Site icon Frapress

Κοιτώντας μέσα στα παραμύθια

Μια φορά και έναν καιρό όλοι μεγαλώσαμε με παραμύθια

Από αυτά που μας διάβαζε η γιαγιά μας μέχρι εκείνα που βλέπαμε στις ταινίες την Disney, συχνά με διαφορετικές υποθέσεις που στεγάζονταν υπό τον ίδιο τίτλο…

Αλήθεια, τι έδωσε έμπνευση στους δημιουργούς τους;  Τι ήθελαν να μας πουν;  Γιατί ξανασκοντάφτουμε στις ίδιες συμπτώσεις και στα ίδια μοτίβα;
Ας θυμηθούμε λίγα από τα πιο γνωστά παραμύθια της παιδικής μας ηλικίας, ώστε να προσπαθήσουμε να δώσουμε απάντηση στα ερωτήματα αυτά.

Η Μικρή Γοργόνα

Όλοι ξέρουμε την κεντρική υπόθεση: Η νεαρή γοργόνα ερωτεύεται έναν άνθρωπο και δίνει την ουρά της με αντάλλαγμα ένα ζευγάρι πόδια για να είναι μαζί του, παρά το μεγάλο κόστος (όχι μόνο χάνει τη φωνή της, αλλά κάθε φορά που περπατάει νιώθει και σαν να βαδίζει πάνω σε μαχαίρια).

Η απαγορευμένη της αγάπη δηλαδή για τον πρίγκηπα, την διχάζει μεταξύ δύο κόσμων. Όταν δε, ο πρίγκηπας παντρεύεται μια άλλη κοπέλα η μικρή γοργόνα είναι απαρηγόρητη, και προκειμένου να επιστρέψει στην οικογένειά της στη θάλασσα θα πρέπει να τον σκοτώσει.

Αν και η πρωτότυπη ιστορία έχει μια από τις τραγικότερες καταλήξεις παραμυθιών (η γοργόνα θυσιάζει τον εαυτό της και γίνεται αφρός, ενώ η ψυχή της πάει να ζήσει με της κόρες του αγέρα) η γνωστή σε όλους μας εκδοχή της Disney του 1989 μας δίνει ένα happy end γεμάτο τραγούδια και χορό.

Η ιστορία αυτή μεταξύ άλλων έχει ερμηνευτεί ως το δύσκολο πέρασμα μιας κοπέλας σε έναν καινούριο κόσμο γεμάτο προκλήσεις, καθώς και ως σχόλιο αναφορικά με τις φετιχιστικές εμμονές με ρούχα και την μεταβολή της εξωτερικής εμφάνισης στο όνομα της επιθυμίας για κοινωνική αποδοχή.

Η επικρατέστερη, όμως, θεωρία, είναι πως πρόκειται για αλληγορία σχετικά με τον ομοφυλοφιλικό έρωτα. Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η γοργόνα εντοπίζονται εύκολα: ο διχασμός μεταξύ αγάπης και οικογένειας, το να μην νιώθεις άνετα με το σώμα σου (εδώ παρεμβάλλεται και το διεμφυλικό/trans στοιχείο) και το να αποχωρίζεσαι την φωνή σου και να μένεις «σιωπηλός» για πάντα προκειμένου να έχεις μια ευκαιρία στην ευτυχία.

Το γεγονός, μάλιστα, που ενισχύει την παραπάνω άποψη, είναι πως πρόσφατα αποκαλύφθηκε πως το παραμύθι ήταν εμπνευσμένο από την αγάπη που ένιωθε ο συγγραφέας για έναν άλλο άνδρα.

Η «Μικρή Γοργόνα» γράφθηκε σαν ερωτικό γράμμα από τον Δανό Hans Christian Andersen στον στενό του φίλο και κρυφή του αγάπη, τον Edvard Collin. Ο Andersen, όταν έμαθε για τον αρραβώνα του Collin με μία νεαρή κοπέλα, του εξομολογήθηκε την αγάπη του, και ο Collin, αηδιασμένος, τον απέρριψε.

Ο Andersen ήταν γενικά γνωστός για τους κρυφούς του έρωτες με γυναίκες και άντρες, μεταξύ τους η σουηδέζα τραγουδίστρια Jenny Lind και η αδερφή του Edvart Collin, Louise. Παρ’όλα αυτά, λένε ότι έμεινε για πάντα παρθένος. Η στενή σχέση που είχε με την οικογένεια Collin αποδεικνύεται περαιτέρω με το γεγονός ότι ο Edvard Collin και η γυναίκα του είχαν αρχικά θαφτεί μαζί με τον Andersen.

