Site icon Frapress

Βαγγέλης Αλεξανδρής: “Αυτό που κοιτάς μπορεί να είναι μαγικό, εξαρτάται από που θα το κοιτάξεις…”

Συναντήσαμε και συζητήσαμε με τον Βαγγέλη Αλεξανδρή. Έναν άνθρωπο που αξίζει να ακούσεις, να δεις, αλλά και να διαβάσεις.

Στη συνέντευξη αυτή που μας παραχώρησε μας είπε πολλά και ωραία πράγματα περί θεάτρου, σινεμά, τηλεόρασης, τα ποικίλα έργα του και κυρίως για την ζωή του, που παρουσιάζει ενδιαφέρον.

“Μακρύς είναι ο ανήφορος αλλά στην κορφή σε φτάνει”

Ο Βαγγέλης γεννήθηκε στην Θάσο και πέρασε τα πρώτα του παιδικά χρόνια στα Τρίκαλα – καταγωγή του πατέρα- σε ένα τρισχαριτωμένο χωριό, την Χρυσαυγή. Την διαπαιδαγώγησή του ανέλαβαν η γιαγιά και ο παππούς, αφού οι γονείς του χώρισαν νωρίς. Ο παππούς του αποδείχθηκε μέντορας σε πολλά θέματα.

“Ο παππούς μου ήταν ένας λαϊκός ποιητής. Έλεγε διαρκώς σοφίες και αστεία. Με έκανε να γελάω αλλά μου δίδασκε και πολλά. Θυμάμαι την πρώτη φορά που με πήγε στο βουνό του χωριού κι εγώ, σαν μικρό παιδί που ήμουν, κουράστηκα γρήγορα και του είπα: “Παππού έχει πολύ ανηφόρα ακόμα, δεν μπορώ” κι εκείνος απάντησε: “μακρύς είναι ο ανήφορος, αλλά στην κορφή σε φτάνει. Θα δεις πόσο ωραία θα τα βλέπουμε όλα από κει πάνω.”

Κι όταν φτάσαμε στη ‘βίγλα’, στην κορφή, μαγεύτηκα από την θέα του πελώριου Θεσσαλικού κάμπου, που ήταν περιτριγυρισμένος από βουνά. Άλλαξε η οπτική μου γωνία. Ένιωσα το μεγαλείο του τόπου που αλώνιζα καθημερινά. Τότε κατάλαβα και με συντροφεύει πάντα, ότι αυτό που βλέπω μπορεί να γίνει μαγικό ανάλογα από που το κοιτάω. Στις σχέσεις με τους ανθρώπους, στην δημιουργία, στην καριέρα, σε όλα. Αρκεί να μην λιμνάζω και να μην χάνω την ακεραιότητα μου ώστε να έχω τη δύναμη να λέω και συγνώμη και ευχαριστώ αλλά και άντε γ@μh$0υ, αν το απαιτεί η περίσταση.

Ο πατέρας του λόγω υποχρεώσεων επισκεπτόταν τον Βαγγέλη αραιά και πού. Μια χρονιά ειδοποίησε πως θα ερχόταν για επίσκεψη την ημέρα της γιορτής του, την 25η Μαρτίου. Ο μικρός τότε Βαγγέλης θα έλεγε ποίημα στην γιορτή του σχολείου.

Θυμάμαι, έναν τύπο που έφτιαχνε ξύλινα σπαθιά. Του ζήτησα ένα αλλά μου απάντησε πως δίνει μόνο σε όποιον πρόκειται να το χρησιμοποιήσει, δηλαδή στα παιδιά της Πέμπτης-Έκτης που είχαν σκετς. Εγώ ήμουν πρωτάκι κι είχα να πω ένα απλό ποίημα. Χωρίς σπαθιά, χωρίς τίποτα. Εκείνος το ήξερε αλλά για να μην μου χαλάσει το χατίρι μου ζήτησε να του υποσχεθώ ότι του έλεγα αλήθεια. Το σπαθί το ήθελα πολύ. Έτσι του υποσχέθηκα πως θα το χρησιμοποιήσω. Ανέβηκα πάνω στην σκηνή, όλοι οι γονείς από κάτω, ο πατέρας μου, ο τύπος με τα σπαθιά, όλοι. Το πρώτο μου κοινό. Δεν είχα σκεφτεί τίποτα που θα μπορούσα να κάνω με το σπαθί. Το ποίημα τελείωνε κι εγώ δεν το είχα αγγίξει, ώσπου στο τέλος αντί να χαιρετίσω στρατιωτικά όπως μας είχαν πει κι έκαναν όλα τα παιδιά, σήκωσα το σπαθί στον αέρα και φώναξα “Ζήτω! Ζήτω!”.

