sef                                                              αρχείο λήψης (3)

 

Ποιοι είναι οι δύο Έλληνες Νομπελίστες που έκαναν την Ελλάδα γνωστή σε όλον τον κόσμο; Τι γνωρίζουμε για αυτούς; Είτε είμαστε Έλληνες, είτε απλά ζούμε στην Ελλάδα, δεν επιβάλλεται να ξέρουμε κάποια βασικά πράγματα για τις δύο μεγάλες αυτές προσωπικότητες; Έχουμε συχνά ακούσει για την Γενιά του ’30 και ιδιαίτερα για τον Ελύτη και τον Σεφέρη. Ελάτε να τους ανακαλύψουμε μαζί και να τους εξετάσουμε ως προς τα κοινά και διαφορετικά τους στοιχεία…

Καταρχάς, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τον όρο ‘‘Γενιά του ‘30’’. Πολλοί μελετητές και κριτικοί υποστηρίζουν πως αυτός ο όρος δεν είναι τόσο εύστοχος, καθώς η γενιά αυτή δεν παρουσιάζει ομοιογένεια, αλλά σε αυτήν συγκαταλέγονται ποιητές διαφορετικοί μεταξύ τους ως προς την μορφή, αλλά ακόμα και την ιδεολογία. Συναντάμε ποιητές αριστερούς και δεξιούς, μοντερνιστές και πιο παραδοσιακούς.

Τον όρο αυτόν χρησιμοποίησε πρώτος ο Θεοτοκάς, όπως δηλώνει μάλιστα και ο ίδιος. Βέβαια, ο Mario Vitti, ιστορικός λογοτεχνίας, θεωρεί αυτόν τον όρο ‘‘νεόκοπο εκείνα τα χρόνια στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη ’’.Είναι ίσως η πιο διάσημη, αλλά και η πιο δύσκολη στο να προσδιοριστεί γενιά. Αυτό συμβαίνει γιατί η γενιά αυτή, ναι μεν υποστηρίζει τη ρήξη με το παρελθόν, από την άλλη  όμως και οικειοποίηση με την λογοτεχνική παράδοση.

Ακόμα, δεν είναι εύκολο να προσδιοριστούν οι ποιητές που συγκροτούν την γενιά του ’30, καθώς συχνά και οι ίδιοι τους άλλοτε εντάσσουν τον εαυτό τους σ’ αυτήν και άλλοτε όχι. Επιπλέον, τα ηλικιακά όρια της γενιάς είναι επίσης συγκεχυμένα. Επομένως, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι ο όρος δεν είναι ακριβής ως γραμματολογικό εργαλείο. Ωστόσο ένα κοινό χαρακτηριστικό της γενιάς αυτής, είναι το αίτημα της ανανέωσης και του εκσυγχρονισμού.

Ως προς την πεζογραφία της εποχής αυτής, παρατηρούνται οι εξής αλλαγές: νέες εκφραστικές δομές, η εδραίωση του μυθιστορήματος ως κυρίαρχου είδους, η υπέρβαση του ηθογραφικού (αγροτικού) στοιχείου, εκφραστική λιτότητα, καθώς και οι κομμουνιστές στην μυθοπλασία.

αρχείο λήψης (4)

Ως προς την ποίηση, παρατηρούνται κάποια κοινά χαρακτηριστικά ανάμεσα στους περισσότερους ποιητές της γενιάς : ελεύθερος στίχος, γόνιμη σύνθεση με τις ευρωπαϊκές αισθητικές αναζητήσεις (μοντερνισμός, υπερρεαλισμός), σκοτεινότητα νοήματος και ελλειπτικότητα, πνευματικός εθνισμός, ελληνικότητα και γενικότερα παρατηρείται μια πίστη στο μέλλον.

 

seffffffΟ Σεφέρης, του οποίου πραγματικό όνομα είναι Σεφεριάδης, γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1900 και πέθανε το 1971 στην Αθήνα. Η κηδεία του μετατράπηκε σε σιωπηρή διαμαρτυρία κατά της Χούντας. Πήρε το πρώτο βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1963, που του δόθηκε από τη την Σουηδική Ακαδημία Επιστημών. Λόγω του επαγγέλματος του (πρέσβης) και της παιδείας του στο εξωτερικό, θα περιμέναμε πως ο ποιητής είχε περισσότερο ευρωπαϊκό παρά ελληνικό προσανατολισμό. Το αντίθετο. Καλλιέργησε την ελληνική λογοτεχνία με σκοπό να την ανανεώσει. Μερικά από τα έργα του είναι Στροφή, Μυθιστόρημα, Γυμνοπαιδία, Ημερολόγιο Καταστρώματος, Κίχλη.

Ως προς τις επιδράσεις που έχει δεχτεί ξεχωρίζουν αυτές  από τον Όμηρο και την αρχαϊκή ελληνιστική ποίηση, την Νεοελληνική ποίηση, ειδικά από τον Καβάφη και το Μακρυγιάννη. Έχει επηρεαστεί και από τους Γάλλους συμβολιστές και τους Έλιοτ, τον Κλωντέλ, το Βαλερί και τον Πάουντ.