Μετά την απόρριψή του, ο Andersen έγραψε την «Μικρή Γοργόνα» για να εκφράσει την αδυναμία του να είναι με τον Collin, όπως μια γοργόνα δεν μπορεί να είναι με έναν άνθρωπο. Έστειλε το παραμύθι στον Collin το 1836, και έχει μείνει στην ιστορία ως ένα από τα πιο συγκλονιστικά ερωτικά γράμματα που έχουν γραφθεί ποτέ.

 

Η Ραπουνζέλ

Ένα ανδρόγυνο θέλει απεγνωσμένα ένα παιδί, όμως ποτέ δεν κατάφεραν να κάνουν. Ένα πρωί, η γυναίκα βλέπει το φυτό «ραπουνζέλ» (rampion) στον κήπο της μάγισσας που μένει κοντά στο σπίτι τους, και λιγουρεύεται μια νόστιμη σαλάτα. Οπότε, στέλνει κάθε τόσο τον άντρα της να πάει να φέρει από λίγο στα κρυφά, λέγοντάς του πως θα πεθάνει από την λιγούρα, αν δεν δοκιμάσει λίγο από αυτό το φυτό. Τη δεύτερη φορά που ο άντρας της πηγαίνει, τον τσακώνει η μάγισσα, η οποία τελικά τον αφήνει να πάρει το φυτό, αφού αγαπά τόσο τη γυναίκα του, με την προϋπόθεση να της δώσει το παιδί τους, όταν αυτό γεννηθεί.

Πράγματι μετά από λίγο διάστημα γεννιέται ένα κοριτσάκι, και το ονομάζουν Ραπουνζέλ. Η μάγισσα παίρνει το κοριτσάκι μαζί της, και το μεγαλώνει σαν να ήταν δικό της, ενώ παράλληλα αφήνει το μαλλί του να μακρύνει. ‘Οταν γίνεται περίπου δώδεκα χρονών, η μάγισσα την κλειδώνει σε έναν πύργο μέστο δάσος με μόνο ένα παράθυρο. Ο μόνος τρόπος να μπει στον πύργο, είναι να ρίξει η Ραπουνζέλ κάτω τα μαλλιά της ώστε η μάγισσα να σκαρφαλώσει από εκεί.

Αυτό συνεχίζεται για λίγα χρόνια, ώσπου μία μέρα, ένας πρίγκηπας περνά από εκεί και βλέπει την μάγισσα να σκαρφαλώνει από τα μαλλιά στον πύργο. Ο πρίγκηπας περιμένει μέχρι να φύγει, και της φωνάζει να αφήσει κάτω τα μαλλιά της, όπως είδε και τη μάγισσα να το κάνει. Αυτή ρίχνει το μαλλί της, εκείνος το σκαρφαλώνει, και έχουν ένα ρομαντικό ειδύλλιο… μέχρι να το πάρει χαμπάρι η μάγισσα.

Γεμάτη οργή η μάγισσα κόβει τα μαλλιά της κοπέλας και την εξορίζει σε έναν άγονο και άγριο τόπο. Στο μεταξύ δένει τα μαλλιά μεταξύ τους και περιμένει τον πρίγκηπα, ο οποίος και τα σκαρφαλώνει ως συνήθως, νομίζοντας πως στην κορυφή τον περιμένει η Ραπουνέλ. Όταν όμως βλέπει τη μάγισσα, πηδά κάτω και πέφτει μέσα σε αγκάθια, που τρυπούν τα μάτια του και τον αφήνουν τυφλό. Περιπλανιέται λοιπόν τυφλός σε όλη τη χώρα ψάχνοντας την αγαπημένη του.

Κάποια στιγμή βρίσκονται, και μαθαίνουμε ότι η Ραπουνζέλ έχει κάνει δίδυμα. Όταν τον βλέπει τον αγγαλιάζει και κλαίει κοντά στο πρόσωπό του. Τα δάκρυά της πάνε στα μάτια του, τον θεραπεύουν και επιστρέφουν στο βασίλειο ευτυχισμένοι.
Το παραμύθι αυτό γράφθηκε αρχικά από τον Charles Perrault, ενώ μετέπειτα το ξαναγράψαν οι αδερφοί Grimm και πολλοί άλλοι παραμυθάδες σε όλο τον κόσμο.