Το κοινό, ο πατέρας μου και ο τύπος με τα σπαθιά, αντέδρασαν με ένα αυθόρμητα έντονο και παρατεταμένο χειροκρότημα. Γούσταρα τρελά. Δεν μπορούσα να κρύψω τη χαρά μου. Όχι τόσο απ το χειροκρότημα αλλά που βρήκα να κάνω κάτι με το σπαθί. Κι όταν έκλεισε η κουίντα ακούω το δάσκαλο να μου φωνάζει: “Είσαι μάγκας;” και μου ρίχνει ένα χαστούκι που ακόμα το θυμάμαι. Το πρώτο μου χειροκρότημα συνοδεύτηκε με χαστούκι

Το γεγονός ότι εντυπωσίασα το κοινό και προπαντός τον πατέρα μου με τον αυτοσχεδιασμό μου, λειτούργησε υποσυνείδητα καταλυτικά στο να γίνω ηθοποιός.


Στην συνέχεια μετακομίζει στην Αθήνα, σε ηλικία 10 ετών. Εκεί εντελώς ερασιτεχνικά συμμετέχει σε κάποια τοπικά θεατρικά φεστιβάλ με τον πολιτιστικό σύλλογο Αμπελοκήπων.

“Εκεί κατάλαβα πλέον με σιγουριά ότι αυτό ήταν που ήθελα να κάνω. Στην πορεία όμως επειδή έπρεπε να δουλεύω για τα προς το ζην, έχασα την πίστη μου και το έκανα χομπίστικα. Έκανα διάφορες δουλειές για να βρεθώ κάποια στιγμή διαφημιστής στο Αθηνόραμα. Κάπου εκεί αποφάσισα, τα δεύτερα να τα κάνω πρώτα. Τα χόμπι μου εργασία και τρόπο έκφρασης.”

Παραιτείται από το Αθηνόραμα το ΄99 για να γραφτεί σε μια σχολή θεάτρου και να ασχοληθεί με την αγαπημένη του ερωμένη… την μουσική.

Όταν έφυγε τότε από το Αθηνόραμα, η υπεύθυνή του του είπε “Η πόρτα αυτή θα είναι πάντα ανοιχτή για σένα” και ο Βαγγέλης, όντας σίγουρος για τον εαυτό του, της αποκρίθηκε “Αυτή την πόρτα θα την ξαναπεράσω μόνο όταν θα με φωνάξετε για συνέντευξη.” Όπως κι έγινε το 2007, όταν πρωταγωνίστησε στην ταινία “Κλέφτες”.

Αυτές οι προσωπικές νίκες έκαναν τον Βαγγέλη να επιμένει, παρά τις δυσκολίες που παρουσιάζει ο χώρος.


Αυτόν τον καιρό ο Βαγγέλης κάνει με τεράστια επιτυχία τον βαρυποινίτη στο “Καγκουρώ” του Βασίλη Κατσικονούρη (“Γάλα”), για τον οποίο έχει να πει τα καλύτερα, όχι μόνο για τις καλλιτεχνικές του ικανότητές αλλά και ως άνθρωπο.

“Ο Βασίλης είναι ένας πραγματικός ποιητής. Ο συγγραφικός του λόγος ξεδιπλώνεται αρμονικά. Τον θαυμάζω! Εν τω μεταξύ, έχοντας δει το “Γάλα”, φανταζόμουν έναν βαρύ τύπο, εσωστρεφή, που κάθεται στο γραφείο του μελαγχολικός και γράφει, πίνοντας κρασί, χωρίς να μιλάει σε άνθρωπο. Όταν τον γνώρισα, είδαν έναν τύπο “τελευταίου θρανίου”, με την καλή έννοια, έξω καρδιά! Με χιούμορ και στωικότητα. Ίσως τον πιο γλυκό και καλοσυνάτο άνθρωπο που ‘χω γνωρίσει στον χώρο. Είμαι πολύ χαρούμενος που συνεργαζόμαστε.”

Ο Βαγγέλης ως σωστός συνεργάτης, αναφέρθηκε με τα καλύτερα λόγια σε όλο το καστ: Νίκο Ορφανό, Βαγγέλη Ρόκκο, Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη και τον Δημήτρη Γκουτζαμάνη. Ευχαρίστησε ξεχωριστά τον Νίκο Μάκκα, ιδιοκτήτη του θεάτρου “Σταθμός.”

