Site icon Frapress

Τι θα σου έλεγε ο 10χρονος εαυτός σου αν σε γνώριζε σήμερα; (Μέρος 2ο)

Αντώνης Μαντζαβίνος

Για αρχή να σας βάλω λίγο στο σκηνικό. Ο μεγάλος Αντώνης ψάχνει τον μικρό, οπότε το τώρα πάει και βρίσκει το χθες, όχι το αντίθετο. Οι δύο μας χαρακτήρες είναι ο Αστυνόμος Μπέκας και ο Μάντζας. Στα 10 μου θυμάμαι πολύ έντονα αυτό το προσωνύμιο που μου το είχε αποδώσει η μανούλα. Το Μάντζας προέκυψε αργότερα και ακόμα και σήμερα έτσι με φωνάζουν κάποιοι φίλου μου. Κάποιοι άλλοι βέβαια, ακόμα με φωνάζουν Αντωνάκη, αλλά αυτό θα δημιουργούσε οξύμωρο σχήμα!

Ξέρω λοιπόν ότι όταν ήμουν στα 10 μου άρεσε να περπατάω μόνος μου από το σπίτι στο φροντιστήριο, από το σπίτι στο σχολείο. Ήταν ένα δικαίωμα που είχα κερδίσει με πολύ κόπο.

Και κάπως έτσι με βρίσκω μία Τρίτη απόγευμα να περπατάω στην Πατησίων και να πηγαίνω στο φροντιστήριο για να μάθω Αγγλικά.

Έρχομαι από την αντίθετη κατεύθυνση και το story goes κάπως έτσι:

Μάντζας: Συγγνώμη να συστηθώ;

Αστυνόμος Μπέκας: Η μαμά έχει πει να μη μιλάμε με αγνώστους.

Μάντζας: Κοίτα καλύτερα πιτσιρικά! Μάλλον δεν είμαστε και τόσο άγνωστοι. Δε νομίζεις;

Αντυνόμος Μπέκας: μμμμ, γιατί μου μοιάζετε κύριε;

Μάντζας: Κόψε τα κύριε!

Αντυνόμος Μπέκας: Μάλιστα.

Μάντζας: Λοιπόν κατάλαβες ποιος είμαι;

Αντυνόμος Μπέκας: Κάποιος συγγενής μάλλον.

Μάντζας: Λοιπόν επειδή ξέρω ότι απέχουμε 598 βήματα από το φροντιστήριο θα στα πω γρήγορα. Είμαι εσύ σε 15 χρόνια. Κατάλαβες;

Αντυνόμος Μπέκας: Ωχ αλήθεια λες. Αλήθεια. Μα πως…;

Μάντζας: Αυτό έχεις να πεις;

Αντυνόμος Μπέκας: Όχι όχι θέλω να σε ρωτήσω. Τι θα γίνω όταν μεγαλώσω;

Μάντζας: Α καλά αυτό δεν το ξέρω ούτε εγώ. Αλλά μπορώ να σου πω αυτό: Θέλω, εεε δηλαδή θέλεις να γίνεις μεγαλοστέλεχος σε μεγάλη πολυεθνική. Και κάνεις πολλά πράγματα για να πετύχεις το στόχο σου. Ακολουθείς ένα πολύ ενδιαφέρον δρόμο και μαθαίνεις και πολύ όμορφα πράγματα στο Πανεπιστήμιο που σε ενθουσιάζουν καθημερινά. Αλλά να, ξέρεις για σένα αυτό: αν είχες διαλέξει να σπουδάσεις κάτι άλλο, αυτό θα ήταν να γίνεις Χημικός και το σημαντικότερο…

Αντυνόμος Μπέκας: Τι τι;

Μάντζας: Γενικά δε λένε τι. Λένε ορίστε. Το λέει και η μαμά συνέχεια. Και συνεχίζω. Το σημαντικότερο είναι ότι αν δεν είχες περάσει σε κάποια σχολή, θα γινόσουν πυροσβέστης.

Αντυνόμος Μπέκας: Πω πω. Θέλω πολύ πυροσβέστης. Με πάει και ο μπαμπάς στα πυροσβεστικά αεροπλάνα και βλέπω τους ιπτάμενους πυροσβέστες.

Μάντζας: Χα χα, πιλότοι είναι ρε. Ακόμα να το μάθεις. Κανονικά θα έπρεπε να κοροιδέψω αλλά δεν μου πάει, να ξέρεις! Είσαι εγώ.