Τι γίνεται όμως στο παρασκήνιο;

Καταρχάς, η μάγισσα όταν μαθαίνει για την έντονη επιθυμία της γυναίκας για το φυτό «ραπουνζέλ», καταλαβαίνει αμέσως κάτι που δεν είχε καταλάβει το ανδρόγυνο, ότι δηλαδή η γυναίκα είναι έγκυος και για αυτό λιγουρεύεται τη σαλάτα. Βγάζει λοιπόν νόημα το να γνωρίζει ότι σε λίγο καιρό θα γεννήσουν ένα παιδί.

Επίσης, η ηλικία των δώδεκα χρονών είναι χαρακτηριστική, καθώς και τότε αρχίζει στα νεαρά κορίτσια η εφηβεία και η σεξουαλική περιέργεια. Η μάγισσα ξέρει πως η Ραπουνζέλ δεν είναι πια παιδί και για αυτό την πάει στον πύργο μακριά από την κοινωνία και τον πειρασμό.

Ο πύργος δε, στον οποίο βρίσκεται παγιδευμένη η Ραπουνζέλ, θεωρείται από πολλούς μελετητές φαλλικό σύμβολο, το οποίο συμβολίζει περαιτέρω την προσπάθεια της μάγισσας να καταπιέσει την σεξουαλικότητα της κοπέλας, και το δάσος είναι ένα χαρακτηριστικό στοιχείο σε πολλά παραμύθια, καθώς και χωρίζει το φυσικό σύνορο μεταξύ της Ραπουνζέλ και της υπόλοιπης ανθρωπότητας.

Ακόμα, η φράση «Άσε κάτω τα μαλλιά σου» έχει μείνει γνωστή στην σύγχρονη ποπ κουλτούρα, καθώς και τυχαίνει να σημαίνει το να χαλαρώσει κανείς και να εγκαταλείψει τους δισταγμούς και ενδοιασμούς του, όπως κάνει η Ραπουνζέλ όταν ήρθε ο πρίγκηπας. Το ότι η κοπέλα μάλιστα, διαλέγει τον άγνωστο πρίγκηπα στη θέση της γριάς μάγισσας που όμως τη μεγάλωσε, μας δείχνει πως και εδώ, η νέα γενιά επικρατεί της παλαιάς.

Πράγματι, το ότι οι δύο τους έχουν ήδη κάνει παιδιά όταν ξαναβρίσκονται αφήνει να εννοηθούν πολλά για το τι έκαναν στον πύργο. Μάλιστα, σε νεότερες εκδοχές του παραμυθιού πριν την επεξεργασία των αδερφών Grimm, η μάγισσα μαθαίνει για τον πρίγκηπα επειδή η Ραπουνζέλ τη ρωτάει αθώα γιατί το φουστάνι της γίνεται όλο πιο στενό στη μέση.

Οι Grimm άλλαξαν τη λεπτομέρια αυτή, και έβαλαν την Ραπουνζέλ να καρφώνεται με την ερώτηση: «Γιατί καλή μου μητέρα, είσαι πιό βαριά στο ανέβασμα από τον νεαρό πρίγκηπα;». Όπως και να ‘χει, οι μηδαμινές επαφές που είχε με τον έξω κόσμο είχαν κάνει την κοπέλα λίγο αφηρημένη.

Επιπλέον, το μοτίβο της τύφλωσης είναι στοιχείο τιμωρίας, χειρότερης από την εξορία. Ο πρίγκηπας τιμωρείται χειρότερα, μεταξύ άλλων διότι παραβίασε τα όρια που έθεσε η μάγισσα παρόλο που διέθετε παραπάνω γνώσεις από τη Ραπουνζέλ, σχετικά με το πως λειτουργεί ο κόσμος.

Γενικά σε πολλές κουλτούρες τα μάτια και η όραση συμβολίζουν τη γνώση, οπότε η απώλειά τους φέρει σαν αποτέλεσμα την άγνοια.

Συνοψίζοντας, βλέπουμε ότι πρόκειται για ένα παραμύθι αφιερωμένο στην επιθυμία, την σεξουαλική ωριμότητα και την αναπαραγωγή, της γνώσης και της άγνοιας, και τη νίκη της νεότερης γενιάς αντί της γηραιότερης.

