Το σύνθημα «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια» ενσαρκώνει μια σύντομη ιστορία κενού νοήματος.

Γεννημένο τον 19ο  αιώνα, διασχίζει την χρονική γραμμή της ελληνικής κοινωνίας, και ώριμο πια βρίσκει τη θέση του στην δικτατορία των συνταγματαρχών.

Κατά το χρονικό αυτό διάστημα, ανάμεσα σε δύο αιώνες, το σύνθημα επαναχρησιμοποιείται από τους εκάστοτε Έλληνες αναλόγως των περιστάσεων.

Η ιστορία θέλει την φράση να εκστομίστηκε για πρώτη φορά απ’ τον Απόστολο Μακράκη, το 1951.

Το όλο σκηνικό αφορά σ’ ένα όραμα που είδε κατά το οποίο η Παναγία και ο Χριστός θα κατέβαιναν στη γη για να σώσουν τους ορθόδοξους Έλληνες Χριστιανούς, μαζί και το έθνος τους. Όλα αυτά συνηγορούσαν υπέρ της δημιουργίας μιας ιδανικής «χριστοπολιτείας» απαλλαγμένης απ’ τα πρότυπα που επικρατούσαν στη δυτική εκκλησία.

σύνθημα

 

Έκτοτε η φράση χρησιμοποιούταν από χριστιανικές σπείρες με σκοπό την αντίκρουση αναδυόμενων κινημάτων, όπως αυτών του φεμινισμού και του σοσιαλισμού.

Στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, η οικονομική κρίση καθώς και το γλωσσικό ζήτημα που προέκυψε δημιούργησαν ένα πρόσφορο έδαφος για επαναφορά του συνθήματος, με θιασώτες κυρίως τους πολέμιους της δημοτικής.

Μάλιστα, το τρίπτυχο αποτέλεσε άλλοθι για τη δικτατορία του Μεταξά το 1936, όπου αποστερήθηκαν βασικές λαϊκές ελευθερίες και συνεπακόλουθα δικαιώματα.

Και όλα αυτά φτάνοντας μέχρι μια άλλη δικτατορία, αυτή της 21ης Απριλίου, όπου το σύνθημα γίνεται συνώνυμο των Ελλήνων πατριωτών χριστιανών και της χώρας τους.

Με αυτό το ζήτημα του συνθήματος ασχολήθηκε η επίκουρη καθηγήτρια του τμήματος Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και συγγραφέας του βιβλίου «Πατρίς, Θρησκεία οικογένεια ιστορία ενός συνθήματος 1880-1930» (Πόλις, Αθήνα, 2011), Έφη Γαζή.

σύνθημα

Η ίδια σημειώνει ότι σ’ αυτό το τρίπτυχο, το έθνος εμφανίζει συνάφεια με τη θρησκεία και η οικογένεια παρουσιάζεται ως συνάρτηση του πατριαρχικού συστήματος.

Μάλιστα αναφέρει ότι: «Οι τρεις έννοιες προβάλλονται όχι μόνο ως σημαντικές αξίες αλλά κυρίως ως υπονομευόμενες από ποικίλους “εχθρούς” ή και “συνωμότες”».

Το γέρικο αυτό σύνθημα με την μακραίωνη ιστορία είναι ακόμα παρόν. Και μοιάζει σαν τίποτα να μην το πτοεί γιατί κατά τα φαινόμενα μιλάει την αλήθεια και το ορθό. Και πάλι κατά τα φαινόμενα, δεν είναι αναχρονιστικό, αλλά διαχρονικό. Όσοι δε το αντιμάχονται είναι ανθέλληνες γιατί αυτό αντανακλά τις αξίες της ελληνικής κοινωνίας.

Ποιες αξίες όμως;

Η γλώσσα και οι λέξεις συμβαδίζουν με τις εποχές. Κι αν η «ελευθερία» το 1821 συμπορεύτηκε με την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού, σήμερα καμία τέτοια έννοια δεν έχει.

