Μία μικρή ιστορία. Ένα σύντομο κείμενο για δυο ζωές παράλληλες, τον έρωτα και τις χαμένες ευκαιρίες που με θάρρος πρέπει να αδράξεις…

Ένας φανός.
Ένας σβηστός, σιδερένιος, με δάκρυα σκουριάς φανός ανάμεσα σας.
Ένα φυσικό όριο, μια νοητή γραμμή μεταξύ σας, χωρίζει τις ζωές σας.

Δυο ζωές παράλληλες...

madrid-1141467_1920

Είναι πρωί, ίσως έχει περάσει από δέκα, μιας κι ο ήλιος κοντεύει να φτάσει στη μέση του γαλάζιου, ατσαλάκωτου σεντονιού, κι εσείς παράλληλα, ο ένας σχεδόν δίπλα στον άλλο,  χαμένοι ποιος ξέρει σε ποια μονοπάτια του μυαλού, διάσπαρτα με σκέψεις, περιμένετε…
Περνάει κάμποση ώρα, ίσως κι όχι…
Λίγα λεπτά ή μονάχα κάποια δευτερόλεπτα.
Κοιτάτε κι δυο το κινητό σας. Το πόδι χτυπά με τέμπο μελωδίες προσμονής πάνω στα κοκκινωπά πλακάκια της πλατείας και το κινητό ύστερα γλιστρά στις σκληρές τσέπες του φθαρμένου μπλουτζίν.
Τα βλέμματα σας σκοντάφτουν μεταξύ τους, τυχαία.
Τα μάτια του χαμογελούν και της μιλούν φλύαρα.
Οι ζωές σας παράλληλες, γεφυρώνονται με ένα βλέμμα.
Κοιτιέστε για λίγο…
Για απειροελάχιστες χρονικές στιγμές που φαντάζουν αιώνες. Στιγμές που αρκούν για να κάνουν τον χτύπο της καρδιάς σου να δυναμώσει. Κοκκινίζεις. Ντρέπεσαι. Φοβάσαι πως κατάφερε να ακούσει τους ξέφρενους παλμούς σου. Χαμηλώνεις το πρόσωπο σου. Πιάνεις πάλι στα χέρια σου το κινητό
 σου. Η αμηχανία της στιγμής βαραίνει τους ώμους σου, σε συρρικνώνει, σε μεταμορφώνει σε ένα μικρούτσικο ανθρωπάκο κρυμμένο στην αριστερή πλευρά του φανού
Εκείνη σε κοιτά ξανά στα κρυφά. Σηκώνεις το κεφάλι και την πιάνεις. Είναι η σειρά της να κοκκινίσει… 
Το κινητό σου κουδουνίζει. Ο εκνευριστικός του ήχος κομματιάζει
 την τρυφερή σιωπή της στιγμής, σκορπώντας σε διάφανα ματωμένα κομμάτια που ξαπλώνουν στις πλάκες.
Κοιτάς την οθόνη του που αναβοσβήνει θυμωμένα. Το σηκώνεις και παίρνεις το ρίσκο να της χαμογελάσεις θαρρετά. Μια φασαρία φτάνει στα αυτιά σου.
Ήχοι σε διάφορους τόνους κι αποχρώσεις… Ήχοι δυσνόητοι που δεν καταφέρνουν να δημιουργήσουν λέξεις, προτάσεις, νόημα… Το βλέμμα σου έχει κολλήσει
 πάνω της.
Ξαφνικά, μία παρέα δροσερών κοριτσιών έρχεται προς το μέρος
 της. Γίνεται ένα μαζί τους και χάνεται στο πλήθος, μεσ’ την φασαρία και την πολυκοσμία της πόλης.
Δεν προλαβαίνεις να αντιδράσεις.
Την κοιτάς παγωμένος να απομακρύνεται, ώσπου γίνεται μία κινούμενη κουκκίδα, μέσα σε χιλιάδες άπειρες ανθρώπινες κουκκίδες.
Γυρνάς το κεφάλι σου στο μέρος που κάθονταν πριν από λίγο. Νιώθεις το κενό
 της απουσίας της να διογκώνεται μέσα σου. Ασφυκτιάς.
ζωές παράλληλεςΜουσικές, κουβέντες, γέλια, διαφωνίες, έντονες συζητήσεις και οι φωνές των παρουσιαστών στην τηλεόραση που παίζει αδιάφορα. Φασαρία που δεν την αντέχεις…
Πίνεις ανόρεχτα τον καφέ σου.
Οι φίλοι σου μιλάνε μα δεν τους προσέχεις. Λένε το όνομα σου, μα δεν φτάνει ποτέ στα αυτιά σου. Οι αγκωνιές και τα σπρωξίματα δεν καταφέρνουν να τραβήξουν την προσοχή σου.
Μονάχα κάνουν το φλιτζάνι σου να ρίξει βροχή από καφέ, νοτίζοντας την χαρτοπετσέτα πάνω στο ραγισμένο πιατάκι.
Σαρώνεις τον στενό χώρο του μαγαζιού, πλήττοντας.
Όλοι οι ήχοι σωπαίνουν, τα πρόσωπα και τα αντικείμενα στο χώρο σβήνονται απ’ το οπτικό σου πεδίο…
Σε ένα τραπέζι παράλληλα με το δικό σου την βλέπεις.
Κάθεται με τα μαλλιά χυμένα στους ώμους και ένα χαμόγελο-ήλιο να φωτίζει το πρόσωπο της.
Της χαμογελάς και σου χαμογελά.
Σηκώνεσαι αποφασιστικά. Τα βήματα σου γρήγορα, αγχωμένα κινούνται προς το μέρος της. Η καρδιά σου ξαναχτυπά σε ξέφρενους ρυθμούς.
Έφτασες σχεδόν δίπλα της. Ακουμπάς τον ώμο της.
Τα πάντα γύρω σου ξεπαγώνουν και εκείνη λείπει…
Η φασαρία πιο έντονη από πριν τρυπά το κρανίο σου, ο αέρας αποπνικτικός μυρίζει καπνό, ιδρώτα και μπαγιάτικο καφέ. Το μεταλλικό τραπεζάκι βουλιαγμένο στη μοναξιά του δακρύζει με το νερό να στάζει πάνω σε μια πατημένη απόδειξη.
Την παίρνεις προσεκτικά, πολύ απαλά
 στα χέρια σου. Την ξεδιπλώνεις και στο εσωτερικό της πάνω απ΄ τα τυπωμένα γράμματα με τις τιμές γράφει «Ελπίδα» με κόκκινο κραγιόν.
Είσαι σίγουρος πως είναι το όνομα της.
Χαμογελάς.
Ξέρεις πως κάποια στιγμή θα την συναντήσεις… 
Τι κι αν οι ζωές σας κυλούν παράλληλα!

Ομίχλες: Φίλοι που γίνανε γνωστοί και δικοί σου άνθρωποι περαστικοί

Σχόλια