Η Σταχτοπούτα

Η Σταχτοπούτα (ή πιο σωστά, Σταχτομπούτα, καθώς και τα πόδια της είναι γεμάτα στάχτες από το γονατιστό καθάρισμα) μένει ορφανή από μητέρα και ο πατέρας της ξαναπαντρεύεται. Η μητριά της και οι θετές της αδερφές φέρονται άσχημα στην Σταχτοπούτα και την βάζουν να κάνει τις πιο σκληρές δουλειές του σπιτιού, και από τη στεναχώρια της πηγαίνει κάθε μέρα στον τάφο της μητέρας της κλαίγοντας για να προσευχηθεί.

Κάποια στιγμή ο πατέρας της φεύγει για την πόλη και ρωτά τι να φέρει στις κοπέλες όταν επιστρέψει. Οι θετές αδερφές ζητούν φουστάνια και μαργαριτάρια, ενώ η Σταχτοπούτα του ζητά να της φέρει το κλαρί του πρώτου δέντρου που θα βρεθεί στον δρόμο του όταν επιστρέφει. Το φυτεύει και το κλαρί γίνεται ένα όμορφο δέντρο, στο οποίο κάθεται ένα πουλί που πραγματοποιεί τις ευχές της, ενώ μετά από λίγο καιρό πεθαίνει και ο πατέρας της.

Μια μέρα, οι κοπέλες μαθαίνουν ότι ο πρίγκηπας ψάχνει νύφη και τις καλούν σε μια τριήμερη γιορτή. Η Σταχτοπούτα, αφού βοηθάει τις αδερφές της να ετοιμαστούν ζητά να έρθει και αυτή, όμως η μητριά της φεύγει και την αναγκάζει να κάνει κι άλλες αγγαρείες πριν την αφήσει να έρθει.

Τελικά η Σταχτοπούτα τελειώνει όλες τις δουλειές με τη βοήθεια των ζώων-φίλων της, και το πουλί στο δέντρο της δίνει ένα πανέμορφο φόρεμα και μια άμαξα με άλογα φτιαγμένη από μια κολοκύθα, με την προϋπόθεση να επιστρέψει μέχρι τα μεσάνυχτα. Η Σταχτοπούτα πηγαίνει στη γιορτή και χορεύει με τον πρίγκηπα κάθε μέρα που κρατάει η γιορτή, φεύγοντας πάντα τρέχοντας για να προλάβει τα μεσάνυχτα. Το τρίτο βράδυ ο πρίγκηπας αλείφει πίσσα στις σκάλες ευχόμενος να μείνει λίγο ακόμα, με αποτέλεσμα να χάσει το γυάλινο γοβάκι της.

Ο πρίγκηπας γυρνάει όλη τη χώρα για να βρει σε ποια ανήκει το γοβάκι, και περνά και από το σπίτι της Σταχτοπούτας. Και οι δύο αδερφές της το δοκιμάζουν κόβοντας μάλιστα κομμάτια από τα πόδια τους προκειμένου να χωρέσουν, όμως τις μαρτυρούν τα περιστέρια.

Τελικά βρίσκει την Σταχτοπούτα στο σπίτι, το γοβάκι ταιριάζει, παντρεύονται, και οι αδερφές της (σε μια προσπάθεια να της χαλάσουν την ευτυχία της) έρχονται στον γάμο όπου τα πουλιά τους βγάζουν τα μάτια.

Πολλοί πιστεύουν ότι ο λόγος που το παραμύθι αυτό επανεμφανίζεται ξανά και ξανά σε διαφορετικές εκδοχές ανά τον κόσμο, είναι διότι έχει πολλά ηθικά διδάγματα, ειδικά αναφορικά με την ομορφιά, ότι δηλαδή όλοι κάποια στιγμή νιώθουμε σαν ασχημόπαπα όμως τελικά κάποτε μας αναγνωρίζουν την αξία μας.

Επίσης χαρακτηριστικό είναι το στοιχείο της ανταμοιβής για την εργατικότητα και την αρετή.

Συχνά η Σταχτοπούτα παρουσιάζεται πιο όμορφη από τις αδερφές της, σε μια προσπάθεια να αντικατοπτριστεί η καλοσύνη της και στην εμφάνισή της, ενώ σε άλλες εκδοχές οι αδερφές της είναι το ίδιο ή περισσότερο όμορφες, για να τονιστεί πως η εξωτερική εμφάνιση δεν λέει τίποτα για τον εσωτερικό κόσμο.