Αντυνόμος Μπέκας: Έχω και άλλη μία ερώτηση. Μπορώ να σας, εεεε να σε ρωτήσω;

Μάντζας: Ναι πες γρήγορα, μετά τη στροφή φτάνεις.

Αντυνόμος Μπέκας: Τελικά έχει μάθει κανείς για το κουταλάκι στη συνέλευση;

Μάντζας: Χα χα. Κανείς.

Αντυνόμος Μπέκας: Φιου. Το έχω άγχος κάθε μέρα που περνάει. Και κάτι άλλο:ακόμα συνεχίζεις να περπατάς και να μιλάς στο δρόμο;

Μάντζας: Ναι και πιο πολύ από τότε. Κάνω πως μιλάω στο κινητό μου και φτιάχνω τους τελειότερους φανταστικούς διαλόγους. Και αν δε ξέρεις τι είναι το κινητό σε αυτό που είπα, θα έχεις και εσύ κινητό σε λίγα χρόνια να ξέρεις!

Αντυνόμος Μπέκας: Έλα μωρέ. Έχω τόσες ερωτήσεις που να τώρα φτάσαμε και δε θα μπορέσω να τις κάνω.

Μάντζας: Χάρηκα πιτσιρικά!

Μαρία Τσαουσίδου

Αν με συναντούσε εκείνο το κοριτσάκι των δέκα χρονών, σίγουρα θα με κοιτούσε όλο δυσπιστία. «Γιατί έκοψες τα μαλλιά σου;» θα με ρωτούσε. Δεν θα της πολυγέμιζα το μάτι, αλλιώς με περίμενε. Με είχε ονειρευτεί διαφορετική, πιο ιδιαίτερη. Δεν θα μου έλεγε πως την απογοήτευσα, αλλά θα μπορούσα να το διαβάσω στα μάτια της. Θα μου έλεγε διάφορα, από αυτά που λένε τα παιδιά όταν δεν ακούν οι μεγάλοι, αλλά αυτό που θα κρατούσε ο εικοσάχρονος πια εαυτός μου από το δεκάχρονο κοριτσάκι θα ήταν μία μόνο συμβουλή: «να μην φοβάσαι». Να μην φοβάσαι, με το ίδιο πάθος που διεκδικούσες το δίκιο σου στα παιχνίδια που παίζαμε παλιά, έτσι και τώρα να διεκδικείς τη ζωή σου. Να μην ξεχνάς εκείνους τους ανθρώπους γύρω σου που βουβά ζητούν λίγο από τον χρόνο σου, ποτέ δεν τον απαιτούν και χαίρονται σαν μικρά παιδιά όταν τους τον προσφέρεις. Και τέλος, να μην μετανιώσεις για τις επιλογές σου. Κάποιες θα είναι λάθος αλλά να έχεις το θάρρος να τις αγαπήσεις μαζί με τις σωστές. Θα κουβεντιάσουμε για διάφορα θέματα, από μικρή δεν ήμουν καλή με τις συμβουλές, οπότε για να μην νιώθουμε αμηχανία θα μιλήσουμε για άλλα ασήμαντα πράγματα. Στο τέλος μόνο μια ερώτηση θα θελήσω να κάνω στον δεκάχρονο εαυτό μου «σε απογοητεύω;». Θα μείνει σκεπτική και μετά από λίγο θα μου απαντήσει με ένα αμυδρό χαμόγελο «όχι…μονάχα να μακρύνεις τα μαλλιά σου.»

Σάββας Χρυσικόπουλος

Ήταν Δεκέμβρης βράδυ. Βούρτσιζα τα δόντια μου και κοιτούσα τον καθρέφτη. Όσο χάζευα το είδωλό μου κάνοντας τη γνωστή βραδινή ιεροτελεστία, τόσο περισσότερο θόλωνε η εικόνα μου. “Υδρατμοί; Αποκλείεται… το τζακούζι είναι κλειστό” σκέφτηκα. Ξαφνικά, το κεφάλι και το σώμα μου άρχισαν να μικραίνουν. Τα μαλλιά μου ξάνθυναν. Κόντυνα. Το φόντο άλλαξε και η ταπετσαρία του τοίχου πήρε το ξεφτισμένο μπεζ χρώμα του παλιού μας σπιτιού. Απέναντί μου, μέσα στον καθρέφτη, είχα τον δεκάχρονο Σαββούλη. Ο χωροχρόνος είχε διαστρεβλωθεί, ίσως κάποιος μικρός θεούλης στην τέταρτη διάσταση έκανε το θαύμα του, ώστε να μπορέσω επιτέλους να μιλήσω με τον παλιό μου εαυτό.

