ψυχοφθόρο σύστημα δεν είναι καθαρά δικό μας φταίξιμο ως ξεχωριστές οντότητες, αλλά ανάγεται στη σφαίρα της κοινωνίας και στην διπλωματία που αυτή ακολουθεί.

Όμως προσωπικά θεωρώ ότι αυτό δεν αποτελεί παρά ένα αρκετά επαναπαυτικό κάθισμα στο να αποποιούμαστε τις ευθύνες μας αλλά επι της ουσίας ποιοι συγκροτούν την κοινωνία που ζούμε και ποιοι δρουν μέσα σ ‘αυτή και γι’αυτήν;

Πώς θέλουμε να είμαστε ψυχικά υγιείς όταν ψάχνουμε περιβαλλοντικοκοινωνικές αιτίες με αντίκτυπο επάνω μας ενώ επι της ουσίας σιωπούμε όχι μόνο ξεσπούμε σε ότι είμαστε αντίθετοι αλλά το ακολουθούμε κατά γράμμα ξεσπώντας μόνο μέσα μας;

Ποιος αποφασίζει για εμάς εν τέλει; Και ως άτομα και ως κοινωνικά μέλη;

Ίσως αμα σηκωθούμε από το επαναπαυτικό κάθισμα όπως προαναφέραμε και βγάλουμε επιτέλους φωνή, να το διαπιστώσουμε έμπρακτα.

 

(“Κανείς δεν έγινε αθλητής απόφεύγοντας το τρέξιμο. Απλά αγνοούσε τον πόνο”).

Σχόλια

Exit mobile version