Η γλώσσα του Σεφέρη είναι η δημοτική. Ο Σεφέρης αvτιπρoσωπεύει μια γενικότερη τάση στην ποίηση που θέλει την ποιητική γλώσσα vα μη διαφέρει από την καθημερινή γλώσσα. Ο Σεφέρης μένει περισσότερο σε ό,τι γλωσσολογικά χαρακτηρίζεται ως επιλογές από τηv υπαρκτή γλώσσα, υποστηρίζοντας μια περισσότερo «κοινωνική-ρεαλιστική» τοποθέτηση στη γλώσσα της πoίησης. Ο Σεφέρης πιστεύει ότι “o ποιητής δεv έχει άλλo τρόπo vα πράξει παρά με τη γλώσσα πoυ μιλoύv oι άvθρωπoι πoυ βρίσκονται γύρω τoυ”.

Επιπλέον, επίκεντρο της ποίησης του είναι η Ελλάδα, παρά τις επαφές του με το εξωτερικό. Αγαπά τον ελληνικό πολιτισμό και το ελληνικό τοπίο. Η ποίηση του Σεφέρη είναι βαθύτατα ελληνοκεντρική. Ενδιαφέρεται πολύ για την ιστορία του παρελθόντος. Ο ίδιος ομολογεί πως σε όλη του τη ζωή δεν πέρασε μέρα που να μη διαβάσει λίγες σελίδες, έστω, από τον Μακρυγιάννη. Ταξιδεύει, γνωρίζει καλά τον ελληνικό τόπο. Η αίσθηση της θλίψης για τη μοίρα του Ελληνισμού είναι διάχυτη στα ποιήματά του : «Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει».

Ακόμα και τα σύμβολα που χρησιμοποιεί δεν είναι καθόλου λίγα, είναι θα μπορούσαμε να πούμε και σύμβολα του ελληνικού πολιτισμού. Αυτά επανέρχονται διαρκώς στο έργο του. Έτσι, φαίνεται η αγάπη και ο σεβασμός που τρέφει προς τον ελληνισμό. Η θάλασσα κατέχει σπουδαίο ρόλο στην ποίηση του. Είναι ο χώρος της μνήμης και της νοσταλγίας. Τρεις ολόκληρες συλλογές του Σεφέρη ονομάζονται «Ημερολόγια Καταστρώματος».

 

images«Ἡ θάλασσα- πῶς ἔγινε ἔτσι ἡ θάλασσα; Ἄργησα χρόνια στὰ βουνὰ- μὲ τύφλωσαν οἱ πυγολαμπίδες. Τώρα σὲ τοῦτο τ᾿ ἀκρογιάλι περιμένω ν᾿ ἀράξει ἕνας ἄνθρωπος ἕνα ὑπόλειμμα, μιὰ σχεδία. Μὰ μπορεῖ νὰ κακοφορμίσει ἡ θάλασσα; Ἕνα δελφίνι τὴν ἔσκισε μία φορὰ κι ἀκόμη μιὰ φορὰ ἡ ἄκρη τοῦ φτεροῦ ἑνὸς γλάρου. Κι ὅμως ἦταν γλυκὸ τὸ κύμα ὅπου ἔπεφτα παιδὶ καὶ κολυμποῦσα κι ἀκόμη σὰν ἤμουν παλικάρι καθὼς ἔψαχνα σχήματα στὰ βότσαλα, γυρεύοντας ρυθμούς, μοῦ μίλησε ὁ Θαλασσινὸς Γέρος: Ἐγὼ εἶμαι ὁ τόπος σου ἴσως νὰ μὴν εἶμαι κανεὶς ἀλλὰ μπορῶ νὰ γίνω αὐτὸ ποὺ θέλεις». «Επί σκηνής» Δ΄, Σεφέρης.

 

H ποίηση του Σεφέρη φαντάζει μελαγχολική. Είναι μια ποίηση που εμφανίζεται ως απαισιόδοξη, απ’ την οποία όμως δεν απουσιάζουν εκλάμψεις αισιοδοξίας. Όπως ο ίδιος έγραψε, «η Ελλάδα τον πληγώνει», αισθάνεται θλίψη για τη μοίρα του ελληνισμού. Εξάλλου, η γενιά του ’30 είναι μια γενιά που πιστεύει στη δύναμη του μέλλοντος. Τέλος, δε μένει προσκολλημένος στην παράδοση, αλλά την σέβεται και την εκτιμά. Παρά τις επαφές του με την Ευρώπη και την επίδραση από ευρωπαϊκά πρότυπα και τον μοντερνισμό, η παράδοση κατέχει σημαντική θέση στο έργο του. Είναι η ταυτότητα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, δεν είναι φυσικά οπισθοδρόμηση. Μάλιστα, ο ίδιος κατά την απονομή του Νόμπελ της Λογοτεχνίας το 1963, τονίζει: «Η παράδοση δεν είναι συνήθεια, αλλά το αντίθετό της. Είναι κάτι ζωντανό, όχι πεθαμένο» .