Σκουπίστηκα στη λαχανί πετσέτα. Κοίταξα πάλι τον καθρέπτη και ο μικρός Σάββας ήταν ακόμα εκεί. Με κοιτούσε σοκαρισμένος πίσω από τα στρογγυλά γυαλάκια του.

Σ: «Γεια» έκανα διστακτικά. «Ναι, είμαι αυτός που σκέφτεσαι. Είμαι εσύ».

σ: «…Ουάου! Τελικά έβγαλες τα γυαλιά και άφησες μουσάκι!». Ξαφνικά ο μικρός έμοιαζε ενθουσιασμένος.

Σ: «Ναι, άφησα μουσάκι… Γιατί ρε φίλε έχεις αυτή την εμμονή; Δεν το καταλαβαίνω. Οι τρίχες στη μούρη πάντως δε σε κάνουνε μαγκάκι».

σ: «Και πάλι, φαίνεται τέλειο! Για πες, τι άλλο έχεις κάνει απ’ όσα ονειρεύομαι;».

Σ: «Εεε…». Δάγκωσα το χείλος μου. «Αρκετούτσικα πράγματα νομίζω».

σ: «Ωχ, κατάλαβα» έκανε ο μικρός και το χαμόγελό του πάγωσε. «Τουλάχιστον περιποιήσου καλύτερα το μούσι σου».

Σ: «Για δες θράσος το μικρό! Σε θυμόμουν πιο ευχάριστο παιδί να ξέρεις».

σ: «Κι εγώ σε περίμενα λιγότερο δυσάρεστο».

Σ: «Μάλιστα. Προσπερνώ τα κακεντρεχή σου σχόλια, γιατί πρέπει να μάθω κάτι που με καίει χρόνια τώρα… Γιατί ρε αγόρι μου σε όλες τις φωτογραφίες κρατάς το πουλί σου!;».

σ: «Μην αλλάζεις θέμα… Λοιπόν, θα ρωτάμε ο ένας τον άλλον μία εγώ και μία εσύ».

Σ: «Εσύ αλλάζεις θέμα! Δεν πρόκειται να μάθεις τίποτα αν δε μου εξηγήσεις ΤΩΡΑ γιατί σε όλες τις φωτογραφίες κρατάς το παντελόνι σου σαν νάνος wannabe ράπερ!».

σ: «Με τρώνε και τα ξύνω, τι θες;» είπε ο μικρός και σούφρωσε τα χείλη του.

Σ: «Θέλω να τα ξύσεις όταν δε σε σημαδεύει ο φωτογραφικός φακός της Pentax του μπαμπά!».

σ: «Πω – πω, σαν κοριτσάκι κάνεις! Έτσι γκρινιάρης θα παραμείνω δηλαδή;». Μία αναπάντεχη σκέψη έκανε τον μικρό Σαββούλη να γουρλώσει τα μάτια. «Δεν πιστεύω να πέταξες τα Playmobil μου;».

Σ: «Όχι βέβαια, τα έχω όλα στο υπόγειο. Το καλό είναι ότι όλη αυτή η φαντασία που έχεις απέδωσε καρπούς, όλες εκείνες οι ιστορίες με τα πλαστικά ανθρωπάκια δε χάθηκαν στο πουθενά… Τώρα γράφω διηγήματα και μυθιστορήματα, συνθέτω μουσική, φτιάχνω διάφορα βίντεο, φαντάζομαι ότι μιλάω με τον δεκάχρονο εαυτό μου… Τέτοια πράγματα!».

σ: «Να τα μας! Αυτά είναι τα καλά!» είπε ο μικρός και το χαμόγελο φώτισε ξανά το πρόσωπό του. «Για πες, για πες… Σε ξέρει κόσμος και κοσμάκης δηλαδή;».

Σ: «Ε, ξέρεις… Αρκετοί…»

σ: «Ωχ…» έκανε ο Σαββούλης και σταύρωσε τα χέρια μπροστά από το στήθος.

Σ: «Φίλοι, συγγενείς, διάφοροι διαβάζουν τα γραπτά μου… Λαμβάνω μέρος σε διαγωνισμούς… Α ναι, γράφω και σε μία ιστοσελίδα!».

σ: «Τι σημαίνει “ιστοσελίδα”;».

