Ποιος ήταν ο Ντζίγκα Βερτόφ και γιατί η ταινία του Ο άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή έμεινε στην ιστορία του κινηματογράφου ως μία από τις σημαντικότερες ταινίες του Σοβιετικού Μοντάζ

Ναι, αν κάτσεις να το παρακολουθήσεις το πιο πιθανό είναι να περάσει η εξής σκέψη από το μυαλό σου: «Τι βλέπω; Γιατί το βλέπω;» Κι αυτό διότι έρχεσαι αντιμέτωπος με ένα φιλμ ντοκουμέντου χωρίς μεσότιτλους, σενάριο και ο,τιδήποτε φαντάζεσαι σε μια ταινία ή ντοκυμαντέρ (είναι και βωβό, αν και έχουν προστεθεί διάφορες μουσικές). Ας ξεκινήσουμε με τον σκηνοθέτη.

dziga_vertov

 Ο Ντζίγκα Βερτόφ (ή αλλιώς David Abelevich Kaufman, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα) γεννημένος το 1896 ξεκίνησε τη σκηνοθετική πορεία του την περίοδο της Οκτωβριανής Επανάστασης.

Σύμφωνα με την οπτική του, δε χρειαζόταν το σενάριο, τα κοστούμια και οι ηθοποιοί στο κινηματογραφικό προϊόν. Ήταν αντίθετος με την ανάμειξη των τεχνών, επιδιώκοντας έναν προσωπικό ρυθμό που θα προερχόταν από την ίδια την καθημερινότητα.

Κινηματογραφικά Παραμύθια του Προλεταριάτου

 Στο μανιφέστο του το 1922, προέβαλε την ανάγκη να πεθάνει η κινηματογραφία με τους εμπορικούς όρους, ώστε να επιβιώσει η τέχνη του κινηματογράφου. Πίστευε στο «Kino-eye» (Κινηματογράφο-μάτι), δηλαδή στο ότι το μάτι της κάμερας, ο φακός, είναι κυρίαρχο και καταγράφει την πραγματικότητα όπως είναι.

Το σινεμά βεριτέ (google it, δε σου λέω) ήταν ο τρόπος να επιτύχει κανείς την κοινωνική διάσταση στην παραγωγή του, καθώς και να μην ‘’παραμυθιάζει’’ και αποπροσανατολίζει το κοινό όπως ο μυθοπλαστικός κινηματογράφος, που ο Βερτώφ καταδίκαζε.

kino_eye

Ο Ντζίγκα Βερτόφ θεωρείται σκηνοθέτης του κινήματος του Σοβιετικού Μοντάζ, το οποίο άνθισε τη δεκαετία του ’20. Το ρεύμα αυτό δεν έβαζε τον άνθρωπο ως μεμονωμένη οντότητα στο κέντρο της δράσης, αλλά ως μέλος μιας κοινωνικής τάξης.

Σε αντίθεση με το μεταγενέστερο ιταλικό Νεορεαλισμό, δίνει βάση στην εικόνα και το μοντάζ και όχι στο ρεαλισμό των ανθρωπίνων ιστοριών.

 Ο Άνθρωπος με την Κινηματογραφική Μηχανή (1929), ταινία γυρισμένη σε διάφορες πόλεις της Ρωσίας, μας παρουσιάζει εξαρχής τις προθέσεις του Βερτώφ: αυτό που πρόκειται να δει ο θεατής είναι μια προσπάθεια δημιουργίας μιας διεθνούς γλώσσας στην κινηματογραφική επικοινωνία μακριά από τις επιρροές της λογοτεχνίας και του θεάτρου.

 Το ριζοσπαστικό αυτό πείραμα του σκηνοθέτη ξεκινά με μερικές δεκάδες ανθρώπων να μπαίνουν στο σινεμά να παρακολουθήσουν ένα ντοκυμαντέρ με τα γυρίσματα της ταινίας.

Σα να πηγαίνεις εσύ να δεις το Inferno στα Village (ΤΠ αλέρτ) , να σε κινηματογραφούν και να σκάει καινούρια έκδοση της ταινίας με την κορμοστασιά σου να κατεβαίνει τα σκαλάκια του σινεμά.

Ο Τομ τσεκάρει την κορμοστασιά σου

Ο Τομ τσεκάρει την κορμοστασιά σου

Επανερχόμενοι στα δικά μας βλέπουμε μια ακίνητη ορχήστρα που ξεκινά να παίζει με την έναρξη της προβολής. Επικρατεί ηρεμία στην πόλη, οι άνθρωποι ακόμα κοιμούνται, ώσπου οι μηχανές αρχίζουν να λειτουργούν και οι κάτοικοι καταπιάνονται με τις καθημερινές τους δραστηριότητες. Αλλεπάλληλα πλάνα μαγαζιών, κτηρίων, μηχανημάτων, αντικειμένων και ανθρώπων να εργάζονται, να περιποιούνται τον εαυτό τους, να αθλούνται.

Γίνεται λόγος ακόμη για τον θάνατο αλλά και τη γέννηση (δείχνει πραγματική γέννα), θυμίζοντας σου αυτές τις ωραίες αντιθέσεις στην ζωή (υπόκρουση βιολιού).

Είναι ολίγον τι μια αυτοαναφορική ταινία, μιας και μιλάει για το ίδιο το κινηματογραφικό μέσο. Αν σαν στόρυ (που δεν έχει στόρυ κιόλας) δε σου λέει τίποτα, οφείλεις να παραδεχτείς το θάρρος του Βερτώφ στο σκηνοθετικό και πιο τεχνικό κομμάτι.

 Όλα θα τα δεις: να σκάνε φωτογραφίες, επαναλήψεις και πάγωμα πλάνων, διαίρεση του πλάνου στα δύο, διαφορετική γωνία λήψης της ίδιας ακριβώς σκηνής, λήψεις από ψηλά ή  χαμηλά (ως πιο δυναμικές).

 Συνεχίζω: απότομες, γρήγορες, παρανοϊκές κινήσεις κάμερας, επιτάχυνση και σλόου μόσιον. Α και stop motion, αυτό που είναι σα να κινείται ένα πράγμα μόνο του με κοφτές κινήσεις.

via GIPHY

 Η μοντέρ δε θα μπορούσε να λείπει. Παρακολούθουμε, όσο διαλέγει τα πλάνα, στατικά στιγμιότυπα και η κίνηση επαναφέρεται όταν αποφασίζει ποια θα χρησιμοποιήσει, κάτι που το βρήκα αρκετά έξυπνο και ενδιαφέρον.

 Χωρίς αμφιβολία θα δεις το πραγματικό που πρεσβεύει. Θα νιώσεις σαν κάτοικος της Οδησσού το 1929. Ή ο οπερατέρ που μέσα από το φακό του σου μεταφέρει το κλίμα σα να τα έβλεπες με τα δικά σου μάτια.

 Θα πάθεις έναν ίλιγγο είναι σίγουρο, αλλά αν θες να ξέρεις (και έχεις φτάσει μέχρι εδώ), το 2012 ψηφίστηκε ως η 8η καλύτερη ταινία και το 2014 ως το καλύτερο ντοκυμαντέρ. Όλων των εποχών.

Αφιέρωμα στα κινηματογραφικά ρεύματα: ρώσικος Φορμαλισμός

Σχόλια