Η Γρανάδα είναι «muy bonita» αλλά η Σεβίλλη είναι «maravillosa». Εκεί στην πρωτεύουσα της Ανδαλουσίας παρέα με τον Paco , ένα παράθυρο με πολύχρωμη θέα άνοιξε μπροστά μου. Ήταν κάτι συμπεθέρες στο βάθος.

 Γράφει ο Νικόλας Καλοτεράκης.
Για σχεδόν 10 χρόνια ήμουν φοιτητής. Στα πανεπιστήμια της BOLOGNA (Italia), της GRANADA(España) και του PORTSMOUTH (UK). Ίσως να το παράκανα λίγο. Μάλλον γιατί πιο πολύ κι από πανεπιστημιακές γνώσεις να κυνηγούσα μπλεξίματα και περιπέτειες. Αυτές είναι οι ΙΣΤΟΡΙΕΣ μου. ΑΛΗΘΙΝΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ από τα φοιτητικά μου χρόνια στα 90s.

«Έχουν πλάκα τα κορίτσια! Θα τα περάσουμε «de puta madre», έκανε ο Paco .

Πηγαίναμε με το παλιό Πεζό του Paco να φάμε σε δυο φίλες του, την Loli και την Aurelia, κάπου στην Σεβίλλη. Ο Paco ήταν Σεβιγιάνος και μάλιστα περήφανος για την καταγωγή του. Είχε δυο μικρά, μαύρα ματιά που τρυπούσαν σαν καρφιά. Κι επίσης είχε και μια μεγάλη καρδιά. Στα δύσκολα μου συμπαραστάθηκε και με το παραπάνω.

Η Loli και η Aurelia ήταν ζευγάρι, άλλωστε με τον Paco γνώριζα επί το πλείστον homosexuales. Ήταν κι ο Πάκο «marica» και κάνοντας παρέα μαζί του, γνώρισα σχεδόν όλους ομοφυλόφιλους της Σεβίλλης και των περιχώρων και όλης της επαρχίας.

Η  Loli θύμιζε λίγο φανταράκι, (κοντά, καρφάκια μαλλιά – σούπερ γυμνασμένο σώμα) και είχε χιούμορ που έσπαγε κόκκαλα. Από την άλλη, η Aurelia, ήταν θηλυκή, είχε ύφος και ντύσιμο αρκετά παλιομοδίτικο, και έμοιαζε με φεμ φατάλ από φιλμ «νουάρ» της δεκαετίας του ’50. Τα σιρόπια μεταξύ τους δίνανε κι έπαιρναν αν και κάποια στιγμή την Loli την έπιασαν οι ζήλιες και πήγε να ρίξει τα μπινελίκια της αλλά τελικά κρατήθηκε και εκτόξευσε στη συμβία της μόνο ένα δολοφονικό βλέμμα και ένα «πήγαινε στην κουζίνα να φτιάξεις σαλάτα». Αυτό έγινε τότε που η Aurelia, που πρέπει να ήταν y κομμάτι αυτάρεσκη, μάλλον για να νιώσει πιο γκόμενα άρχισε να παίρνει μπροστά μου κάτι ναζιάρικες πόζες, (θα ’θελε να δει αν τσιμπάω – μάλλον ο Πάκο θα είχε σφυρίξει ότι δεν ήμουν της «comunidad»).

Φάγαμε το ταϊλανδέζικο (τα κορίτσια λάτρευαν την ασιάτικη κουζίνα), φάγαμε κι από τα «caracoles», τα σαληγκάρια που τα είχαν μαγειρέψει ειδικά για μας κι όλα κύλησαν ωραία και καλά, με πολλά αστεία τα και μπόλικο κρασί.

Το πιο ενδιαφέρον, πάντως, συμβάν εκείνης της Κυριακής, έγινε το απόγευμα της ίδιας μέρας, που ήρθαν για καφεδάκι οι μητέρες των δύο κοριτσιών: η μία χωρισμένη και πρώην φεμινίστρια και η άλλη χήρα και σούπερ «catolica». Από το μεσημέρι είχαμε μάθει πει ότι οι δυο μητέρες όχι μόνο δεν είχαν πρόβλημα μαθαίνοντας ότι οι κόρες τους ήταν ζευγάρι, αλλά μετά την πρώτη επίσημη γνωριμία, δεν άργησαν να γίνουν και μεταξύ τους φίλες. Δεν θυμάμαι τα ονόματα των δύο συμπεθέρων, θυμάμαι όμως λίγο πριν χτυπήσει το κουδούνι η Loli πήρε πολύ σοβαρό ύφος και είπε ότι θέλει να μας ανακοινώσει κάτι για να μην βρεθούμε σε αμηχανία όταν τα θα έρθουν οι δύο «consuegras», συμπεθέρες. Με πάντα σοβαρό ύφος και πολύ μας είπε ότι οι «consuegras», εδώ και λίγο καιρό έχουν προχωρήσει λίγο παραπάνω το στόρι και ότι τώρα τα έχουνε.

Οι συμπεθέρες κατέφτασαν κρατώντας η μίας το χέρι της άλλης, με το άλλο χέρι μια από τις δύο κρατούσε κι ένα μεγάλο κουτί «polvorones» (κάτι σαν τους δικούς μας κουραμπιέδες). Δεν είχα ξαναφάει polvorones, ούτε και είχα «consuegras enamoradas». Με βεβαιότητα λοιπόν μπορώ να πω ότι εκείνο το κυριακάτικο απόγευμα στην Σεβίλλη δυο πράματα κατάλαβα: ότι οι κουραμπιέδες μας είναι πολύ πιο σπουδαίο γλύκισμα από τους «polvorones», και ότι αυτό που λέγεται «amor» φυτρώνει όπου κι όπως και όποτε του γουστάρει!

Ο Νικόλας Καλοτεράκης σπούδασε ΞΕΝΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ και ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΕΣ και διδάσκει (σε γκρουπ) ΙΣΠΑΝΙΚΑ, ΙΤΑΛΙΚΑ και ΕΛΛΗΝΙΚΑ (σε ξένους). Ασχολείται επίσης με το γράψιμο και τα εικαστικά. Η νουβέλα του «ΚΟΚΚΙΝΟ PANDA» κυκλοφόρησε το 2014. (Εκδόσεις Γραβριηλίδη). (nikoskaloterakis@yahoo.com)

Σχόλια