Ο ανταγωνισμός δε, μεταξύ των δύο γυναικών για την αγάπη του συζύγου/πατέρα μας αιτιολογεί τον άσχημο χαρακτήρα της μητριάς. Οι μητριές στα παραμύθια αντικαθιστούν συχνά της μητέρες, καθώς και η έννοια της σκληρόκαρδης μητέρας θεωρείται υπερβολικά τραυματική για νεαρούς ακροατές. Συχνά η μητριά έχει διττή σημασία: Ενώ έχει καταστροφικούς σκοπούς, οι πράξεις της συχνά ωθούν τον πρωταγωνιστή να γίνει πιο δυναμικός.

Μια εκδοχή της ιστορίας, του Charles Perrault πάλι, αντικαθιστά το πουλί με μια καλή Νονά η οποία βοηθά τη νεαρή κοπέλα, άλλες ως «από μηχανή θεό» βάζουν το πνεύμα της νεκρής μητέρας της, ενώ η Σκοτσέζικη εκδοχή χρησιμοποιεί ένα κόκκινο μοσχαράκι.

Επιπλέον, η κολοκύθα, πέρα από το βολικό σχήμα που έχει για άμαξα, συμβολίζει τη θηλυκότητα, το φεγγάρι, μάγισσες και προστασία από κακά πνεύματα.

Ακόμα, η υπόσχεση της κοπέλας να επιστρέψει πριν τα μεσάνυχτα και η αθέτησή της δεν είναι μόνο επαναλαμβανόμενο μοτίβο σε παραμύθια, αλλά δείχνει και την ανθρωπιά στο χαρακτήρα της και το ότι ο έρωτας την έχει κάνει να ξεχάσει τα πάντα.

Τα μεσάνυχτα επίσης είναι χαρακτηριστική διορία, καθώς και ορίζουν την αρχή της νέας μέρας. Στην ιστορία βγάζει και νόημα διότι πολλές γιορτές άρχιζαν αργά το βράδυ και κρατούσαν μέχρι το επόμενο πρωί, άρα τονίζεται το πόσο νωρίς αποχώρησε η Σταχτοπούτα.

Το πιο δημοφιλές κομμάτι της ιστορίας είναι φυσικά το γυάλινο γοβάκι, που τονίζει το ακριβό και πρέπον παπούτσι για έναν ευγενή, καθώς και το λεπτεπίλεπτο σώμα της νεαρής, για να μπορεί να το φορά χωρίς να το φθείρει. Επίσης, το ότι περπατά και χορεύει με κάτι τόσο άβολο λέει πολλά για την υπομονή και την επιμονή της κοπέλας.

Υπάρχουν πολλές αμφιβολίες για το αν το γοβάκι ήταν όντως γυάλινο, καθώς και μεταξύ άλλων υπάρχει η θεωρία ότι πρόκειται για μεταφραστικό λάθος, από το γαλλικό verre (γυαλί) και το αγγλικό vair (γούνα σκίουρου), ότι δηλαδή το γοβάκι απλά ήταν γούνινο.

Πολλές εκδοχές της Σταχτοπούτας περιλαμβάνουν εξωτικά παπούτσια, μια μάλιστα (και πιθανότατα, η παλαιότερη) εκ των οποίων, η Yeh-shen (ή Yeh-hsien) φορά χρυσά γοβάκια.

Γενικά τα παπούτσια είναι σημαντικά σε πολλά παραμύθια, όπως στο παραμύθι του Παπουτσωμένου Γάτου, τα ξεχειλωμένα παπούτσια στις Δώδεκα Βασιλοπούλες, και τα κόκκινα καυτά παπούτσια που φόρεσε η μητριά στο τέλος της Χιονάτης σαν τιμωρία.

Τέλος, σε πολλές εκδοχές το φόρεμα της Σταχτοπούτας ξαναεμφανίζεται μαγικά πάνω της με το που φορά ξανά το δεύτερο γοβάκι, που βοηθά τον πρίγκηπα να την αναγνωρίσει (με την έννοια ότι η φτωχική ένδυση δεν ανταποκρίνεται στην αληθινή της υπόσταση) ενώ συχνά η κοπέλα εμφανίζει και το δεύτερο γοβάκι για να αποδείξει την ταυτότητά της.