Σ: «Σωστό κι αυτό. Σκέψου ότι είναι κάτι σαν ψηφιακό περιοδικό στο ίντερνετ. Ο φίλος σου ο Θάνος την έφτιαξε!».

σ: «Ο Θάνος ο ψηλός; Δηλαδή ακόμα κι εκεί με μέσο μπήκες;».

Σ: «Διακρίνω ειρωνεία στη φωνή σου ή μου φαίνεται; Λοιπόν, ξέρεις κάτι μικρέ; Είσαι πολύ νέος για να καταλάβεις ότι αυτά που δημιουργείς δεν αποκτούν αξία μέσω της δημοτικότητας. Η αξία τους κρύβεται στην ίδια τη διαδικασία της δημιουργίας».

σ: «Δεν καταλαβαίνω γρι απ’ όσα λες. Θεέ μου, ΚΑΙ δε θα διαβάζει κανείς τα όσα γράφω ΚΑΙ θα γράφω απαίσια!».

Σ: «Μπορεί» είπα και χαμογέλασα. «Θα γίνεις όμως δάσκαλος φίλε μου».

σ: «Ααα… Πάλι πας να το σώσεις, μπαγάσα! Δεν έγινα ηθοποιός, μα τουλάχιστον έγινα δάσκαλος».

Σ: «Ακριβώς!».

σ: «Δάσκαλος σε δημοτικό;»

Σ: «Ναι, αλλά δε δουλεύω ακόμα πουθενά. Περιμένω να διοριστώ».

σ: «Δηλαδή τώρα τελείωσες τη σχολή σου; Λίγο μεγάλος δείχνεις…».

Σ: «Όχι, την έχω τελειώσει εδώ και τρία χρόνια…».

σ: «Και ακόμα δε δουλεύεις; Πάω στο δωμάτιό μου, άστο, τα λέμε άλλη φορά».

Σ: Μη! Περίμενε! Πρέπει να σου πω και κάτι τελευταίο…».

σ: «Τι;».

Σ: «Θα αποκτήσεις μία όμορφη, σταθερή σχέση».

σ: «Να τα μας…» έκανε ο Σαββούλης και κοκκίνισε. «Την έφτιαξες πάλι την ατμόσφαιρα! Δηλαδή θα παντρευτώ αυτήν που σκέφτομαι;».

Σ: «Δεν ξέρω καν για ποια λες. Τον έρωτά μου τον λένε Μήτσο».

Ο μικρός έκανε δύο βήματα προς τα πίσω. Το αίμα χάθηκε από τα μάγουλά του.

Σ: «Χαχα! Πλάκα σου κάνω κουτορνίθι! Χαλάρωσε. Δεν πρόκειται να σου πω το όνομά της!».

σ: «Ουφ… Και γιατί όχι, παρακαλώ;».

Σ: «Γιατί αν είσαι αληθινός και ζεις σε ένα παράλληλο σύμπαν, κάθε φορά που θα συναντάς μία κοπέλα με ίδιο όνομα θα αναρωτιέσαι αν είναι αυτή. Και στο τέλος μπορεί να μην καταλήξεις μαζί της. Κι αυτό δεν το θέλω… Και ούτε εσύ το θες».

Ο μικρός έγειρε το κεφάλι στο πλάι.

σ: «Παράξενος είσαι. Μιλάς σαν… σα να είσαι άλλος άνθρωπος».

Σ: «Μα είμαι…».

Η εικόνα έσβησε πιο γρήγορα από ότι είχε εμφανιστεί. Είδα εμένα ξανά, μεγάλο, να φοράω τις μπλε πιτζάμες μου. Ο Γκούφι και ο Μίκυ κάνανε σκι σε διάφορες πόζες πάνω στα μανίκια μου. Ίσως να ήμουν κάπως σκληρός με εκείνο το παιδάκι.

Αλλά πάλι, ο τότε εαυτός μου ποτέ δε θα ήταν τόσο επικριτικός και καυστικός. Ίσως λοιπόν να μιλούσα απλώς με τον καθρέφτη…

Πετρινούλα Διονυσίου

Μια μικρή εισαγωγή: γενικά θεωρώ πως οι άνθρωποι που σου αποκαλύπτουν τον εαυτό και τη ζωή τους με κάθε αφορμή είναι attention whores και ως επί το πλείστον ανάξιοι λόγου. Αφού όμως αποφάσισα να συμμετάσχω σ’ αυτό το άρθρο, θα πραγματευτώ την πάρτη μου όσο πιο ανάλαφρα μπορώ. Φανταστείτε τον ακόλουθο διάλογο ως το bitchfight (ελληνιστί ξεμπ**ρδέλιασμα) που θα έκανα με την υποθετική αδερφή μου.