Στον ίδιο τόνο, η πατρίδα, η θρησκεία και η οικογένεια, παρότι σαν ακούσματα είναι οι ίδιες λέξεις ανά τα χρόνια, σαν περιεχόμενο είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.

Γιατί η «πατρίδα» πλέον διαμορφώνεται από διαφορετικές κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, τα θαύματα της θρησκείας τα «καπηλεύτηκε» η επιστήμη και η οικογένεια συνίσταται από συζύγους με ίσα δικαιώματα και ίση συμμετοχή στην αγορά εργασίας.

Η άρνηση να αλλάξουν τα πράγματα είναι κατά ένα μεγάλο μέρος γλωσσική. Υπάρχει μια βαθιά παρεξήγηση γύρω απ’ τις έννοιες και μια «παρελθοντολαγνία» που ευαγγελίζεται τη σωτηρία μας. Ας προστεθεί εδώ και το διωκτικό παραλήρημα των Ελλήνων απέναντι σε όλους αυτούς που «εποφθαλμιούν» την πατρίδα μας.

Είναι ωστόσο αρκετά βαρύ για κάποιους να σπάσουν τους αρμούς απ’ τις «κύριες» έννοιες και να τις νοηματοδοτήσουν υποκειμενικά. Γιατί αυτό προϋποθέτει μια ελευθερία, μια απαλλαγή απ’ το κατεστημένο με σκοπό τη δημιουργία μιας καινούργιας θεώρησης του κόσμου.

Υπάρχει κάτι αναμφισβήτητα ανακουφιστικό όταν πατάμε σ’ ένα «σταθερό» έδαφος από «καθιερωμένες», «έτοιμες» και «κατ’ επίφαση» αξίες. Τι θα γίνει όταν το έδαφος που οι ίδιοι φτιάξαμε και πιστέψαμε ότι θα μας στηρίζει για πάντα αρχίζει να καταρρέει; (ευτυχώς βέβαια που καταρρέει)

σύνθημα

Αδιαμφισβήτητα είναι αλλιώς η πίστη στην κυρίαρχη έννοια, παρουσιαζόμενη εν είδει τσιτάτου, που καμία σκέψη δεν έχει και εντέλει καμία αξία. Δεν υφίσταται κανένας κόπος για συλλογισμό και το παρελθόν είναι πάντα εκεί, στιβαρό επιχείρημα, να επικυρώσει την πιστότητα της φράσης.

Τι κακό μας βρίσκει που οι χρονιές αλλάζουν…

Λες και οι λέξεις είναι έξω από το σώμα μας, έξω από εμάς, και δεν τις αγγίζουμε ποτέ.

Δεν επικυρώνουν οι λέξεις την ύπαρξή μας, εμείς επικυρώνουμε την ύπαρξη των λέξεων. Ούτε η πατρίδα, ούτε η θρησκεία, ούτε η οικογένεια είναι ιερές γλωσσικά, παρά μόνο υποκειμενικά, για όσους νιώθουν έτσι.

Οι έννοιες γερνάνε και πρέπει να τις ανασταίνουμε εκ νέου. Η στενομυαλιά και η βαρεμάρα μας κάνουν να βολευόμαστε κάτω από τεράστιες ομπρέλες κούφιων νοημάτων.

Κάποιοι-κάποιοι εξασφαλίζουν άλλοθι για τις πράξεις τους προφασιζόμενοι τέτοιες «μεγαλόπνοες» έννοιες. Άλλοι άνθρωποι θυσιάζονται για χάρη τους ή εξαιτίας τους χωρίς να ξέρουν το γιατί.

Έτσι όπως τις χρησιμοποιούμε, χωρίς καμία περισυλλογή και χωρίς κανένα κόπο πέφτουμε σε λούπες. Και μιλάμε με λόγια κενά, χωρίς να συντελείται ποτέ καμία αλλαγή.

«βλέπεις τον άνθρωπο μικρό, που τον πατάν στ’ αλήθεια
τα πόδια του τα ίδια,
τα πόδια του τα ίδια…» 

(Θανάσης Παπακωνσταντίνου)

Σχόλια