Οι πιο οικείες σε εμάς εκδοχές και εδώ, είναι των Grimm και του Perrault.

                             

Η Κοκκινοσκουφίτσα

Αυτό είναι το παραμύθι ενός μικρού κοριτσιού, στο οποίο γιαγιά του έφτιαξε ένα κόκκινο σκουφάκι και επειδή το φόραγε κάθε μέρα όλοι την φώναζαν Κοκκινοσκουφίτσα.

Μία μέρα η μητέρα της Κοκκινοσκουφίτσας της είπε ότι η γιαγιά της αρρώστησε και ότι επειδή ζούσε μόνη της βαθιά στο δάσος θα χαιρόταν αν της πήγαινε λίγο κρασί και φαγητό.

Το κορίτσι υποσχέθηκε στη μητέρα του να μην βγει από το δρόμο, όμως πολύ γρήγορα ξέχασε την υπόσχεσή της και γνώρισε έναν λύκο στο δάσος, ο οποίος την ρώτησε που πηγαίνει.

Αφού την έβαλε να του πει για τη γιαγιά της, ο λύκος της είπε ότι θα της άρεσαν λίγα λουλούδια, πράγμα που την κράτησε απασχολημένη ενώ εκείνος έτρεξε στο σπίτι της γιαγιάς, υποκρίθηκε την εγγονή της για να μπεί στο σπίτι, και την έφαγε. Μετά έβαλε το νυχτικό της και μπήκε στο κρεβάτι περιμένοντας τη Κοκκινοσκουφίτσα.

Αφού αυτή ήρθε, ακολούθησε ο γνωστός διάλογος για μεγάλα χέρια, αυτιά και δόντια, όπου ο λύκος έφαγε το κορίτσι και πήγε για ύπνο.

Μετά απο λίγο ένας κυνηγός πέρασε έξω από το σπίτι και άκουσε ροχαλητά. Μπήκε προσεκτικά, είδε το κοιμησμένο τέρας στο κρεβάτι της γιαγιάς και υπέθεσε τι είχε συμβεί. Άνοιξε τη κοιλιά του λύκου με ένα μαχαίρι, η γιαγιά και η Κοκκινοσκουφίτσα βγήκαν ζωντανές, γεμίσαν την κοιλιά του λύκου με πέτρες και κρύφτηκαν.

Όταν ο λύκος ξύπνησε, δίψασε και πήγε να πιει νερό, όμως από το βάρος στην κοιλιά του έπεσε στο ποτάμι και πνίγηκε.

Στην εκδοχή του Perrault (αντίθετα, πάλι, με αυτή των Grimm) η μητέρα της Κοκκινοσκουφίτσας την προειδοποιεί να μη μιλήσει σε αγνώστους, και έχει τραγικότερη κατάληξη, δηλαδή τον θάνατο της Κοκκινοσκουφίτσας και της γιαγιάς της.

Επίσης το περιεχόμενο του καλαθιού είναι ελαφρώς διαφορετικό, και η Κοκκινοσκουφίτσα του Perrault για κάποιο λόγο βγάζει τα ρούχα της και ξαπλώνει στο κρεβάτι δίπλα στο λύκο. Το «πονηρό» στοιχείο του παραμυθιού το τονίζει και η ύπαρξη του κρασιού ως ποτό του πάθους.

Ενδιαφέρον έχει επίσης το κόκκινο σκουφί του κοριτσιού με το οποίο καλύπτει τα μαλλιά της. Αυτό σε πολλούς πολιτισμούς συμβολίζει σεμνότητα στη γυναίκα, καθώς και το μαλλί (όπως και στο παραπάνω παράδειγμα της Ραπουνζέλ) είναι ένας χαρακτηριστικό μέσο για να προσελκυστεί το άλλο φύλο. Με την κάλυψη ή κοπή του μαλλιού μεταδίδεται το μήνυμα ότι δεν η κοπέλα δεν είναι ακόμα (ή πια) διαθέσιμη για ερωτική σχέση. Το ότι το σκουφί της το έδωσε η γιαγιά δείχνει έμμεσα τις ενέργειες της ζωής που περνούν από την γηραιότερη στη νεότερη γενιά.