10: Πετρινούλα;

19: Τι θες;

10: Πού πήγαν τα φρύδια μου;

19: Άλλη ερώτηση.

10: Είσαι ακόμα χοντρή;

19: Δεν ξέρω, είσαι ακόμα σπαστικιά;

10: Απ’ ό,τι φαίνεται ναι.

19: … ναι ισχύει.

10: Έχεις πολλούς φίλους τώρα;

19: Όχι. Έχω περίπου όσους κι εσύ, απλά τώρα είναι καλοί φίλοι.

10: Πάλι καλά. Το αγαπημένο μας φαγητό είναι το ίδιο;

19: Ναι. Και η αγαπημένη μας ταινία, και το αγαπημένο μας παιχνίδι.

10: Δηλαδή τι έχεις εσύ καλύτερο από μένα;

19: Πρώτα απ’ όλα μίλα πιο ευγενικά στους μεγαλύτερούς σου, και δεύτερον έχω πολλά καλύτερα από σένα. Μπορώ να βγαίνω όσο θέλω όποτε θέλω, σπουδάζω κάτι που μου αρέσει και πηγαίνω πολύ σινεμά.

10: Τα μαλλιά σου γιατί είναι σγουρά;

19: Δεν έχω ιδέα, έτσι γίνανε.

10: Είναι χάλια.

19: Το ξέρω.

10: Με αυτόν που αγαπάω τι έγινε τελικά;

19: Σε 2-3 χρόνια θα καταλάβεις ότι το «αγαπάω» είναι πιο βαριά λέξη… Δεν αγαπάς αυτόν που νομίζεις ότι αγαπάς, μικρή. Απλά σου αρέσει. Όταν αγαπάς κάποιον, θα το καταλάβεις.

10: Πολλά λες, δε σε μπορώ. Σε βαριέμαι.

19: Και γω σε βαριέμαι γιατί είσαι χαζή και δεν κάθεσαι να ακούσεις τίποτα ενδιαφέρον.

10: Πάω να διαβάσω το καινούργιο μου βιβλίο.

19: Πάω να παίξω στο laptop.

10: Μη σώσεις.

19: Σκάσε.

Ο Πολέμαρχος

Τι θα μου έλεγε ο 10χρονος εαυτός μου αν θα με γνώριζε σήμερα ε; Βασικά για να με γνώριζε θα έπρεπε να με συναντούσε πρώτα, όμως για καλή μου τύχη η μάνα μου δεν τον αφήνει ούτε για ένα λεπτό από τα μάτια της! Πάλι καλά… Παρόλα αυτά πιστεύω πως η κουφάλα έχει βρει τρόπο να με επισκέπτεται στον ύπνο μου και να μου περνάει υποσυνείδητα μηνύματα. Πάντως αν, λέμε τώρα ΑΝ μου δινόταν η ευκαιρία να τα πούμε με το 10χρονο εαυτό μου, το σκηνικό θα ήταν κάπως έτσι:

4:00 το βράδυ. Κοιμάμαι! Ξαφνικά μια λάμψη ξεπετάγεται από την πόρτα του δωματίου…
Π: Ρε μάνα κλείσε τα φώτα…
π: Δεν είμαι η μαμά ανόητε.
Π: Εντάξει μπαμπά, κλείσε τα φώτα.
π: Ούτε ο μπαμπάς είμαι. O μπαμπάς ροχαλίζει μέσα.
Π: Άκου φίλε, δεν με νοιάζει ποιος είσαι και τι κάνεις εδώ πέρα… απλά κλείσε τα φώτα και μην κάνεις φασαρία.
π: 1ον δεν κάνω φασαρία και 2ον βάλε τα πόδια σου μέσα από την κουβέρτα ηλίθιε, δεν κρυώνεις;
Π: Ποιός είσαι ρε;
π: O 10χρονος εαυτός σου.
Π: Και τι θες τέτοια ώρα εδώ ρε καραγκιόζη; Τράβα κοιμήσου!
π: Ήρθα να δω τι παίζει στο μέλλον…αφού εσύ δεν έρχεσαι και ξεχνάς το παρελθόν σου.
Π: Δεν προλαβαίνω ρε συ αλήθεια… Είμαι πολυάσχολος.
π: Για πες, τι κάνεις στην ζωή σου τώρα που έχεις περάσει και τα πρώτα -άντα; Τι έχεις καταφέρει;
Π: Καταρχήν προς το παρόν έχω δουλειά ακόμα! Ασχολούμαι με την προπονητική και την αρθρογραφία και έχω δικό μου αυτοκίνητο!
π: Αυτά μόνο;
Π: ε ναι τι άλλο ήθελες; Έχουν αλλάξει οι εποχές…
π: Δεν μ αρέσεις! Τίποτα πιο ουσιαστικό δεν έχεις πετύχει στην ζωή σου; Όλο μ@λ@κίες κάνεις;
Π: Να σου θυμίσω τις μ@λ@κίες που λες εσύ στην ηλικία σου, πως θες να γίνεις αστροναύτης και τέτοια…
π: Εγώ θα γίνω!
Π: Ίδιος είσαι ρε άτιμε… Πολύ μ’ αρέσω !
π: Tέλος πάντων τίποτα άλλο έχουμε; Τη Μερόπη τελικά θα την παντρευτώ;
Π: Ποια Μερόπ… ααα την Μερόπη ναι χαχαχα! Να σου πω σε τί φάση είσαστε τώρα;
π: Αύριο μου είπε να βρεθούμε στις τουαλέτες του δημοτικού!
Π: Α αύριο είναι αυτό; Χαχαχα!
π: Τι γελάς ρε άμπαλε; Nαι αύριο είναι! Έχω γράψει και τι θα της πω:
π: Αγαπημένη μου Μερόπη, σε ευχαριστώ πολύ που ήρθες σήμερα…
Π: Αγαπημένη μου Μερόπη, σε ευχαριστώ πολύ που ήρθες σήμερα…
Π: Ε ρε γέλια που θα πέσουν αύριο!
π: Πες μου τίποτα ρε εσύ από το μέλλον.
Π: Δεν χρειάζεται άλλωστε δεν έχεις ανάγκη πίστεψε με, το πας πολύ καλά μέχρι τώρα!
π: Φίλους έχω; Γκομενάκια; O αδερφός μου πως είναι;
Π: Έχεις αρκετούς καλούς φίλους, περνάς καλά, κατά διαστήματα έχεις ρίξει ωραία γκομενάκια και γενικά να ξέρεις ότι τα καλύτερα έρχονται! Ο αδερφός σου έχει αφήσει καραφλίτσα και εξακολουθεί να παίζει καλύτερη μπάλα από εσένα! Α και να ξέρεις από τα 20 σου και μετά θα σε κυνηγάει πάντα ένα ”Ε”…
π: Τι εννοείς;
Π: Εννοώ πως όπου βλέπεις Έψιλον να ξέρεις κάτι θα γίνεται στο συναισθηματικό σου κομμάτι.
π: Μπερδεμένα μου τα λες.
Π: Μπερδεμένα είναι…
π: Kαι η Μερόπη μου;
Π: Ε μη με πρήζεις…θα δεις αύριο τι θα γίνει (χιχιχι)
π: Αυτή την περίοδο γενικά είσαι καλά;
Π: Είμαι πολύ καλά. Κάνω τις επιλογές μου, άλλες βγαίνουν-άλλες όχι, όμως τελικά αυτό που μένει να ξέρεις, είναι ότι είναι οι δικές μου επιλογές!
π: Αγαπάς κάποια;
Π: Nαι!
π: Nαι σκέτο;
Π: Ναι αυτή τη στιγμή δεν είμαστε οι 2 μάς ρε χαζούλη… Μας διαβάζει κόσμος.
π: Εντάξει πες μου τουλάχιστον κάτι που θα άλλαζες μέχρι τώρα από τα 10 σου μέχρι τα 32 σου.
Π: Ρε συ και να σου πω δεν θα αλλάξει κάτι αφού είσαι γκασμάς και ξεροκέφαλος…
Μ: ΧΡΗΣΤΟΟΟΟΟΟ;
π: Ε δεν γίνονται αυτά τα πράγματα… Με βρήκε και εδώ η μαμά…δεν την μπορώ άλλο αυτή τη γυναίκα.
Π: Έλα τράβα τώρα μην μας πάρει χαμπάρι και πάθει κάνα σοκ βλέποντας και τους 2 μας .
π: Καλώς. Να μου προσέχεις τον αδερφό μου!
Π: Και εσύ να μου προσέχεις την μάνα σου!

Σχόλια

Exit mobile version