 

 

images (2)Από την άλλη, ο Ελύτης, του οποίου πραγματικό όνομα είναι Αλεπουδέλης, γεννήθηκε το 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης και πέθανε το 1996 από ανακοπή καρδιάς στην Αθήνα. Είναι ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους της λογοτεχνικής γενιάς του ’30 και από τους σημαντικότερους. Το 1960 κέρδισε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και το 1979 το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Μερικά από τα έργα του είναι Άξιον Εστί, Ήλιος ο πρώτος, Προσανατολισμοί, Το μονόγραμμα, Τα ρω του Έρωτα κ.α. Πολλά ποιήματά του μελοποιήθηκαν.

Επηρεάστηκε, όπως και ο Σεφέρης, από τον Όμηρο και την αρχαϊκή ελληνιστική ποίηση, την Νεοελληνική ποίηση, ειδικά από τον Καβάφη, τον Κάλβο και το Σολωμό. Επηρεάστηκε και από από τους Γάλλους υπερρεαλιστές. Βέβαια, ο Ελύτης παραμένει πιστός στην παράδοση, καθώς το έργο του έχει επηρεαστεί πολύ από το Ευαγγέλιο, τη βυζαντινή παράδοση και τη δημοτική ποίηση.

Ως προς τη γλώσσα, ο Ελύτης φρονεί, σε αντίθεση με το Σεφέρη, ότι η ποίηση πρέπει vα εκφράζεται με γλώσσα πλήρως απoστασιoπoιημέvη από αυτήν της καθημερινότητας και απομακρύνεται συνειδητά από τη καθημερινή χρήση, μέσα σε μια πιo «ιδεαλιστική» σύλληψη της γλώσσας, όπως είvαι φαvερή στoυς Γάλλoυς υπερρεαλιστές και στoυς Ρώσoυς φoρμαλιστές κ.ά., οι οποίοι μιλoύv για «απoαυτoματoπoίηση» της ποιητικής γλώσσας.

Ο Ελύτης αγαπά την Ελλάδα και μιλά για τα πάθη της. Θρηνεί για την τύχη της χώρας. Δεν είναι αποστασιοποιημένος από το παρόν, όπως πολλοί έχουν υποστηρίξει. Ναι, ‘‘είναι ποιητής του Αιγαίου, όμως του τραγικού Αιγαίου, με γλωσσική, όχι τόσο μυθική προσέγγιση’’, δήλωσε ο Γεωργουσόπουλος σε συνεντευξή του σχετικά με τον Ελύτη. Άλλωστε, ο Ελύτης είναι λάτρης του ελληνικού στοιχείου ( γλώσσα, παράδοση, ήθη, ορθοδοξία, ελληνική φύση, πολιτισμός, ιστορία).

«Τα θεμέλιά μου στα βουνά και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους και πάνω τους η μνήμη καίει άκαυτη βάτος. Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω…»

Χρησιμοποιεί πολλά σύμβολα. Η θάλασσα διαδραματίζει μείζονα ρόλο στο έργο του. Είναι η λατρεία του ελληνικού τοπίου και του Αιγαίου Πελάγους. Έχει μάλιστα χαρακτηριστεί ως ο ποιητής του «Αιγαίου». Γενικά, χρησιμοποιεί χαρακτηριστικά σύμβολα, όπως φως, θάλασσα, ήλιος όπου η μαγεία της φύσης και του φωτός δίνονται στην μεταφυσική τους διάσταση.

Η εφηβική αισιοδοξία του Ελύτη, η οποία είναι διάχυτη στην ποίηση του έρχεται κατά κάποιον τρόπο σε αντίθεση με την απαισιοδοξία του Σεφέρη. Ο Ελύτης φυσικά ενδιαφέρεται για την χώρα του και θρηνεί για αυτήν, αλλά με έναν δικό του τρόπο. Πιστεύει σε ένα λαμπρότερο μέλλον και ελπίζει για αυτό.

Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι οι δύο ποιητές έχουν πολλούς κοινούς τόπους, αλλά και πολλούς αντίθετους. Αυτό, όμως, τους καθιστά και ξεχωριστούς.  Γιατί, όμως, είναι τόσο σημαντική αυτή η γενιά και εξακολουθεί να μας απασχολεί και να μελετάται μέχρι και σήμερα; Ο Mario Vitti δίνει την απάντηση στο ερώτημα: ‘‘ Η γενιά εμπνέει προσεγγίσεις από διάφορες προοπτικές’’ ενώ ο Μαστρομανωλάκης θεωρεί τα δύο Νόμπελ Λογοτεχνίας, που μας χάρισε μόνο αυτή η γενιά, ως αιτία για την μελέτη της από εμάς μέχρι και σήμερα.

 

Πηγές:

  • Λίνος Πολίτης, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα, 1985
  • Μario Vitti, Η Γενιά του ’30, Αθήνα, 2000
  • Πασχαλίδου Νίνα-Μαρία, άρθρο Οδυσσέας Ελύτης, Αθήνα
  • Β. Καλαμαράς, άρθρο Η μουσική του Γιώργου Σεφέρη
  • http://www.tovima.gr/themes/1/default/media/home/clear.gif

Σχόλια