Το κόκκινο επίσης είναι το χρώμα της ζωής και του αίματος, και πρωτοεμφανίστηκε στην εκδοχή του Charles Perrault. Μια σεμνή γυναίκα τον 17ου αιώνα δεν θα φορούσε ποτέ το χρώμα αυτό της αμαρτίας, πράγμα που μας κάνει να υποθέσουμε πολλά για το τι ήθελε να μας πει ο παραμυθάς.

Σε άλλες αφηγήσεις το σκουφάκι ήταν χρυσό, που συμβολίζει την ωριμότητα και υπευθυνότητα, αρετές που εξυψώνονται στο παραμύθι αυτό.

Και εδώ έχουμε το μοτίβο του δάσους, κοντά στο οποιό ζούσαν και οι περισσότεροι άνθρωποι τον μεσαίωνα και νωρίτερα. Πολλοί χαρακτήρες στα παραμύθια μπαίνουν στο δάσος επιστρέφοντας πιο σοφοί και εξευγενισμένοι (η Χιονάτη, ο Χάνσελ και η Γκρέτελ, η Ξανθομαλλούσα). Ακόμα και όταν δεν μπαίνουν μέσα, κάτι λαμβάνει χώρα εντός αυτού.

Φυσικά δεν μπορεί να μη γίνει αναφορά και στο μοτίβο του απόντος πατέρα, το οποίο οι αναλυτές το εξηγούν με δύο τρόπους:
1) Ο ρόλος του πατέρα αντικαθιστάται από τον κυνηγό, καθώς και έσωσε τις ηρωίδες και νίκησε το τέρας, προστατεύει και βοηθά.
2) Σε μια λίγο πιο περίπλοκη ανάλυση, ο πατέρας της Κοκκινοσκουφίτσας είναι μοιρασμένος σε δύο χρακτήρες, ο πρώτος είναι ο παραπάνω αγαθός και προστατευτικός κυνηγός, και ο δεύτερος είναι ο πιο πρωτόγονος και επικίνδυνος άνδρας, ο οποίος εμφανίζεται ως λύκος εδώ.

Όπως και στη περίπτωση της Σταχτοπούτας, ο απών πατέρας μοιάζει με την μητριά (που αντικαθιστά την κακιά μητέρα). Στη φαντασία του παιδιού η αντιπαράθεση κυνηγού-λύκου ισούται την αντιπαράθεση του παιδιού με τον «κακό» πατέρα του (αργά η γρήγορα κάθε παιδί νιώθει αρνητικά συναισθήματα για έναν από τους γονείς του). Εδώ ο κυνηγός κάνει τη βρώμικη δουλειά, οπότε το παιδί δεν νιώθει την ενοχή του θανατώματος του λύκου.

Σημαντικό κομμάτι του τέλους είναι το πως ο κυνηγός ανοίγει το στομάχι του λύκου, που μπορεί να εξηγηθεί σαν την αλληγορία της ανάστασης στο χριστιανισμό. Και οι δύο γυναίκες «πέθαναν», όμως σώθηκαν από μια ανώτερη δύναμη, τον κυνηγό.

Συμβολικά ξαναγεννήθηκαν, και ξέρουμε πως ο Perrault και οι Grimm ήταν αφοσιωμένοι χριστιανοί.

Φυσικά και ο προ-χριστιανικός μύθος του Κρόνου δείχνει μια τέτοια εκ νέου γέννηση.

Αν ρωτήσουμε μυθολογιστές, το παραμύθι μιλά ξεκάθαρα για το ατελείωτο παιχνίδι νύχτας-μέρας, ότι η Κοκκινοσκουφίτσα δηλαδή (με το χρυσό σκουφί, εδώ) συμβολίζει τον ήλιο που πρέπει να φαγωθεί από τη νύχτα (δηλαδή τον λύκο Sköll της σκανδιναβικής μυθολογίας, ο οποίος κατάπιε τον ήλιο) ώστε να επιστρέψει και να ξαναφέρει το φως στην ανθρωπότητα.

Ποτέ δεν θα ξέρουμε με απόλυτη σιγουριά τι είχαν στο νου τους οι παραμυθάδες όταν έγραψαν τις ιστορίες αυτές ή τι προσπαθούσαν να συμβολίσουν, όμως θα μπορούσαμε να θυμηθούμε τη δίκαια προσέγγιση του Freud:

«Μερικές φορές ένα πούρο είναι απλώς ένα πούρο».

                                                            

Σχόλια

Exit mobile version