Leonid Afremov Paris
Στο Παρίσι μερικών περασμένων δεκαετιών…

Η μπόρα που μαστίγωνε νωρίτερα χωρίς οίκτο κάποιο έρημο πλακόστρωτο πλέον έχει κοπάσει. Έχει μεταμορφωθεί σε ένα τρυφερό ψιλόβροχο που κάπως παιδιάστικα εγείρει ρυάκια που συγκρούονται, ενώνονται ή διακλαδίζονται, αν δεν τα βρουν και κομπιάζουν στιγμιαία μέχρι να αποφασίσουν ποιο αυλάκι θα ακολουθήσουν… Κάπως έτσι κι Αυτός, ακολουθεί ενστικτωδώς ένα ρυάκι περιμένοντας με μια δόση στοχαστικής περιέργειας να ανακαλύψει πού θα τον οδηγήσει. Προσέχει να μην το εκτρέψει κατά λάθος αποφεύγοντας παράλληλα να πατήσει τους παραμορφωμένους αντικατοπτρισμούς από τις φανάρινες κολόνες που έχουν (ξ)απλώσει στις πλάκες “πιτσιλώντας” τες με μια “κέρινη” απόχρωση. Η ησυχία που καιροφυλακτεί σε κάθε γωνιά που συναντάει τον λοξοκοιτάει καθώς η σκληρή σόλα του κάνει το βάδισμά του να μοιάζει με ένα αλλεπάλληλο κροτάλισμα που μοναδικό σκοπό έχουν να χαλάσει το νανούρισμα που έχουν στήσει οι σταγόνες που θροΐζουν από κάποιο σκοτεινό σύννεφο ή το χείλος μιας στέγης.

Leonid Afremov road

 

Κι όμως κάτι αρχίζει να παρεμβαίνει σ’ αυτή τη δυσαρμονία. Είναι ένα ανεπαίσθητο μελωδικό μουρμουρητό που κατά έναν παράδοξο τρόπο προέρχεται από την κατεύθυνση που σημαδεύει το ρυάκι. Όσο ακολουθεί τα ίχνη του, αρχίζει να διακρίνει μέσα στο ημίφως μια γυναικεία φιγούρα. Στέκεται στη μέση μιας γέφυρας. Τα μαλλιά της είναι μαύρα και σκάνε σαν κύματα στους ακάλυπτους ώμους της κρύβοντας το πρόσωπό της. Φοράει μόνο ένα πορφυρό φόρεμα, είναι ξυπόλητη αλλά η ψύχρα και το βρεγμένο κατάστρωμα της γέφυρας δε δείχνουν να την πτοούν. Η στάση της προδίδει ότι χαζεύει την επιφάνεια του ποταμού, πιθανόν τους πιο ευφάνταστους αντικατοπτρισμούς που έχει συνθέσει η επιφάνειά του. Ψιθυρίζει σχεδόν, ένα τανγκό αν μπορώ να συλλάβω σωστά το ρυθμό… Δεν αντιδράει ή απλώς δεν έχει ακούσει το βηματισμό του, απορροφημένη από κάποιο ταξίδι του νου της. Αυτός την πλησιάζει χωρίς να ξέρει το λόγο. Διαισθάνεται ότι πρόκειται για κάποια μεθυσμένη που αποπροσανατολίστηκε πλήρως και κατέληξε εκεί. Τότε Εκείνη γυρνάει προς το μέρος του… Η έκφρασή της όμως δεν κρύβει καμία έκπληξη ούτε μέθη. Θαρρείς, είχαν προσυνεννοηθεί αυτή τη συνάντηση. Τα μάτια της είναι ορθάνοιχτα, κάπως υγρά κι ακτινοβολούν μια παράλογη λάμψη που κάνει τις κολόνες με το χλωμό φως τους να μοιάζουν περιττές. Τότε, με το ένα χέρι της πιάνει το δικό του και περνάει το άλλο γύρω από τον ώμο του. Αυτός, έχοντας για ώρα τα χέρια του στις τσέπες της καπαρντίνας του, τα έχει διατηρήσει θερμά και στεγνά. Τα δικά της χέρια είναι παγωμένα, ποτισμένα από τη βροχή , ωστόσο η υφή τους είναι λεία κι αφοπλιστική. Αρχίζει τότε να τον παρασύρει σε έναν αργό χορό στο ρυθμό του τραγουδιού που ψέλλιζε… ναι, είναι τανγκό. Και ξαφνικά συμβαίνει αυτό που αποθεώνει τον σουρεαλισμό του όλου σκηνικού. Το τραγούδι αρχίζει να ακούγεται ενορχηστρωμένο σε ένα κράμα υψίσυχνων και βαρύτονων εγχόρδων, άγνωστο από πού, δίνοντας την εντύπωση παρ’ όλ’ αυτά πως ακούγεται μόνο πάνω στη γέφυρα… Χορεύουν με τα βλέμματά τους γαντζωμένα χωρίς να χάνουν στιγμή την αρμονία των κινήσεών τους. Ώσπου η μελωδία αρχίζει να χαμηλώνει σαν να γλίστρησε σε κάποιο πηγάδι χωρίς επιστροφή. Αυτός, με έναν ομαλό ελιγμό φέρνει το πόδια της σε όρθια στάση και την κοιτάει σιωπηλά την ώρα που αυτή με ένα σκάσιμο των χειλιών της του εκπνέει τον τελευταίο στίχο πλησιάζοντας τα δικά του. Τα χείλη της έχουν μια φυσική ερυθρότητα και σαρκώδη υφή, όπως και τα δικά του σε λίγο πιο σκούρο τόνο. Ένα μοιραίο φιλί παίζει την τελευταία νότα του χορού και μερικές στιγμές αργότερα τα σώματά τους εκρήγνυνται σαν ένα πυροτέχνημα που εκτοξεύθηκε προς τον ουρανό και προσγειώθηκε σαν υδάτινο τόξο πάνω στη γέφυρα…

 

Σχόλια