Παίζει στην ταινία του Σωτήρη Τσαφούλια, με πρωταγωνιστή τον Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη, “Έτερος εγώ”, που κάνει πρεμιέρα στις 17 Ιανουαρίου.
“Δυστυχώς δεν μπορώ να πω πολλά για τον ρόλο μου στην ταινία γιατί, όπως και στο “Καγκουρώ” έτσι και στο “Ετερος εγώ”, ο ρόλος μου είναι κομβικός. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι υποδύομαι έναν φραγκάτο τύπο που πιστεύει ότι μπορεί να αγοράσει τα πάντα με τα χρήματά του… (γελάει)… πολύ την γουστάρω τη δουλειά μας.”

Ενώ παράλληλα με όλα αυτά συγγράφει για 2η φορά στην καριέρα του, έπειτα από το επιτυχημένο έργο “Τα εφτά μπισκότα” σε συνεργασία με τον Μάκη Παπαδημητράτο. Αυτή τη φορά, σε συνεργασία με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, ο οποίος είναι συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας. Γράφουν τώρα μια κωμωδία επιστημονικής φαντασίας με έντονο ελληνικό χρώμα.

“Λατρεύω να παίζω, αλλά μ’ αρέσει και να γράφω. Η συγγραφή έχει υπάρξει όαση κάποιες δύσκολες μέρες. Με τον Οδυσσέα γελάμε πολύ, το διασκεδάζουμε και ανυπομονώ να το δω να στήνεται.”

Και εμείς ανυπομονούμε να το δούμε και να δακρύσουμε από τα γέλια, όπως ακριβώς με τα 7 θανάσιμα μπισκότα.

Για να γενικεύσουμε λιγάκι.. πώς βλέπεις την κατάσταση στο θέατρο, αυτή την περίοδο;

Το θέατρο εν μέσω κρίσης, πέραν όλων των άλλων έγινε κι αρπαχτή από κάποιους. Υπάρχουν θέατρα που έχουν γίνει ‘μούλτιπλεξ’. Δεν ξέρεις ποια παράσταση έχει σήμερα και ποια αύριο. Θεατρόνιδες ανεβάζουν έργα των 5 και 10 παραστάσεων με δίμηνες απλήρωτες πρόβες. Ευτυχώς όμως υπάρχουν και κάποιοι άλλοι που πιστεύουν και στηρίζουν. Κι έτσι πρέπει. Η Ελλάδα είναι η χώρα που γέννησε το θέατρο. Είναι προσωπική υπόθεση να το στηρίξουμε και να το προστατεύσουμε όλοι μας. Και πρώτα από όλα το κοινό. Οι Έλληνες πρέπει να το βάλουν σοβαρά στην κουλτούρα τους.

Την τηλεόραση πώς την βλέπεις;

Οι δουλειές στην TV, όσο πιο πίσω πας, τόσο πιο εναλλακτικές είναι. Υποτίθεται τέτοιες εποχές που ο κόσμος έχει περιορίσει τις εξόδους του θα έπρεπε να ‘ναι γεμάτη σίριαλ με ανεβασμένο το επίπεδο κι όχι ματαιόδοξα χαζοπαίχνιδα και καθημερινά. Βέβαια, θα μου πεις, εδώ δεν ξέρουμε αν θα έχουμε κανάλια από 1/1. Τέλος πάντων δεν θέλω να επεκταθώ. Πάντως, ξεχωρίζω την καινούρια δουλειά του Παπαδουλάκη.

Το σινεμά στην Ελλάδα…

Ο κινηματογράφος πάντα έχει κάτι να πει. Τουλάχιστον σε διεθνές επίπεδο. Για την εγχώρια κατανάλωση, ούτε λόγος. Δεν μπορώ να καταλάβω, φταίει ο κόσμος που δεν πάει ή το ελληνικό σινεμά είναι πολύ επιτηδευμένο;!

Αυτά από τον Βαγγέλη Αλεξανδρή. Έναν ξεχωριστό και πολυτάλαντο άνθρωπο, έχασε λίγο τον δρόμο του σε ποικίλες δουλειές, για να επιστρέψει δυνατότερος. Τώρα είναι βροντερά εδώ και θα μας απασχολεί για πολύ καιρό -ΠΑΝΤΑ ευχάριστα.

Ευχαριστούμε πολύ το Upupa epops για την φιλοξενία
και την αξιαγάπητη φωτογράφο μας Έλενα Λύγκου για τις εξαιρετικές φωτογραφίες.

Σχόλια

Exit mobile version